Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο     Τ   Ρ   Ι   Τ   Ο   Σ       Π   Α   Γ   Κ   Ο   Σ   Μ   Ι   Ο   Σ       Π   Ο   Λ   Ε   Μ   Ο   Σ

Φυσικά, δεν το έχετε πάρει χαμπάρι. Και τώρα που το βλέπετε στον τίτλο του θέματος, πάλι δεν καταλαβαίνετε τίποτε, τί μας λέει αυτός για τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, νομίζει ότι δεν παρακολουθούμε την επικαιρότητα. Και όμως, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Αυτός ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι σε πλήρη εξέλιξη από καιρό, μάλιστα το περίεργο είναι ότι έχει αρχίσει πολύ πριν από τον πρώτο πόλεμο. Και πώς γίνεται να είναι ο τρίτος πριν απ΄τον πρώτο ; Λοιπόν γίνεται,ας πούμε κάπως ετεροχρονισμένα-είναι ένας όρος που μας ήρθε τα τελευταία χρόνια, νομίζω ότι κάποιος που ήρθε από την Αμερική μας τον έφερε.

Δεν πρόκειται να  μακρυγορήσω - όπως  συνηθίζουν να λένε στις  αγορεύσεις τους οι δικηγόροι, και παρ΄ όλα αυτά  μακρυγορούν, παρά τις  παρατηρήσεις  από την  δικαστική έδρα. Και εξηγούμαι :  Ο πόλεμος αυτός δεν γίνεται στα πεδία των μαχών, γίνεται στους δρόμους, στους πάσης φύσεως δρόμους,εντός των πόλεων και εκτός αυτών.Όπως καταλάβατε, πρόκειται για τον πόλεμο που  διεξάγεται στους δρόμους  ανάμεσα σε αυτοκίνητα, και ανάμεσα σε αυτοκίνητα και πεζούς. Στη μάχη αυτή παίρνουν μέρος και οχήματα που κινούνται επάνω σε δυό τροχούς, πολύ σπανιώτερα επάνω σε τρεις, αλλά - το χειρότερο - και οχήματα κινούμενα επάνω σε έξι, οκτώ και δέκα τροχούς, που είναι και τα πιό επικίνδυνα.

Στην αρχή το πράγμα φάνταζε σαν απίθανο. Είχε αρχίσει σαν παιχνίδι στα τέλη του περασμένου αιώνα,γύρω στο 1880.Κάποιοι ιδιαίτερα εφευρετικοί άνθρωποι-κυρίως στη Γαλλία- σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα είδος μεταφορικού μέσου που να μην κινείται επάνω σε σιδηροτροχιές - όπως τα τραίνα - αλλά έξω από αυτές, με ρόδες που δεν θα ήσαν σιδερένιες. Σαν κινητήρια δύναμη θα χρησιμοποιούσαν την γνωστή την εποχή  εκείνη, τον  ατμό. Και μιά και δυό, έφτιαξαν μετά πολλές αποτυχημένες δοκιμές, ένα όχημα που μετά μερικές δε-καετίες θα ξεκινούσε τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, που στην ουσία  του βέβαια ήταν ο πρώτος - πριν από την ιστορία που άρχισε στο Σεράγεβο και έκλεισε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα στους δρόμους, ο κόσμος έβλεπε τους οδηγούς των - που ήσαν κατά κανόνα και οι κατασκευαστές και επιδιορθωτές τους - και τους θεωρούσε ακίνδυνους τρελλούς, χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός για να διαπιστώσουν ότι επρόκειτο μεν για τρελλούς, όμως λίαν επικινδύνους. Πριν κλείσει ο 19ος αιώνας, άρχισαν να διοργανώνονται αγώνες αυτοκινήτων-με πρώτα τα ραλλύ-όπου οι  οδηγοί στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τους αντιπάλους τους, προκαλούσαν συγκρούσεις σε προσπεράσματα  και σε άλλες  ακροβατικές  ενέργειες. Προκαλεί  κατάπληξη το  παρακάτω αληθινό γεγονός : Το 1898, στην πολιτεία του Οχάϊο των Ενωμένων Πολιτειών -που η έκτασή της είναι περίπου όση της ηπειρωτικής  Ελλάδας, εκτός  δηλαδή των  νησιών - υπήρχαν όλο κι όλο δύο αυτοκίνητα. Και λοιπόν, αυτά τα δύο μοναδικά οχήματα- δεν ξέρω πως συνέβη αυτό - κατάφεραν να συγκρουσθούν μεταξύ τους. Δεν είναι αξιοθαύμαστο ;

Λέγεται, ότι ο άνθρωπος -  εφευρέτης, είναι και ένα είδος δόκτωρος Φρανκενστάιν - για το ποιός ήταν ο δόκτορας Φρανκεστάιν θα τα πούμε σε άλλη περίπτωση - και γι  αυτό, ότι εφευρίσκει, τελικά στρέφεται εναντίον του. Αρχίζοντας από τον πρωτόγονο : Φτιάχνει ένα ρόπαλο από έναν κορμό δέντρου, για να  προστατεύεται από τα άγρια ζώα. Και σε τι καταλήγει τελικά να χρησιμοποιείται αυτό το ρόπαλο ; Στο να χτυπά μ΄αυτό το κεφάλι ενός γείτονά του για να του αρπάξει τη γυναίκα του. Άλλο : Εφευρίσκει τον τροχό, την μεγαλύτερη ανακάλυψη που έκανε ποτέ ο  άνθρωπος. Τον χρησιμοποιεί για να μεταφέρει φορτία, πράγμα που δεν θα μπορούσε να κάνει με κανέναν άλλο τρόπο. Και ύστερα από πολύ καιρό, ανακαλύπτει ότι αυτό το πράγμα μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο μέσο για να εξοντώνει τους αντιπάλους του. Φτιάχνει ένα άρμα πολεμικό,  ένα δρεπανηφόρο άρμα που θερίζει τα πόδια των εχθρών του - οι Πέρσες είχαν την τιμή να το καταφέρουν αυτό. Οι αδελφοί Ράϊτ καταφέρνουν να πετάξουν πρώτοι το 1903 σε κλειστή διαδρομή με το πρωτόγονο αεροπλάνο τους. Και ύστερα από λίγο, ο ένας απ΄ αυτούς, ζητά από την Αμερικανική κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει την εφεύρεσή τους για πολεμικούς σκοπούς. Κι αν αυτό δεν εγκρίθηκε  τότε, δεν άργησε να θρηνήσει  ο κόσμος εκατοντάδες χιλιάδες θύματα - αμάχους κυρίως - από την επινόηση που έγινε για το καλό της ανθρωπότητας.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι - που μπορεί  να ήσαν το ίδιο  κλέφτες όπως και  οι σύγχρονοι συμπατριώτες τους, αλλά ήσαν πολύ πιο σοφοί - έλεγαν : Ουδέν καλόν αμιγές κακού και ουδέν κακόν αμιγές καλού - για το δεύτερο έχω  κάποιες αμφιβολίες. Λοιπόν, το ίδιο συνέβη και με το αυτοκίνητο. Εγινε μέσο μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων σε βαθμό που κανένα άλλο μέσο δεν θα κατάφερνε ποτέ - είναι αδύνατον να φτιάξεις σιδηροδρομικές γραμμές σε κάθε δρόμο, αυτό είναι αυτονόητο. Αυτή ήταν η καλή πλευρά του. Αλλά οι αρχαίοι το είχαν πεί, ήξεραν οι άνθρωποι τι έλεγαν. Και ήρθαν και τα στραβά του πράγματος.

Πριν μπούμε στα πολύ θλιβερά επακόλουθα της χρήσης του μέσου αυτού μεταφοράς, ας κυττάξουμε το χάλι στο οποίο έχει φθάσει η ατμόσφαιρα. Διοξείδιο του αζώτου. Διοξείδιο του θείου. Και τα δυό αυτά ευγενή προιόντα των κινητήρων εσωτερικής καύσης είναι αδύνατον να διασπασθούν, να αδρανοποιηθούν. Μένουν αιωρούμενα πάνω από τα κεφάλια μας, μπαίνουν στα πνευμόνια μας, κι αυτό δεν διορθώνεται με καμμιά κυβέρνηση - για το διοξείδιο του άνθρακα θα υπήρχε κάποια λύση, να το απορροφούν τα δέντρα και να αποδίδουν οξυγόνο, έλα όμως που δεν μας απόμειναν δέντρα, κι αυτό δεν το λέω για την Ελλάδα μόνο που ξέμεινε από δέντρα εξ αιτίας των αξιέπαινων προσπαθειών που καταβάλλουν αόκνως οι εμπρηστές των δασών, αλλά και για τον υπόλοιπο πλανήτη όπου είτε καταστράφηκαν οι ζούγκλες και τα δάση για να δημιουργηθούν χώροι για αγροτικές καλλιέργειες και για άλλους λόγους - αυτά ισχύουν για τις  υπανάπτυκτες χώρες  που κατ΄ ευφημισμό  τις ονομάζουν « αναπτυσσόμενες » - είτε τα διέλυσε η όξινη  βροχή, που δημιουργείται - λένε -από τα εργοστάσια, τα αυτοκίνητα δεν φταίνε σ΄ αυτό το φαινόμενο, έτσι λένε κι  αν θέλετε τους πιστεύετε. Κι όσο για το μονοξείδιο του άνθρακα, αυτό είναι ασταθές, δεν μένει στον αέρα, μόνο που μέχρι να εξαφανιστεί, μπαίνει κι αυτό στα πνευμόνια μας. Ξέχασα όμως το σπουδαιότερο, το διοξείδιο του μολύβδου - αυτό όμως δεν παράγεται από μηχανές που καίνε αμόλυβδη βενζίνη, έτσι φαίνεται ότι τελικά δεν θα πάθουμε τίποτε απ΄ αυτό, εκτός κι  αν προκύψει κάτι άλλο στο μεταξύ.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον πόλεμο των δρόμων. Κάθε μέρα, τα δελτία ειδήσεων μας ενημερώνουν για άσχημα πράγματα που συμβαίνουν στους δρόμους, είναι γνωστά όλα σε όλους μας. Τα ακούμε, στεναχωριόμαστε προσκαίρως και ύστερα τα ξεχνούμε, ότι δεν θέλουμε να μας  στεναχωρεί, το απωθούμε στο υποσυνείδητο ή στο ασυνείδητο, έτσι λέει ο Φρόϋντ. Εξ άλλου, φαίνεται ότι ο άνθρωπος τα συνηθίζει όλα, έτσι καταφέρνει να επιβιώνει μέσα στις αντιξοότητες της ζωής. Ετσι συμβαίνει και με τα τροχαία ατυχήματα, τα έχει φαίνεται συνηθίσει λόγω της συνεχούς επανάληψής τους και δεν του προκαλούν και μεγάλη εντύπωση, απόχτησε ανοσία και σ΄ αυτά.

Για όσους δεν το ξέρουν, είναι ανάγκη να το αναφέρω : Οι Ενωμένες Πολιτείες έχουν σε έναν αιώνα συμμετάσχει ενεργά σε πέντε πολέμους, οι δυό απ΄ αυτούς ήσαν παγκόσμιοι. Και αυτοί ήσαν : Το 1898, ο πόλεμος με την Ισπανία στην Κούβα- τότε οι Αμερικανοί απόχτησαν τη βάση Γκουαντανάμο στην Κούβα, νικώντας τους Ισπανούς που κατείχαν τότε τονησί. Μετά από λίγα χρόνια,το 1917, μπήκαν στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, έστειλαν στο γαλλικό μέτωπο ενάμισυ εκατομμύριο  στρατιώτες για να  βοηθήσουν τους  κατακουρασμένους από τον πόλεμο χαρακωμάτων συμμάχους. Το 1941 μπήκαν ξανά σε παγκόσμιο πόλεμο, τον δεύτερο, μάλιστα σε δυό διαφορετικά μέτωπα, του Ειρηνικού ωκεανού και της Ευρώπης. Αρχές της δεκαετίας του 1950 - ο πόλεμος της Κορέας, ένας πολύ άσχημος πόλεμος. Και τις δεκαετίες του 60 και 70, ο πολύ πιό άσχημος και  « βρώμικος » πόλεμος του Βιετνάμ. Λοιπόν,στους - πέντε αυτούς πολέμους, οι  Αμερικανοί έχασαν  λίγο πιό κάτω  από δυό εκατομμύρια άνδρες - αυτά έχω πληροφορηθεί. Στο ίδιο διάστημα, έχασαν από τροχαία ατυχήματα, πάνω από τρία εκατομμύρια - ή λίγο πιό κάτω, πάντως πολύ περισσότερους ανθρώπους. Και ενάμισυ με δυό εκατομμύρια μόνιμα ανάπηρους, περισσότερους κι αυτούς από τους ανάπηρους των πολέμων.

Αλλά ας έλθουμε και στα δικά μας. Από το 1912, είχαμε  συμμετοχή στους εξής πολέμους  : Πρώτο Βαλκανικό - το 1912. Δεύτερο Βαλκανικό - το 1913. Πρώτο παγκόσμιο - από το 1916 και μετά. Μικρασιατική  καταστροφή - το 1922. Δεύτερο παγκόσμιο - το 1940. Και τον εμφύλιο -1946 ως 1949. Λοιπόν, σε όλους αυτούς τους πολέμους, χάσαμε λιγότερους άνθρώπους από όσους χάσαμε σε τροχαία αυτά τα χρόνια. Δεν είναι λοιπόν πόλεμος αυτός ;





Ο Τ Α Ν Λ Υ Ω Σ Ο Υ Ν Ο Ι Ο Τ Α Ν Λ Υ Ω Σ Ο Υ Ν Ο Ι Π Α Γ Ο Ι Αυτή η υπόθεση επαναλαμβάνεται κατά πολύ αραιά διαστήματα. Εκεί που επικρατεί το συνηθισμένο κλίμα στο Βόρειο ημισφαίριο κυρίως της γής, αρχίζει να πέφτει σιγά σιγά η θερ-μοκρασία - τους λόγος δεν τους ξέρω, έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις και θεωρίες - και αρχίζουν να σχηματίζονται με βραδύ ρυθμό βέβαια, τεράστιοι όγκοι από πάγους, σε περιοχές που πρωτύτερα και επί χιλιάδες χρόνια ήσαν με σχετικά ήπιο κλίμα, ή εν πάση περιπτώσει όχι ιδιαίτερα ψυχρό. Οι πάγοι αυτοί που μπορεί να γίνουν ολόκληρα βουνά, μερικές φορές ύψους δύο και τριών χιλιάδων μέτρων καθώς ο ένας σχηματίζεται πάνω στον άλλο, ονομάζονται πα-γετώνες. ( Είναι σαν τους παγετώνες που και σήμερα σχηματίζονται πάνω σε πολύ ψηλά βου-νά, όπως οι Αλπεις και τα Ιμαλαϊα, όπου οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες ). Οι πάγοι αυτοί κατεβαίνουν μέχρι την κεντρική Ευρώπη, και ανάλογα και στις άλλες ηπείρους του Βόρειου ημισφαίριου, για το Νότιο ημισφαίριο δεν έχω πληρο-φορίες, αλλά μάλλον θα πρέπει και σ΄αυτό να υπάρχουν κάποια όμοια φαινόμενα, ίσως περιο-ρισμένα. Η κατάσταση αυτή διαρκεί επί πολλά χρόνια, και ονομάζεται « παγετωνική περίο-δος ». Το φαινόμενο αυτό των παγετωνικών περιόδων, φαίνεται ότι πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου ένα εκατομμύρια χρόνια. Και επαναλαμβάνεται κατά άτακτα χρονικά διαστήμα-τα, υπολογίζεται ότι έχουν γίνει δεκατρείς τέτοιες παγετωνικές περίοδοι. Στο διάστημα μιάς παγετωνικής περιόδου, τα νερά του Βόρειου Ατλαντικού, παγώνουν μέχρι το ύψος της Νέας Υόρκης, και ο πάγος που καλύπτει τον ωκεανό, μπορεί να φτάσει το πάχος των τριακοσίων μέτρων. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, είναι να κατέβει πολύ η στάθμη των θαλασσών για όσο διάστημα θα κρατήσει η παγετωνική περίοδος. Στο διάστημα αυτό, όλα τα έμψυχα όντα, μαζεύονται στις περιοχές που έχουν συνήθως εύκρατα κλίματα, αλλά και σ΄αυτά η μέση θερμοκρασία πέφτει στους έξι βαθμούς πάνω από το μηδέν. Η παγετωνική περίοδος τελειώνει κάποτε, ο ήλιος αρχίζει πάλι να ζεσταίνει, και σιγά σι- γά, τα πράγματα επανέρχονται στο κανονικό. ( Φαίνεται, ότι η τελευταία παγετωνική περίο-δος, έληξε πριν από δέκα ή δώδεκα χιλιάδες χρόνια, και οι επιστήμονες λένε ότι δεν θα έλθει άλλη, αυτή ήταν η τελευταία ). Με τη λήξη της παγετωνικής περιόδου, οι πάγοι με το τεράσ-τιο πάχος, αρχίζουν να λυώνουν, και το νερό που προκύπτει, φουσκώνει πάλι τη θάλασσα κα-τά το ίδιο ύψος που είχε κατέβει την παγετωνική περίοδο, και πλημμυρίζουν όλα τα χαμηλά σημεία της γής. Καινούργια παγετωνική περίοδος λοιπόν δεν θα ξανάρθει, καλό αυτό για κείνους που είναι ευαίσθητοι στο κρύο και δεν ανέχονται χαμηλές θερμοκρασίες. Αλλά αν δεν θα έχουμε σχη-ματισμό πάγων, φαίνεται ότι σε όχι πολύ μακρυνό καιρό, θα έχουμε το ακριβώς αντίθετο : Το λυώσιμο τεράστιων ποσοτήτων πάγων, όχι μόνο στο Βόρειο ημισφαίριο, αλλά και στο Νότιο, και μάλλον με τα ίδια αποτελέσματα που είχαμε στο τέλος κάθε παγετωνικών περιόδων, το πλημμύρισμα των χαμηλών περιοχών της ξηράς. Το πώς θα συμβεί αυτό το φαινόμενο, θα προσπαθήσουμε να το εξηγήσουμε αμέσως. Εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, απ΄την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, οι άνθρω-ποι άρχισαν να καίνε διάφορες ουσίες, που μπορούσαν με την καύση τους να αποδώσουν ε-νέργεια. Στην αρχή ήταν ο λιθάνθρακας, το πετροκάρβουνο. Όταν καίγεται το πετροκάρβου-νο, παράγονται διάφορα αέρια, οξείδια του άνθρακα, ( διοξείδιο, μονοξείδιο ), και ίσως και μερικά άλλα σε μικρότερες ποσότητες. Αυτά τα αέρια, μένουν εν μέρει στην ατμόσφαιρα, ε-νώ το διοξείδιο του άνθρακα απορροφάται από τα δέντρα, και διασπάται πάλι σε άνθρακα και οξυγόνο. Ετσι, αποφεύγεται η μόλυνση της ατμόσφαιρας από μονίμως αδιάσπαστα αέρια. Από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, πριν από εκατόν είκοσι χρόνια δηλαδή, άρχισαν να χρησιμοποιούνται για παραγωγή ενέργειας και τα προϊόντα του πετρελαίου. Αυτά όμως τα καύσιμα, προκαλούν βαρειά και μόνιμη μόλυνση της ατμόσφαιρας, καθώς τα αέρια που πα-ράγονται, ( διοξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου και άλλα τινά ), δεν διασπώνται και πα-ραμένουν στα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας. Στις πρώτες δεκαετίες, κανένας δεν έδινε σημασία στο ζήτημα αυτό, αλλωστε και η κατανάλωση πετρελαιοειδών ήταν μάλλον περιορι-σμένη. Από τη δεκαετία του 1930 όμως, άρχισε να αυξάνεται αλματωδώς ο αριθμός των αυτοκι-νήτων, αλλά και των εργοστασιακών μονάδων και των πάσης φύσεως μηχανών εσωτερικής και εξωτερικής καύσης. Η ατμόσφαιρα σιγά αλλά σταθερά, άρχισε να επιβαρύνεται με τεράσ-τιες ποσότητες αερίων, αυτών που αναφέρθηκαν πιό πάνω. Και όσο προχωρούσαν τα χρόνια, τόσο και περισσότερη γινόταν η επιβάρυνση. Και κάποια στιγμή, μας ανακοίνωσαν οι ειδικοί, ότι γρήγορα θα μπαίναμε σε μιά καινούργια περίοδο, στην οποία θα εμφανιζόταν το « φαινό-μενο του θερμοκηπίου ». Τι είναι τελοσπάντων αυτό το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που πολύ ακούμε γι αυτό, αλ-λά λίγα μας λένε περί τίνος ακριβώς πρόκειται ; Η ατμόσφαιρα - λένε οι ειδικοί - θα ζεσταθεί τόσο πολύ, ώστε σε κάποια κοντινή ή κάπως μακρυνή εποχή, θα αρχίσουν να λυώνουν - με βραδύ αλλά σταθερό ρυθμό - οι πάγοι που καλύπτουν τους πόλους, αλλά και τα χιόνια που βρίσκονται σκορπισμένα πάνω στα ψηλά βουνά, σε όλη την επιφάνεια της γής. Όλα αυτά, θα γίνουν νερό, και το νερό αυτό θα γεμίσει τους ποταμούς, τις λίμνες, αλλά και πιό πολύ τις θα-λασσες και τους ωκεανούς. Και θα γίνει αυτό που γινότανε στη λήξη κάθε παγετωνικής περι-όδου, θα υψωθεί η στάθμη του νερού σ΄όλόκληρη τη θάλασσα, κατά δέκα ως δώδεκα μέτρα, μάλιστα, αυτό προβλέπουν ότι θα γίνει, δεν μπορούμε πιά να το αποφύγουμε. Και δεν μπο-ρούμε να το αποφύγουμε, επειδή τα αέρια αυτά που έμειναν στην ατμόσφαιρα, μπλοκάρουν την θερμότητα που παίρνουμε απ΄τον ήλιο, και δεν την αφήνουν να επιστρέψει στο διάστημα. Πολύ ωραία πηγαίνουν τα πράγματα, μπορούμε να χειροκροτήσουμε όλοι μαζύ εν χορώ αυτές τις θαυμάσιες εξελίξεις, που μας τις φέρνουν τα πετρέλαια, τα πετροκάρβουνα και άλλα τινά. Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά οι χειμώνες τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, δεν είναι αληθινοί χειμώνες. Θυμάμαι ότι πριν από το 1970, οι χειμερινές θερμοκρασίες στη Νορ-βηγία ήσαν κάπου στους τριάντα μέχρι σαράντα βαθμούς κάτω από το μηδέν. Η χειμωνιάτι-κη Μόσχα, είχε θερμοκρασίες γύρω στους τριανταπέντε βαθμούς κάτω απ΄το μηδέν. Τι γίνε-ται τώρα ; Η Νορβηγία έχει θερμοκρασίες γύρω στους εικοσιπέντε βαθμούς, η Μόσχα μόλις πιάνει τους δεκαπέντε ή είκοσι βαθμούς κάτω από το μηδέν. Στα παλιά χρόνια, η Κεντρική Ευρώπη - όπως μου ανέφεραν Ελληνες εργαζόμενοι στη Γερμανία -είχε θερμοκρασίες της τά-ξης των τριάντα βαθμών, και κάθε χρόνο στο Νευροκόπι, ο υδράργυρος κατέβαινε στους ει-κοσιπέντε με τριανταπέντε βαθμούς, κρύο δηλαδή αφόρητο. Μάλιστα, το ρεκόρ στο Νευρο-κόπι - έτσι λέγεται - ήταν σαρανταδύο βαθμοί. Αν κάνουμε συγκρίσεις με τις τωρινές θερμοκρασίες, θα δούμε ότι έχουν ανέβει, έχουν α-νέβει πολύ. Δεκαπέντε, είκοσι βαθμούς πιό πάνω απ΄ όσο ήσαν στις προηγούμενες εποχές. Τώρα, θα ρωτήσετε ίσως : Μήπως και σε προηγούμενους καιρούς, σε προηγούμενους αιώνες, είχε παρατηρηθεί κάτι ανάλογο ; Λοιπόν, όχι, πάντοτε οι χειμώνες ήσαν αληθινοί χειμώνες, πότε πολύ βαρείς, πότε κάπως ελαφρότεροι, αλλά πάντως χειμώνες. Τι θα γίνει όταν σηκωθούν τα νερά πάνω από τα δεκα ή τα δώδεκα μέτρα ; Πόσες εκτάσεις θα καλυφθούν από τα νερά ; Ομολογώ ότι είναι αδύνατο να υπολογίσω το ποιές περιοχές και σε ποιά έκταση θα καλυφθούν από τα νερά. Ο καθένας μπορεί να κάνει κάποιες σκέψεις, ή αν θέλει, να μην σκέφτεται καθόλου το ζήτημα και στενοχωριέται.Π Α Γ Ο Ι

Ο  Τ  Α  Ν     Λ  Υ  Ω  Σ  Ο  Υ  Ν     Ο  Ι     Π  Α  Γ  Ο  Ι

Αυτή η υπόθεση επαναλαμβάνεται  κατά πολύ αραιά  διαστήματα. Εκεί  που επικρατεί το συνηθισμένο κλίμα στο Βόρειο ημισφαίριο κυρίως της γής, αρχίζει να πέφτει σιγά σιγά η θερμοκρασία - τους λόγος δεν τους ξέρω, έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις και θεωρίες - και αρχίζουν να σχηματίζονται  με βραδύ ρυθμό βέβαια, τεράστιοι όγκοι από πάγους, σε περιοχές που πρωτύτερα και επί χιλιάδες χρόνια ήσαν με σχετικά ήπιο κλίμα, ή εν πάση περιπτώσει όχι ιδιαίτερα ψυχρό. Οι πάγοι αυτοί που μπορεί να γίνουν ολόκληρα βουνά, μερικές φορές ύψους δύο και τριών χιλιάδων μέτρων καθώς ο ένας σχηματίζεται πάνω στον άλλο, ονομάζονται παγετώνες. ( Είναι σαν τους παγετώνες που και σήμερα σχηματίζονται πάνω σε πολύ ψηλά βουνά, όπως οι Αλπεις και τα  Ιμαλαϊα, όπου οι  θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, ιδιαίτερα τους χειμερινούς  μήνες ). Οι  πάγοι αυτοί  κατεβαίνουν μέχρι  την κεντρική  Ευρώπη, και ανάλογα και στις άλλες ηπείρους του Βόρειου ημισφαίριου, για το Νότιο ημισφαίριο  δεν έχω πληροφορίες, αλλά μάλλον θα πρέπει και σ΄αυτό να υπάρχουν κάποια όμοια φαινόμενα, ίσως περιορισμένα. Η κατάσταση  αυτή διαρκεί  επί πολλά  χρόνια, και ονομάζεται  « παγετωνική περίοδος ».  Το φαινόμενο αυτό των παγετωνικών  περιόδων, φαίνεται  ότι πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου ένα εκατομμύρια  χρόνια. Και επαναλαμβάνεται κατά άτακτα χρονικά διαστήματα, υπολογίζεται ότι έχουν γίνει δεκατρείς τέτοιες παγετωνικές περίοδοι.

Στο διάστημα μιάς παγετωνικής περιόδου, τα νερά του Βόρειου Ατλαντικού, παγώνουν μέχρι το ύψος της Νέας Υόρκης, και ο πάγος που καλύπτει τον ωκεανό, μπορεί να φτάσει το πάχος των τριακοσίων  μέτρων. Αποτέλεσμα αυτού  του γεγονότος, είναι  να κατέβει πολύ η στάθμη των θαλασσών για όσο διάστημα θα κρατήσει η παγετωνική περίοδος. Στο διάστημα αυτό, όλα τα έμψυχα όντα, μαζεύονται  στις περιοχές  που έχουν συνήθως  εύκρατα κλίματα,  αλλά και σ΄αυτά η μέση θερμοκρασία πέφτει στους έξι βαθμούς πάνω από το μηδέν.

Η παγετωνική περίοδος  τελειώνει κάποτε, ο ήλιος αρχίζει πάλι να ζεσταίνει, και σιγά σιγά, τα πράγματα  επανέρχονται στο  κανονικό. ( Φαίνεται, ότι η  τελευταία παγετωνική περίοδος, έληξε πριν από  δέκα ή δώδεκα χιλιάδες χρόνια, και οι επιστήμονες λένε ότι δεν θα έλθει άλλη, αυτή ήταν  η τελευταία ). Με τη λήξη  της παγετωνικής περιόδου, οι πάγοι με το τεράστιο πάχος, αρχίζουν να λυώνουν, και το νερό που προκύπτει, φουσκώνει πάλι τη θάλασσα κατά το ίδιο ύψος που  είχε κατέβει την παγετωνική  περίοδο, και πλημμυρίζουν  όλα τα χαμηλά σημεία της γής.

Καινούργια παγετωνική περίοδος λοιπόν δεν θα ξανάρθει, καλό αυτό για κείνους που είναι ευαίσθητοι στο  κρύο και δεν ανέχονται χαμηλές θερμοκρασίες. Αλλά αν  δεν θα έχουμε σχηματισμό πάγων, φαίνεται ότι σε όχι πολύ μακρυνό καιρό, θα έχουμε το ακριβώς αντίθετο : Το λυώσιμο τεράστιων ποσοτήτων πάγων, όχι μόνο στο Βόρειο ημισφαίριο, αλλά και στο Νότιο, και μάλλον  με τα ίδια  αποτελέσματα που είχαμε  στο τέλος κάθε  παγετωνικών περιόδων, το πλημμύρισμα  των χαμηλών  περιοχών της  ξηράς. Το πώς  θα συμβεί  αυτό το  φαινόμενο, θα προσπαθήσουμε να το εξηγήσουμε αμέσως.

Εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, απ΄την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, οι άνθρωποι άρχισαν να  καίνε διάφορες ουσίες, που μπορούσαν  με την καύση τους  να αποδώσουν ενέργεια. Στην αρχή ήταν  ο λιθάνθρακας, το  πετροκάρβουνο. Όταν καίγεται το πετροκάρβουνο, παράγονται διάφορα αέρια, οξείδια του  άνθρακα, ( διοξείδιο, μονοξείδιο ), και  ίσως και μερικά άλλα σε μικρότερες ποσότητες. Αυτά τα  αέρια, μένουν εν  μέρει στην ατμόσφαιρα, ενώ το διοξείδιο του άνθρακα απορροφάται από τα δέντρα, και διασπάται πάλι σε άνθρακα και οξυγόνο. Ετσι, αποφεύγεται η μόλυνση της ατμόσφαιρας από μονίμως αδιάσπαστα αέρια.

Από τα τέλη του δέκατου  ένατου αιώνα, πριν από εκατόν είκοσι χρόνια δηλαδή, άρχισαν να χρησιμοποιούνται για παραγωγή ενέργειας και τα προϊόντα του πετρελαίου. Αυτά όμως τα καύσιμα, προκαλούν βαρειά και μόνιμη μόλυνσητης  ατμόσφαιρας, καθώς  τα αέρια που παράγονται, ( διοξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου και άλλα τινά ), δεν  διασπώνται και παραμένουν στα χαμηλά στρώματα  της ατμόσφαιρας. Στις πρώτες  δεκαετίες, κανένας δεν έδινε σημασία στο ζήτημα αυτό, αλλωστε και η κατανάλωση πετρελαιοειδών ήταν μάλλον περιορισμένη.

Από τη δεκαετία του 1930 όμως, άρχισε  να αυξάνεται αλματωδώς ο αριθμός των αυτοκινήτων, αλλά και των εργοστασιακών μονάδων και των πάσης φύσεως μηχανών εσωτερικής και εξωτερικής καύσης. Η ατμόσφαιρα σιγά αλλά σταθερά, άρχισε να επιβαρύνεται με τεράστιες ποσότητες αερίων, αυτών που αναφέρθηκαν πιό  πάνω. Και όσο προχωρούσαν τα χρόνια, τόσο και περισσότερη γινόταν η επιβάρυνση. Και κάποια στιγμή, μας ανακοίνωσαν οι ειδικοί, ότι γρήγορα θα μπαίναμε σε μιά καινούργια περίοδο, στην οποία θα εμφανιζόταν το  « φαινόμενο του θερμοκηπίου ».

Τι είναι τελοσπάντων αυτό το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που πολύ ακούμε γι αυτό, αλ-λά λίγα μας λένε περί τίνος ακριβώς πρόκειται ; Η ατμόσφαιρα - λένε  οι ειδικοί - θα ζεσταθεί τόσο πολύ, ώστε σε  κάποια κοντινή ή  κάπως μακρυνή  εποχή, θα αρχίσουν να λυώνουν - με βραδύ αλλά  σταθερό  ρυθμό - οι πάγοι που  καλύπτουν  τους πόλους, αλλά και  τα χιόνια που βρίσκονται σκορπισμένα  πάνω στα ψηλά βουνά, σε όλη την επιφάνεια της γής. Όλα αυτά, θα γίνουν νερό, και το νερό αυτό θα γεμίσει τους ποταμούς, τις λίμνες, αλλά και πιό πολύ τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Και θα γίνει  αυτό που γινότανε στη λήξη κάθε παγετωνικής περιόδου, θα υψωθεί  η στάθμη του νερού σ΄όλόκληρη τη θάλασσα, κατά οκτώ ως δέκα μέτρα, μάλιστα, αυτό  προβλέπουν ότι θα γίνει, δεν μπορούμε πιά να το αποφύγουμε. Και δεν μπορούμε να το  αποφύγουμε, επειδή  τα αέρια αυτά  που έμειναν στην ατμόσφαιρα, μπλοκάρουν την θερμότητα που παίρνουμε απ΄τον ήλιο, και δεν την αφήνουν να επιστρέψει στο διάστημα.

Πολύ ωραία πηγαίνουν τα πράγματα, μπορούμε να χειροκροτήσουμε όλοι μαζύ εν χορώ αυτές τις θαυμάσιες εξελίξεις, που μας τις φέρνουν τα πετρέλαια, τα πετροκάρβουνα και άλλα τινά. Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά οι χειμώνες  τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, δεν είναι αληθινοί χειμώνες. Θυμάμαι ότι πριν από το 1970, οι χειμερινές θερμοκρασίες στη Νορβηγία ήσαν κάπου  στους τριάντα  μέχρι  σαράντα βαθμούς κάτω από το μηδέν. Η χειμωνιάτικη Μόσχα, είχε θερμοκρασίες  γύρω στους τριανταπέντε  βαθμούς κάτω απ΄το μηδέν. Τι γίνεται τώρα ; Η Νορβηγία έχει  θερμοκρασίες γύρω στους  εικοσιπέντε βαθμούς, η Μόσχα μόλις πιάνει τους  δεκαπέντε  ή είκοσι  βαθμούς κάτω από  το μηδέν. Στα παλιά  χρόνια, η Κεντρική Ευρώπη - όπως μου ανέφεραν Ελληνες εργαζόμενοι στη Γερμανία -είχε θερμοκρασίες της τάξης των τριάντα  βαθμών, και κάθε χρόνο  στο Νευροκόπι, ο υδράργυρος κατέβαινε στους εικοσιπέντε με τριανταπέντε βαθμούς, κρύο  δηλαδή αφόρητο. Μάλιστα, το  ρεκόρ στο Νευροκόπι - έτσι λέγεται - ήταν σαρανταδύο βαθμοί.

Αν κάνουμε συγκρίσεις με τις τωρινές θερμοκρασίες, θα δούμε ότι έχουν ανέβει, έχουν ανέβει  πολύ. Δεκαπέντε, είκοσι  βαθμούς  πιό πάνω απ΄ όσο  ήσαν στις  προηγούμενες εποχές. Τώρα, θα ρωτήσετε ίσως : Μήπως και σε προηγούμενους καιρούς, σε προηγούμενους αιώνες, είχε παρατηρηθεί  κάτι ανάλογο ; Λοιπόν, όχι, πάντοτε οι χειμώνες ήσαν αληθινοί χειμώνες, πότε πολύ βαρείς, πότε κάπως ελαφρότεροι, αλλά πάντως χειμώνες.

Τι θα γίνει όταν σηκωθούν τα νερά πάνω από τα οκτώ ή τα δέκα μέτρα ; Πόσες εκτάσεις θα καλυφθούν από τα νερά ; Ομολογώ ότι είναι αδύνατο να υπολογίσω  το ποιές περιοχές και σε ποιά έκταση θα καλυφθούν από τα νερά. Ο καθένας μπορεί να κάνει κάποιες σκέψεις, ή αν θέλει, να μην σκέφτεται καθόλου το ζήτημα και στενοχωριέται.

ΑΝΑΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΙ, ΣΑΡΔΑΜ Κ.Λ.Π.

Α Ν Α Γ Ρ Α Μ Μ Α Τ Ι Σ Μ Ο Ι,   Σ Α Ρ Δ Α Μ,  Α Ν Τ Ι Σ Τ Ρ Ο Φ Ε Σ    Κ.Λ.Π.



« Ν ί ψ ο ν   α ν ο μ ή μ α τ α,  μ ή  μ ό ν α ν   ό ψ ι ν ». Τι είναι αυτό  που μας λές ; Τί σόϊ πράγμα είναι  αυτό, τρώγεται ; Ετσι θα  έλεγαν στην παλιά  αργκό, όταν θα διάβαζαν  αυτή τη φράση, διατυπωμένη σε αρχαϊζουσα γλώσσα, που ίσως δεν θα ήταν και τόσο κατανοητή παρά μόνο από εκείνους που γνώριζαν  καλά τα αρχαία  ελληνικά. Αλλά  πρέπει να τονίσουμε εδώ, ότι στα παλιά χρόνια, αυτοί  που πηγαιναν στο γυμνάσιο, ήξεραν καλά τα αρχαία ελληνικά, έστω και με τη Βυζαντινή παραλλαγή τους, όπως συμβαίνει μ΄αυτή  τη φράση που μας έρχεται κατ΄ευθείαν από το Βυζάντιο.

Αλλά ας βάλουμε  τα πράγματα σε κάποια τάξη. Εδώ πρόκειται για μιά φράση που κάπως θα την καταλάβουν και οι μη γνωρίζοντες πολλά αρχαία ελληνικά, αρκεί τουλάχιστον να ξέρουν αληθινά  ελληνικά, πράγμα  που σπανίζει  την σήμερον  ημέραν. Και αυτή  η φράση μας λέει : « Πλύνε τις  ανομίες ( σου ), όχι μόνο  το πρόσωπο ». Πολύ  σωστά, σε  τί σε ωφελεί αν πλένεις τακτικά το πρόσωπό σου, αν στο βάθος σου είσαι βρώμικος, βουτηγμένος στις ανομίες και στις αμαρτίες ;

Το πράγμα όμως δεν σταματά εδώ. Διαβάσαμε τη φράση, την καταλάβαμε, τί το ιδιαίτερο έχει αυτό το ρητό - έτσι ας το  χαρακτηρίσουμε - που έρχεται να προστεθεί σε έναν σωρό από παρόμοια ρητά που  μας δίνουν ηθικόπλαστικές συμβουλές ; Λοιπόν, έχει και συνέχεια το ζήτημα. Και τη συνέχεια αυτή θα την δούμε, όταν ξαναδιαβάσουμε τη φράση αυτή, όχι όμως με τον συνηθισμένο  τρόπο, δηλαδή  από αριστερά  προς τα  δεξιά, αλλά  ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή, από τα δεξιά προς τα  αριστερά, ακριβώς  όπως διαβάζουν οι Μεσανατολίτες, δηλαδή οι Αραβόφωνοι και οι Εβραίοι. Και όταν το κάνουμε αυτό, θα  διαπιστώσουμε - όσοι δεν το ήξεραν απ΄τα πριν - ότι διαβάζουμε  ακριβώς την ίδια φράση, απαράλλαχτα όπως είναι γραμμένη με τον κανονικό τρόπο.

Αυτή την  « ανεστραμμένη » φράση, την είχα  διαβάσει πριν από  κάπου είκοσι και πλέον χρόνια, αλλά δεν θυμάμαι πού. Είχα  επίσης διαβάσει  και την ονομασία  αυτής της αναστροφής καθώς και το ποιός την είχε γράψει. Όμως, τα έχω ξεχάσει και τα δύο, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήταν  ένας περίφημος στον  καιρό του λόγιος  Βυζαντινός. Επίσης, λέγεται ότι το ρητό αυτό, ήταν γραμμένο στην είσοδο του Ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, πληροφορία όμως που δεν μπόρεσα  να διασταυρώσω. Αν θυμάσαι  εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, πώς λέγεται αυτή η αντιστροφή και  ποιός ήταν αυτός  που την έκανε, και μάλιστα έφτιαξε εκατοντάδες τέτοιες αναστροφές, παρακαλείσαι να μου το αναφέρεις, δεν μπόρεσα πουθενά να βρώ το παραμικρό στοιχείο γι αυτά.

Μη μου πείς ότι αυτό είναι κάτι το απλό και εύκολο. Δεν είναι μόνο το ζήτημα να αναποδογυρίσεις λέξη προς λέξη μιά φράση, πρέπει αυτή η φράση να έχει και νόημα. Κι αυτό κάμνει τη δουλειά αυτή  ακόμα δυσκολότερη. Ομολογώ ότι  ούτε μέσα σε ένα χρόνο δεν θα μπορούσα να φτιάξω κάτι τέτοιο, και να σκεφτείς ότι  αυτός ο άνθρωπος έκανε του κόσμου τις ανεστραμμένες φράσεις, αυτό ήταν ένα χόμπυ του, αλλοιώς  δεν θα μπορούσε να κάτσει και να παιδεύεται με τούτα τα πράγματα.

Αυτό το πράγμα, είναι ένα από τα πολλά παιχνίδια που γίνονται με τις λέξεις και τις φράσεις. Αν δεν ξέρω την ονομασία  του τώρα, γνωρίζω άλλα παιχνίδια που γίνονται με φράσεις, όπως λ.χ. τον  « αναγραμματισμό », ένα  παιχνίδι που ήταν  πολύ της μόδας  στη Γαλλία μέχρι τον δέκατο ένατο αιώνα, και στο οποίο, αλλάζοντας  τη σειρά των  γραμμάτων σε  μιά φράση - ένα ρητό ας πούμε - βγάζεις ένα άλλο νόημα, που συχνά απαντά στην αρχική φράση. Βρήκα μερικά παραδείγματα στην εγκυκλοπαίδεια, αλλα  ήσαν στα γαλλικά  ή στα λατινικά, έτσι δεν μπορώ να παραθέσω κανένα.

Εχετε βέβαια ακούσει τον όρο  « σαρδάμ », που  από αρκετά χρόνια είναι στην κυκλοφορία. Το « σαρδάμ » είναι ένα μπέρδεμα λέξεων μέσα στη φράση, που  κάμνει κάποιος  χωρίς να το θέλει, μιά λεκτική  « γκάφα » δηλαδή. Η ετυμολογία της καινούργιας στην αργκό λέξης, προέρχεται από το όνομα  ενός πρωτοπόρου όσο και ιδιόρρυθμου  « παραγωγού » του ελληνικού  κινηματογράφου  της αρχής της  δεκαετίας του 1930, του Μαδρά. Ο Μαδράς ήταν, εκτός από παραγωγός, και σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ενδυματολόγος και κάμεραμαν, έκαμνε δηλαδή όλες τις δουλειές στο γύρισμα της ταινίας, που δεν γινόταν σε στούντιο - ελλείψει τέτοιου - αλλά στο ύπαιθρο. Ο όρος λοιπόν  « σαρδάμ », δεν είναι τίποτε άλλο από αντιστροφή του ονόματος  « Μαδράς ». Τώρα, γιατί  έγινε αυτή η αντιστροφή και  γιατί αυτό  θεωρήθηκε σαν παραδρομή της γλώσσας, δεν ξέρω. Μήπως ήταν  καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Μαδρά ; Αγνωστο. Πάντως, επικράτησε να θεωρείται κάθε ακούσια παραδρομή της γλώσσας σαν  « σαρδάμ ».

Θυμάμαι ένα  τέτοιο σαρδάμ που άκουσα πριν από κοντά τριάντα χρόνια. Ηταν τα πρώτα χρόνια της  τηλεόρασης, που πρόσφατα  είχε φτάσει  μέσω Ξηροποτάμου - όπου  είχε εγκατα-σταθεί αναμεταδότης από το Πήλιο - και στην πόλη μας. Ηταν το δελτίο ειδήσεων των δώδεκα τα μεσάνυχτα στην ΕΙΡ, αυτό ήταν το μοναδικό τότε καναλι. Στο τέλος του δελτίου, που έκλεινε και το πρόγραμμα του πομπού,ο σπήκερ των ειδήσεων τελείωνε το δελτίο, αναγγέλοντας την ώρα και τη θερμοκρασία που υπήρχε έξω από το στούντιο.

Εκείνη τη νύχτα, το δελτίο το έλεγε ένας λίαν συμπαθής εκφωνητής των ειδήσεων, πατέρας ξανθιάς σημερινής νιουσκάστερ των τηλεοπτικών  πομπών, πρόεδρο των συντακτών των εξωτερικών ειδήσεων  όλων των καναλιών, κοπέλλας  πολύ γλωσσομαθούς, με τρεις παρακαλώ γλώσσες. Ο πατέρας λοιπόν της αξιότιμης αυτής κυρίας, έκλεισε το  πρόγραμμα, λέγοντας το αμίμητο : « Η ώρα είναι δέκα υπό το μηδέν, και  η θερμοκρασία έξω  από το στούντιο είναι δώδεκα και τέταρτο ». Εχω όμως μιά υποψία : Ότι το σαρδάμ αυτό το έκανε επίτηδες ο καλός δημοσιογράφος, έτσι μου φαίνεται τώρα.

Σε μιά προεκλογική περίοδο, κάπου γύρω στο 1960. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο επιλεγόμενος  « γέρος της δημοκρατίας », έχει εκφωνήσει τον προεκλογικό του λογο στη Λάρισα, και πηγαίνει στο Βόλο όπου πρόκειται να μιλήσει στο λαό του Βόλου. Ανεβαίνει λοιπόν στον εξώστη από όπου  θα μιλήσει, και  αρχίζει με τα  εξής λόγια : « Λαέ της Λάρίσης ! ». Παρακείμενος συνοδός του πολιτικού, σκύβει και του λεει : « Mα κύριε  πρόεδρε, βρισκόμαστε τώρα στο Βόλο ». Ο Παπανδρεόυ επαναλαμβάνει - αφηρημένος και με τις εντυπώσεις του ακόμα από τη συγκέντρωση της Λάρισας - την ίδια πάλι προσφώνηση : « Λαέ της Λαρίσης ! ». Ξανά ο συνοδός του λέει  χαμηλόφωνα : « Κύριε πρόεδρε, σας είπα, τώρα είμαστε  στο Βόλο ». Και τότε, ο Παπανδρεου που  αντελήφθηκε το  λάθος του, και καθως ήταν πάντα ετοιμόλογος, συνέχισε : « Λαέ της Λαρίσης ! Επρεπε να  ήσουν εδώ για να δείς αυτή την μεγαλειώδη συγκέντρωση και να ζηλέψεις τον όγκο της  ».

Μερικά ακόμη σαρδάμ τώρα. Λέει τη φράση : « Το Δελφείο των Μαντών ». Είναι εύκολο να μπερδέψεις  εδώ τη φράση, ακόμα  κι αυτός που την ακούει, μάλλον δεν θα καταλάβει την αλλαγή. « Το μαξιλό χαμηλαράκι ». « Μάς  α π α γ ό ρ ε υ ε   και μείς γράφαμε ». « Στου κουφού τη  β ρ ό ν τ α, όσο θέλεις  π ό ρ τ α ».« Με έχει φέρει στο χείλος της  Α ν α β ύ σ σ ο υ ».

Από τη συλλογή του Αθανάσιου Φωτιάδη  « Το περιβόλι με τους μαργαρίτες », του 1966, σταχυολογώ τα παρακάτω.

« Στην προφορά των αγγλικών δεν είναι καλή, α λ λ ά  στο λεξιλόγιο υστερεί ».

« Αυτός ηβάδιζεν  και εγώ ηκκούμπων επάνω του ». « Έγινε  σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ά  της εικόνος ».  « Τα ισόβια της Θεοτόκου ».  « Το πλοίο ανεχώρησε  κ α τ ά  τις  9  α κ ρ ι β ώ ς ».

« Δεν με αγαπά όπως  π ρ ώ η ν ». « Είναι  σ χ ε δ ό ν   π ο λ ύ  υπέροχος ». « Αυτός, ούτε πίνει ούτε καπνίζει, είναι                         σ υ γ κ ρ α τ ή ς ». « Έβαλαν και ποινικήν  μ ή τ ρ α ν ».
« Μέχρι να πεθάνει, θα τον  πί π τ ε ι  η  συνείδησις ». « Έμαθα    π ι θ α ν ό τ α τ ε ς  πληροφορίες ». « Οικονομικώς, είμαι                  δ υ σ χ ε ρ ή ς ». « Λόγω  των τελευταίων  γεγονότων,                     θ ο ρ υ β ο π ο ι η θ ή κ α μ ε  όλοι στο σπίτι ».

Πολλά σαρδάμ γίνονται από εκφωνητές ραδιοφωνικών σταθμών, όχι επειδή πάσχουν από έλλειψη μόρφωσης αλλά διότι μπερδεύουν ασυναίσθητα τα λόγια τους. Σε κάποιο βαθμό, αυτό μπορεί να  συμβαίνει και με  τους τηλεοπτικούς  εκφωνητές. Ένα  παράδειγμα : Έγινε στην τάδε εκκλησία, λειτουργία,                       χ ο ρ ο π η δ ο ύ ν τ ο ς  του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Χ.



ΝΑ΄ΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ " ΤΟΝΓΚΑΣ " !

Ν  Α ΄  Τ  Α  Ν     Η     Ε  Π  Ο  Χ  Η     Τ  Η  Σ     « Τ  Ο  Ν  Γ  Κ  Α  Σ  »   !



Μιά φορά κι έναν  καιρό, ήταν  η εποχή που  σουπερμάρκετς δεν  υπήρχαν στη  χώρα μας και ίσως μονάχα  στις Πολιτείες τα έβρισκες. Πότε ήταν αυτή  η εποχή ; Οχι πολύ μακρυνή από την τωρινή, άντε να πούμε  καμμια εικοσιπενταριά ή το πολύ τριάντα χρόνια. Κι αν δεν είχε σουπερμάρκετς, από  πού αγόραζαν οι άνθρωποι της χώρας μας και της ειδικώτερα της πόλης μας τα τρόφιμά  που χρειαζόντουσαν ; Από τα  παντοπωλεία, που όπως το λέει η λέξη,  έπρεπε να  «πουλάνε τα πάντα ».

Δεν είχαν βέβαια τα πάντα, κανένα κατάστημα, ούτε και τα  σημερινά πολυκαταστήματα, μπορούν να πουλάνε τα  « πάντα ». Αυτά που είχαν τα παντοπωλεία, ήσαν πολύ περιορισμένα σε αριθμό, παρά το πομπώδες όνομα των μαγαζιών αυτών που μερικά από αυτά είχαν και ένα άλλο όνομα, το  « Εδώδιμα και αποικιακά », πιό  εκλεπτυσμένο σε σχέση  με το παντοπωλείο, και πολύ πιό ελληνικό από το τουρκογενές όνομα  «μπακάλικο » που είχαν τα παντοπωλεία.

Τα παντοπωλεία εκείνα  που τα λέγαμε  απλά μπακάλικα, ήσαν μικρομάγαζα  στη μεγάλη πλειοψηφία τους. Μόνο μερικά που ήσαν στο κέντρο  της πόλης - εννοώ εδώ  της πόλης μας - ήσαν κάποιου μεγεθους και είχαν και κάπως περισσότερα  πράγματα προς πώληση. Τα πολλά τέτοια μαγαζιά, ήσαν στους συνοικισμούς και σε κάποιες απόμερες περιοχές του κέντρου, μακρυά όμως από  την αγορά. Ησαν τα  πολλά μικρομπακάλικα  της γειτονιάς, από τα οποία συνήθως ψώνιζαν οι νοικοκυρές των παλιών εποχών.

Στα μικρά αυτά απόμερα από την αγορά παντοπωλεία, υπήρχε και ένας ιδιαίτερος τροπος πληρωμής των αγοραζόμενων  πραγμάτων. Ηταν η επί πιστώσει αγορά, δηλαδή αυτό που λαϊκά το λέγανε « βερεσέ ». Ένα βερεσέ σύστημα, που χρειαζότανε όμως μιά γρήγορη εξώφληση του λογαριασμού, ας πούμε μέσα σε λίγες μέρες, όχι περισσότερο, καθώς  τα αποθεματικά του μπακάλη για ανανέωση των προϊόντων που  πουλούσε ήσαν  περοιρισμένα. Αν και αυτός μπορούσε να προμηθεύεται  τα εμπορεύματά του επι πιστώσει από τους εμπόρους, βερεσέ δηλαδή.  Και μέχρι να εξωφληθεί ο λογαριασμός αυτός που άνοιγε  η νοικοκυρά, το οφειλόμενο ποσό γραφότανε στο κλασσικό της εποχής εκείνης  « τεφτέρι ».

Αυτό το σύστημα του βερεσέ - τουρκική λέξη κι αυτή - ήταν από πολύ παλιά, ίσως από αιώνες. Όταν δεν έχεις μιά ορισμένη ημερομηνία που θα εισπράξεις το μισθό σου ή ότι άλλο έχεις προς είσπραξη, όταν κι εσύ πουλάς επί πιστώσει - αυτός είναι ο ελληνικός όρος - τότε θα πρέπει να εισπράτεις πρώτα από αυτούς που έχεις λαμβάνειν, κι ύστερα να πάς από μαγαζί σε μαγαζί να πληρώσεις τα  οφειλόμενα. Κι αν  δεν μπορείς να  τα δώσεις όλα - που είναι και το συνηθισμένο - δίνεις ένα μέρος από τα χρωστούμενα, που αφαιρούνται από το λογαριασμό των οφειλών. Τα υπόλοιπα θα τα δώσεις εν καιρώ, όταν θα έχεις μετρητά, όταν θα εισπράξεις και σύ από  εκείνους που έχεις  γραμμένους στα  τεφτέρια σου. Και εν τω μεταξύ, έχοντας ανάγκη από καινούργιες αγορές και προτού εξωφλήσεις τα παλιά, πρσθέτεις τα καινούργια στο λογαριασμό σου.

Περισσότερο αυτό το σύστημα εφαρμοζότανε στο νομό μας. Επειδή οι αγρότες που κατά κύριο λόγο καλλιεργούσαν καπνά και εισέπραταν μιά φορά το χρόνο στη λεγόμενη  « καπνοπούληση », ή αργοτερα  και σε μιά άλλη  περίοδο προκαταβολών - έτσι θα το πώ γιατί δεν θυμάμαι ακριβώς τη  λέξη - μόνο σ΄αυτές τις περιόδους είχαν χρήματα. Και ενώ ολόκληρη τη χρονιά ψωνίζανε  βερεσέ και γέμιζαν τα κιτάπια των μαγαζάτορων μ΄αυτά, ερχόταν η περίοδος των πληρωμών, και τότε περνώντας από μαγαζί σε  μαγαζί, εξωφλούσαν τα βερεσέδια ολόκληρης της χρονιάς.

Ο τρόπος αυτός αποπληρωμής των χρεών προς τους  μαγαζάτορες, ήταν ο πιό συχνός για πολλούς από τους συντοπίτες  μας. Και στη συντριπτική πλειοψηφια τους, πλήρωναν τα όσα χρωστούσαν και δεν άφηναν υπόλοιπα, εκτός από τα λίγα που δεν  μπορούσαν να πληρώσουν και τα άφηναν για αργότερα. Υπήρχε όμως και μιά μερίδα αγοραστών, που ήσαν όπως τους έλεγαν  « κακοπληρωτές », με το ζόρι  μπορούσες να τους αποσπάσεις κάποια χρήματα από τα οφειλόμενα.

Φυσικά, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν καθόλου  καλή φήμη στην  αγορά, και οι μαγαζάτορες αποφεύγανε να τους δίνουν  εμπορεύματα επί  πιστώσει. Και  λεγότανε στην  περίπτωση που δεν πληρώνανε  τα χρωστούμενα, ότι  άφηναν  « τόνγκα », αυτός ήταν ο όρος που συνήθως μεταχειριζότανε ο κόσμος σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι άνθρωποι που  άφηναν  « τόνγκα » στα μαγαζιά, έφερναν  διάφορες δικαιολογίες για  τη συμπεριφορά τους  αυτή, κάποτε δικαιολογημένη λογω  « αφραγκίας » - άλλος  όρος της  εποχής - συνήθως όμως  δεν υπήρχε καμμιά δικαιολογία.

Αλλά δεν υπήρχε μονάχα η  « τόνγκα » την εποχή εκείνη την παλιά. Ένας άλλος όρος που χρησιμοποιούσαν τότε για τους απρόθυμους να εξοφλούν τις χρηματικές υποχρεώσεις που είχαν έναντι των αγορών που έκαμναν, ήταν και το  « μπαταχτσήδες », που  είναι κι αυτή λέξη του τουρκικού  λεξιλογίου, και σημαίνει  επίσης τους  κακοπληρωτές ή  τους μηδέποτε εξοφλούντες τα χρέη τους. Μάλιστα, πολύ περισσότερο χρησιμοποιούσαν τω καιρώ εκείνω τη λέξη αυτή παρά  την  « τόνγκα », που μάλλον  ανήκε στην  αργκώ, την ιδιαίτεη  μορφή ομιλίας, που έρχεται σε κάποιον καιρό και εξαφανίζεται κατόπιν. Για να  αντικατασταθεί με μια άλλη αργκώ, που κι αυτή θα δώσει τη θέση σε άλλη μεταγενέστερη.

Πρέπει εδώ να προστεθεί,, ότι όταν ένας μαγαζάτορας, ένας μπακάλης, είχε λανβάνειν από κάποιον κακοπληρωτή πελάτη του, δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να εισπράξει τα οφειλόμενα, δεν μπορούσε να τα διεκδικήσει μεσω καποιας νομικής οδού. Κι αυτό που μόνο μπορούσε να κάνει, ήταν να μην ξαναδώσει  εμπόρευμα σ΄αυτόν τον  « μπαταχτσή ». Και ίσως να αφήσει να  διαρρεύσει στην  αγορά της πόλης  και της γειτονιάς  του, ότι δεν  πρέπει να του έχουν εμπιστοσύνη, ότι είναι ένας  « μπαταχτσής ».

Πολύ όμορφη  πάντως  εκείνη η εποχή για  τους μπαταχτσήδες  και εκείνους  που άφηναν  « τόνγκα » στους οφείλοντες τα χρέη τους. Δυστυχώς γι αυτούς, σήμερα τέτοιου είδους κακοπληρωτές δεν  μπορούν να υπάρχουν, δεν σου  δίνουν τίποτε επί πιστώσει. Μπαίνεις στο σουπερμάρκετ, βάζεις στο καλάθι αυτά που προμηθεύτηκες, και αναγκαστικα - εκών  άκων - πρέπει να περάσεις απο το ταμείο, αλλοιώς δεν γίνεται. Τέρμα τα μπαταχτσηλίκια και οι τόνγκες λοιπόν. Στο παρελθόν ανήκουν, που πίσω δεν γυρνά.





ΦΑΣΟΥΛΙ ΤΟ ΦΑΣΟΥΛΙ, ΓΕΜΙΖΕΙ ΤΟ ΣΑΚΚΟΥΛΙ

Φ Α Σ Ο Υ Λ Ι    Τ Ο   Φ Α Σ Ο Υ Λ Ι,   Γ Ε Μ Ι Ζ Ε Ι    Τ Ο    Σ Α Κ Κ Ο Υ Λ Ι

Είδαμε σε άλλη περίπτωση με ποιό τρόπο  α δ ε ι ά ζ ε ι  το σακκούλι κατ΄αντιστροφή του λαϊκού ρητού. Καιρός τώρα να δούμε σε λεπτομερή  ανάπτυξη, πώς μπορούμε να κάνουμε να γεμίσει το σακκούλι  με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή φασούλι το φασούλι, όπως ακριβώς το διατυπώνει η παροιμία. Και η έννοια της παροιμίας είναι απόλυτα σαφής : Για να μαζέψεις χρήματα ή οτιδήποτε άλλο, είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό σιγά σιγά, με υπομονή. Ας κάνουμε λοιπόν μιά προσπάθεια να δούμε με ποιό  « αργό » και υπομονετικο τρόπο, θα μπορούσαμε να επαληθεύσουμε αυτή την παροιμία.

Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν μικρής οικονομικής επιφάνειας άνθρωπο - στους μεγάλης οικονομικής  επιφάνειας, μάλλον  δεν έχει εφαρμογή  η παροιμία, δεν  τα μαζεύουν  αυτοί φασούλι το φασούλι - και ας δούμε με ποιόν τρόπο τα  « φασόλια » που θα μαζεύει επί πολύ καιρό, θα μπορέσουν να του  γεμίσουν ένα μικρό  σακκούλι, να του δώσουν τουτέστιν μιά σχετικά καλή αποταμίευση.

Μέσα στις καθημερινές ανάγκες, υπάρχουν έξοδα που είναι ανελαστικά, έτσι όπως τα χαρακτηρίζουν οι υπουργοί των οικονομικών  στους προϋπολογισμούς  του κράτους. Υπάρχουν τα έξοδα διατροφής, στα οποία δεν είναι  εύκολο να κάνεις  οικονομίες - τα κάποια  « φασόλια » που θα  βάλει ο άνθρωπός  μας στην πάντα, για να συμβάλουν στο γέμισμα του  « σακκουλιού ». Σωστό είναι να τα παρατήσουμε αυτά, τουλάχιστον προς το παρόν.

Τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης δεν είναι τόσο ανελαστικά, μπορεί να κάνει κάποιες περικοπές, να εξοικονομήσει  κάποια - έστω και λίγα - « φασόλια » - από αυτά  τα έξοδα. Ρούχα που χρειάζονται απαραιτήτως για να  ανταπεξέρχεται στις ψυχρές  τουλάχιστον περιόδους της χρονιάς, δύσκολα  θα αποφύγει να τα  προμηθευτεί, ένα μπουφάν, ένα παλτό. Αλλά, ποιά η ανάγκη να ανανεώνει κάθε τόσο αυτά τα  ρούχα, μπορεί θαυμάσια να τα αφήσει να παλιώσουν αρκετά - δεν λέμε βέβαια να γίνουν κουρέλια - και κατόπιν  να τα αντικαταστήσει, σωστή δεν είναι αυτή η ιδέα ; Πρόκειται  για έξοδο που ο περιορισμός του είναι απόλυτα λογικός, δεν είναι ανάγκη να κυκλοφορούμε πάντοτε με ολοκαίνουργια ρούχα, δεν είμαστε νεόπλουτοι. Και τι θα μας αποδώσει  αυτή η οικονομία από την ενδυμασία, αλλά και από την συχνή αλλαγή υποδημάτων, που δεν  είναι απαραίτητο  να τα έχουμε σε  μεγάλη ποικιλία σχεδίων και χρωμάτων ; Ας πούμε - εντελώς  κατά αδρή προσέγγιση - τριάντα  χιλιάδες δραχμές το χρόνο, πολλά έβαλα ; Αν είναι  σωστό αυτό το νούμερο, τότε  μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια θα έχει ο άνθρωπός μας, ένα περίσσευμα  της τάξης  των επτακοσίων πενήντα χιλιάδων δραχμών. ( Εδώ θα απόφύγω να τα μετατρέψω σε Ευρώ, θα μπερδευτεί πολύ η κατάσταση ).

Αλλά καιρός να φύγουμε από τα ρούχα και τα παπούτσια, δεν θα κολλήσουμε σ΄αυτά. Ας ασχολήθούμε τώρα με  είδη καθημερινής  κατανάλωσης. Τα τρόφιμα. Πόσες φορές τη βδομάδα τρώμε  κρέας, που θεωρείται σαν ένα απ΄ τα ακριβώτερα  τρόφιμα ; Δυό  φορές ; Κατεβαίνουμε στη  μία. Αν πάλι τρώμε μιά φορά τη  βδομάδα, κατεβαίνουμε στη μιά  φορά κάθε δυό βδομάδες. Κέρδος για  τον μήνα δυό ως τέσσερις αγορές τον μήνα, δηλαδή περίπου τρεις μέχρι έξι χιλιάδες δραχμές, δηλαδή  το χρόνο τριαντα έξι  μέχρι εβδομήντα  χιλιάδες, ας βάλουμε το κατώτερο των τριαντα έξι χιλιάδων. Επί εικοσιπέντε χρόνια μας κάνει εννιακόσιες χιλιάδες δραχμές. Αυτά ως προς το κρέας, που το υπολογίσαμε χαμηλά, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές.

Το ψωμί δεν μπορούμε να το  περιορίσουμε. Πρώτον  επειδή είναι η  βάση της διατροφής των  χαμηλά  αμοιβόμενων  εργαζόμενων, και  δεύτερον, επειδή  είναι  φτηνό, δεν  θα έχουμε καμμιά αξιόλογη  εξοικονόμηση  χρημάτων απ΄ αυτό. Υπάρχουν  όμως άλλα. Τα  φρούτα. Με λίγη προσπάθεια, και χωρίς να στερηθούμε  τις βιταμίνες  που μας παρέχουν, θα μπορέσουμε να εξοικονομήσουμε  ένα εκατοστάρι  την ημέρα, που  μας κάνει τρεις χιλιάδες τον μήνα, τριάντα έξι χιλιάδες το χρόνο, εννιακόσιες χιλιάδες στα εικοσιπέντε χρόνια.

Τα τσιγάρα. Γιατί να καπνίζουμε δύο πακέτα την ημέρα ; ( Κανονικά δεν θα πρέπει να καπνίζουμε καθόλου βλάπτει σοβαρώτατα την υγεία ). Μας φτάνει ένα πακέτο, λίγη θέληση και το πετύχαμε. Πόσο όφελος προκύπτει  από το ένα πακέτο  λιγότερο ; Πεντακόσιες δραχμές τη μέρα, δεκαπέντε χιλιάδες τον μήνα, εκατόν ογδόντα χιλιάδες το χρόνο, τεσσεράμισυ εκατομμύρια στα εικοσιπέντε χρόνια, αυτή κι αν είναι οικονομία !

Ο άνθρωπος - αυτός που πήραμε πρόχειρα σαν παράδειγμα - πίνει δυό  καφέδες τη μέρα. Κόβει τον έναν καφέ, κέρδος  διακόσιες δραχμές ημερησίως. ( Δεν υπολογίσαμε καφέδες των πεντακοσίων δραχμών, δεν  πηγαίνει ο άνθρωπός μας  σε τέτοια  κέντρα ). Εξι χιλιάδες το μήνα, εβδομήντα δύο χιλιάδες το χρόνο, ένα  εκατομμύριο οκτακόσιες  χιλιάδες στα εικοσιπέντε χρόνια. Να κάνουμε τώρα μιά σούμα, μήπως  και χάσουμε αργότερα το λογαριασμό. Όλα αυτά που είπαμε, μας κάνουν το όχι ασήμαντο για έναν μέτριου οικονομικού επιπέδου άνθρωπο, των επτά εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων δραχμών, κι όλα αυτά χωρίς να λογαριάσουμε τους τόκους τόσων ετών, που με τους  ανατοκισμούς θα πήγαιναν ενδεχομένως το ποσόν στα δέκα εκατομμύρια.

Ο άνθρωπός μας, έχει την κακή συνήθεια να αγοράζει μιά εφημερίδα την ημέρα, δεν του φτάνουν τα χάλια του, θέλει  και εφημερίδα, μήπως  νομίζει ότι ο  εκδότης της εφημερίδας θα του στήσει άγαλμα ; Λοιπον, διακόσιες δραχμές - βάζουμε τις πιό φτηνές εφημερίδες - την ημέρα, έξι χιλιάδες τον μήνα, εβδομήντα δύο χιλιάδες το χρόνο, εννιακόσιες χιλιάδες στα εικοσιπέντε χρόνια.

Ποιά η ανάγκη να παίζει όλη μέρα η τηλεόραση και να καίνε πολλές ηλεκτρικές λάμπες ; Να έχουμε  τηλεόραση και ραδιόφωνο  ανοικτά, για  όσο τα χρειαζόμαστε, όχι  να παίζουν άσκοπα. Θα προκύψει κάποια οικονομία στο ρεύμα, αυτή δεν μπορώ να την ξέρω, ας πούμε ότι είναι τρεις χιλιάδες το μήνα, τριανταέξι χιλιάδες το χρόνο, εννιακόσιες χιλιάδες τα εικοσιπέντε χρόνια.

Τις Κυριακές έχει τη συνήθεια να πηγαίνει σε κάποιο αθλητικό παιχνίδι. Άλλες έξι χιλιάδες για τις τέσσερις Κυριακές, ας καθήσει  να δεί αθλητικά γεγονότα  στην τηλεόραση, υπάρχουν πολλές φορές το μήνα, πολύ περισσότερα από όσα βλέπει ο ίδιος διά της παρουσίας του. Πενήντα χιλιάδες το χρόνο - το  καλοκαίρι δεν  είναι σαιζόν  πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου, μπάσκετ κ.λ.π. Ένα εκατομμύριο και διακόσιες πενήντα χιλιάδες στα εικοσιπέντε χρόνια. Ας τα  προσθέσουμε  κι αυτά στα προηγούμενα, να  δούμε  πού έχει φτάσει η αποταμίευσή του. Λοιπόν, έφτασε τα δέκα εκατομμύρια  εννιακόσιες χιλιάδες, αν βάλουμε και τόκους και ανατοκισμούς, να΄τα που έγιναν δεκαπέντε εκατομμύρια.

Ασφαλώς υπάρχουν  και άλλες πηγές από τις οποίες θα μπορούσε να κάνει οικονομίες, αποφεύγοντας τις σπατάλες, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μου έρχονται στο νού. Βοηθήστε τον και σεις λιγάκι, αξίζει τον κόπο, νομίζω ότι εύκολα θα πιάσει τα εικοσιπέντε εκατομμύρια. ( Υπολογιζομένων πάντοτε των τόκων και επιτοκίων ).

Πολλοί θα γελάσουν μ΄αυτά τα νούμερα. Λοιπόν, μ΄αυτούς τους τρόπους έκαναν τις τεράστιες περιουσίες τους ο Αβέρωφ, ο Ζάππας, ο Σίνας  και πολλοί  άλλοι. Ότι περίσσευαν, το έβαζαν στην άκρη. Μόλις γινότανε κάποιο  υπολογίσιμο ποσό, άνοιγαν μιά  δική τους δουλειά, αυτό το κεφάλαιο δεν το είχαν ποτέ για κατανάλωση, μόνο  για επέκταση  της δουλειάς τους. Μάλιστα, έτρωγαν μόνο  ψωμί κι εληές για τα πρώτα δύσκολα χρόνια στην ξενητιά. Ηταν ακριβώς η εφαρμογή του λαϊκού γνωμικού  « φασούλι το  φασούλι, γεμίζει το σακκούλι », όχι μέσα σε πολύ μικρό διαστημα και με σπατάλες, που όχι μόνο δεν γεμίζουν το σακκούλι, αλλά το αδειάζουν, και μάλιστα γρήγορα.

Τον άνθρωπό  μας τον κάναμε  εκατομμυριούχο  με το έτσι  και με το αλλοιώς. Τώρα, θα μου πειτε, ότι  μιά τέτοια ζωή  που του επιβάλαμε να κάνει, είναι για τα πανηγύρια, Ο άνθρωπος θα στερηθεί τις μικρές απολαύσεις που νοστιμίζουν τη ζωή, για να αποκτήσει ένα σχετικά μέτριο κεφάλαιο  μετά από  εικοσιπέντε  χρόνια, τα καλύτερα  χρόνια του. Μάλιστα, έχετε δίκαιο, αλλά  τι να γίνει ; Οι  Γάλλοι έχουν μιά παροιμία που λέει : « Για να κάνεις ομελέττα, πρέπει να  σπάσεις  αυγά ». Εδώ όμως  φαίνεται ότι το  παρακάναμε στο  σπάσιμο των αυγών, και ίσως δεν μας βγήκε και σωστή η ομελέττα.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ " ΤΕΚΜΗΡΙΑ "

Σ  Χ  Ε  Τ  Ι  Κ  Α     Μ  Ε     Κ  Α  Π  Ο  Ι  Α    «  Τ  Ε  Κ Μ  Η  Ρ  Ι  Α  »



Κατά την πάγια συνήθειά μας, θα  το αρχίσουμε  το θέμα από  τις αρχές του, από τίς εποχές των  πρωτόγονων  ανθρώπων. Που ζούσαν - όπως  το έχουμε πεί  πολλές  φορές, μέχρι που έγινε βαρετό - μέσα  σε σπηλιές, και πιό ύστερα  σε πρόχειρες καλύβες  από κλαριά δεντρων. Και το είπαμε και  στις άλλες περιπτώσεις, θα το ξαναπούμε και τώρα, αν και η επανάληψη των ίδιων πραγμάτων κουράζει τον αναγνώστη κατά κανόνα.

Περί τίνος  πρόκειται ; Κι αυτό το έχουμε  πεί, περί των νόμων  που έβαλαν οι άνθρωποι από πρώτη αρχή στις πολύ στενές κοινωνίες τους, και  αργότερα, όσο  κυλούσε ο καιρός, και σε όλο και πιό  μεγαλύτερες. Νόμους  που κάποιοι πιό  αξιοσέβαστοι από  τους άλλους, τους σκεφτόντουσαν, και κατόπιν τους έβαζαν σε εφαρμογή. Που προβλέπανε ποιές πράξεις ήσαν έξω από τα επιτρεπτά  όρια, και ποινές έπρεπε  να επιβάλονται  στους παραβάτες. Και με την πάροδο των εποχών, οι  νόμοι αυτοί  διαρκώς άλλαζαν, καθώς  άλλαζαν και οι  συνθήκες που υπήρχαν στις τότε κοινωνίες.

Επί χιλιάδες χρόνια, οι νόμοι αυτοί ήσαν  άγραφοι, και  ο λόγος που ήσαν άγραφοι, είναι πολύ απλός. Δεν  είχε μέχρι τότε  ανακαλυφθεί  κανένα σύστημα  γραφής, έτσι  ώστε να γράψουν τους νόμους  αυτούς και όλα  τα σχετικά μ ε την εφαρμογή  τους. Όμως, κάποτε βρέθηκαν συστήματα γραφής και μάλιστα πολλών  ειδών, κι αυτά τα συστήματα, όλο και άλλαζαν, καινούργιοι τρόποι  γραφής βρισκόντουσαν, που έκαμναν  πιό εύκολη  τη διατύπωση και την ανάγνωση των  κειμένων. Φυσικά, το γράψιμο και το διάβασμα των γραπτών εκείνων, δεν ήταν δουλειά του οποιουδήποτε, λιγοστοί  ήσαν εκείνοι που μπορούσαν να διαβάσουν, και αυ-τοί γινόντουσαν οι πρώτοι  « δημόσιοι » υπάλληλοι.

Όταν έχεις όμως πολλούς  νόμους, που άλλοι  είναι παλιοί κι άλλοι καινούργιοι, δημιουργείται μάλλον  σύγχυση, είναι  κάτι σαν  σκόρπια  διαδήλωση. Και  ανάγκη λοιπόν  ήταν, να μπούν σε κάποια σειρά, να  « κωδικοποιηθούν », κατά τη σύγχρονη έκφραση. Ετσι, δημιουργήθηκαν σύνολα νόμων, οι  νομοθεσίες. Και με  την πάροδο των  καιρών, όλο και φύτρωναν καινούργιες νομοθεσίες, πράγμα που δημιούργησε συν τω χρόνω και τη ανάγκη να υπάρχουν κάποιοι ειδικοί πάνω  στις ερμηνείες των διαφόρων νόμων, την διευκρίνηση κάποιων δυσκολιών στην εφαρμογή τους, και ορισμένων άλλων εμποδίων που παρουσιαζόντουσαν στην α-ονομή της δικαιοσύνης.

Και ήλθε κάποτε η ανάγκη, πολύ καιρό ύστερα - ας πούμε τους τελευταίους πέντε έξι αιώνες - να δημιουργηθούν και σχολές, που μοναδικό σκοπό τους είχαν, τη διδασκαλία των νόμων από ειδικούς δασκάλους. Οι σχολές αυτές, μπήκαν στα πρώτα πανεπιστήμια, και η νομική επιστήμη απόχτησε υψηλή  θέση στον τομέα  της γνώσης. Ισως τότε να  ήλθε και η εποχή - ή και πολύ νωρίτερα, δεν κατέχω  το θέμα - να διατυπωθούν τα πολύ γνωστά  « νομικά θέσφατα », που αρκετά συχνά ακούμε να αναφέρονται.

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, η λέξη  « θέσφατο », σήμαινε κατ΄αρχάς το λόγο ενός θεού. Σαν συνέπεια αυτής της ερμηνείας, δήλωνε και την  « προφητική ρήση », το  « χρησμό », την  ( θεία ) εντολή. Σύμφωνα μ΄αυτή την ερμηνεία, το  « νομικό θέσφατο », θα πρέπει να ερμηνεύεται σαν  « νομικός χρησμός », αυτή νομίζω ότι είναι η καλλίτερη απόδοση της έννοιας του νομικού αυτού όρου, αν κάποιος έχει άλλη ερμηνεία, ευχαρίστως θα την ακούσω.

Δεν ξέρω πόσα ακριβώς είναι αυτά τα  « νομικά θέσφατα », εξ άλλου ίσως δεν υπάρχει επίσημα κανένα  συγκεκριμένο νούμερο. Κάποιος νομικός  κανονας που  είναι αποδεκτός από όλους, να μπορεί να πάρει την ονομασία αυτή. Όμως, εδώ θα ασχοληθούμε με ένα μόνο θέσφατο, το πιό ίσως γνωστό και συχνότερα χρησιμοποιούμενο. Που είναι  « τo τεκμήριο της αθωώτητας », αυτό θα μας απασχολήσει, ενώ τα άλλα θα τα αφήσουμε κατά μέρος.

Τί είναι αυτό  το  « τεκμήριο της αθωώτητας », που τόσο  πολύ ακούγεται τους τελευταίους καιρούς, στους οποίους τα δικαστικά έχουν  ίσως την πρώτη  θέση στην ειδησεογραφία ;  Με πολύ λίγα λόγια, και για όσους βέβαια δεν το ξέρουν καλά ή καθόλου, πρόκειται περί του εξής : Προτού να τελειώσει μιά δίκη, ο άνθρωπος  που κατηγορείται και  κάθεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου, παραμένει  αθώος. Μέχρι να βγεί η καταδικαστική απόφαση. Κανένας δεν μπορεί να τον θεωρεί ένοχο της συγκεκριμένης πράξης για την οποία κατηγορείται, πριν από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Και μόνο μετά από  την ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης που θα είναι  καταδικαστική - έστω και μόνο  της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς προσφυγή  στο Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο - μπορεί ο καθένας να τον θεωρεί ένοχο. Αυτή είναι η ερμηνεία του θέσφατου αυτού. Ο καθένας λοιπόν είναι αθώος, μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Πολύ λογικό είναι  αυτό. Δεν μπορεί ο καθένας στα καλά καθούμενα - και ειδικά οι υπηρετούντες το δημοσιογραφικό  επάγγελμα ( ή λειτούργημα, όπως  θέλουν να το ονομάζουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι ), να  εκτοξεύει κατηγορίες  κατά ενός  ανθρώπου  και να τον καταδικάζει εμμέσως πλήν  σαφώς, χωρίς να έχει αυτός  περάσει από  τη νόμιμη δικαστική διαδικασία. Με φήμες μονάχα, δεν μπορεί  να δημιουργείται  κλίμα σε βάρος  κάποιου, έστω κι αν όλες ή πολλές ενδείξεις τον καθιστούν ύποπτο κάποιας παραβατικότητας.

Δεκτόν λοιπόν το τεκμήριο της αθωώτητας, καμμιά αντίρρηση. Αυτό ξέραμε εδώ στη χώρα μας μέχρι τα τελευταία χρόνια. Είναι όμως έτσι τα πράγματα αυτή την εποχή ; Ιδού ένα ερώτημα, στο οποίο θα δώσω μιά εντελώς αυθαίρετη απάντηση, στην οποία βέβαια θα αντιταχθούν όλοι  οι νομικοί εν σώματι, και  με στεντόρεια  φωνή θα διαμαρτυρηθούν  έντονα. Δεν μπορούν να δεχτούν  με κανένα τρόπο, μιά  θέση που εκ των  πραγμάτων  είναι εντελώς ανατρεπτική σε σχέση με τα από όλους θεωρούμενα σαν σωστά και μή  επιδεχόμενα αντίρρηση.

Θα το πάω στη αρχή σε έναν άλλο διαφορετικό  τομέα. Στην  υπόθεση μιά εγκληματικής πράξης, μιάς δολοφονίας. Τη διαλεύκανση  της οποίας, αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Ποιές είναι οι αρχές πάνω στις οποίες  θα αρχίσουν το  έργο της έρευνας ; Λοιπόν, είναι η αναζήτηση κινήτρου  για την εγκληματική αυτή ενέργεια, ποιά δηλαδή άτομα θα μπορούσαν να ωφεληθούν από αυτή την δολοφονία. Ποιοί θα μπορούσαν  να έχουν  ένα κίνητρο - ένα σημαντικό οπωσδήποτε κίνητρο - να εκτελέσουν μιά τέτοια πράξη ;

Στον κύκλο των  ύποπτων, υπάρχουν  ας πούμε επτά  ή οκτώ άτομα  που ευνοούνται από αυτή την υπόθεση, το νούμερο αυτό είναι  βέβαια εντελώς  φανταστικό, όπως φανταστική είναι και η όλη αυτή ιστορία. Λοιπόν, αυτό  που κάνουν - ή πρέπει να  κάνουν - οι αστυνομικές αρχές που ασχολούνται  με την υπόθεση, είναι να θεωρήσουν εκ προοιμίου και χωρίς εξαίρεση, όλους αυτούς τους ωφελούμενους, σαν κατ΄αρχήν ένοχους. Ότι δηλαδή, γι αυτούς πρέπει να ισχύει - ανεπίσημα βέβαια - το τεκμήριο της ενοχής, ότι όλοι ανεξαιρέτως, πρέπει να θεωρούνται ένοχοι, μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Ετσι έχει το πράγμα.

Για να μικρύνει όσο πάει  ο κύκλος των υπόπτων, και συνεπώς και των κατά τεκμήριο ε-νόχων, η ανακριτική αρχή της αστυνομίας, εξετάζει ένα προς ένα το  « άλλοθι » του  καθενός από τους ύποπτους. Πού ήσουν χτές το  βράδυ ανάμεσα στις οκτώ και δέκα η ώρα ; Την ερώτηση αυτή την κάνουν  στον καθένα με  τη σειρά, κι αυτοί είναι  υποχρεωμένοι να δηλώσουν πού ακριβώς ήσαν  το συγκεκριμένο εκείνο δίωρο. Κι αυτό το άλλοθι που αναφέρουν οι εξεταζόμενοι, θα πρέπεπι να είναι ατράνταχτο, δεν μπορείς να πείς ότι  ήσουν στο θέατρο εκείνη την ώρα, αν δεν μπορείς να το αποδείξεις. Ακόμα κι αν έχεις το εισιτήριο της παράστασης, ακόμα κι αν ξέρεις το περιεχόμενο του  θεατρικού έργου, δεν  φτάνει για να νομιμοποιήσεις το άλλοθί σου, όλα  αυτά μπορεί  να τα  « έστησες » μόνος  σου. Θα πρέπει να σε έιδαν εκεί κάποιοι όλο αυτό το δίωρο, να ήσουν όλη την ώρα εκεί, να μην είχες λείψει καθόλου.

Με κάποιους τέτοιους τρόπους, ξεκαθαρίζεται πολλές φορές ή και πάντοτε η κατάσταση. Και τότε, αυτοί που ήσαν μέχρι τη στιγμή εκείνη κατά τεκμήριο  « ένοχοι », βγαίνουν έξω από τον  κατάλογο των  υπόπτων, αναζητείται  αυτός που και  άλλοθι γερό δεν έχει, και πολλή ωφέλεια θα του  έλθει με το έγκλημα  που έγινε. Ωφέλεια που  μπορεί να μην είναι σε χρήμα, αλλά σε άλλους τομείς. Αν πρόκειται  για εκδίκηση  λόγου χάριν, αν έιναι  το λεγόμενο  « ξ-καθάρισμα λογαριασμών  », ή οτιδήποτε άλλο που σε ωφελεί κατά κάποιο τρόπο.

Και τώρα, στην ανατρεπτική θεώρηση του νομικού θέσφατου που προαναφέρθηκε. Γνωστό είναι σε όλους τους παροικούντας την Ιερουσαλήμ, ότι η χώρα μας η ένδοξη και μητέρα των πολιτισμών, παρουσιάζει  εδώ και λίγες δεκαετίες - κάπου  εικοσιπέντε  χρόνια για να είμαστε πιό κοντά στα πράγματα - μιά πρωτιά που κανένας στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να την διεκδικήσει. Την πρωτιά  της γνωστής και μη  εξαιρεταίας  « διαφθοράς » των πάντων, διαφθοράς σε όλους τους τομείς της ζωής. Αν υπάρχει  έστω και ένας από τους κατοίκους της χώρας, που να έχει αντίθετη άποψη, πολύ θα ήθελα να  τον δώ, θα ήταν ένα  πολύ αξιοπερίεργο φαινόμενο. Αυτόν που θα  με έπειθε ότι η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου σάπια, είναι καθαρή απ΄την κορυφή μέχρι τη βάση της.

Λοιπόν, στη χώρα μας με την σάπια αυτή κοινωνία, που όζει βρώμας και δυσωδίας - μιάς σαπίλας που υπάρχει και σε πολλές  ίσως άλλες χώρες  αλλά σε μικρότερη  κλίμακα - όλοι θα πρέπει να θεωρούνται ένοχοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Πρόκειται για μιά τέλεια αντιστροφή του νομικού θέσφατου που αναφέρθηκε πιό πάνω. Ακούω  διαμαρτυρίες από πολλές πλευρές, όχι λένε, δεν έιναι όλοι  ένοχοι, υπάρχουν και πάρα πολλές εξαιρεσεις. Που κάνουν αυτό το ανεστραμμένο θέσφατο, να φαντάζει τελείως εικονικό και ψεύτικο.

Όμως, επιμένω στη  θέση μου, όσες κι αν είναι οι φωνές αυτές που επιμένουν στην ισχύουσα ερμηνεία του θέσφατου αυτού. Για να μην μιλώ όμως με  γενικότητες, θα πάρω ένα ένα τα πράγματα. Με  πρόχειρα  παραδείγματα, που κατανοητά θα  είναι, και τις θέσεις μου - που μπορεί να είναι και θέσεις και πολλών άλλων - θα στηρίζουν. Και τα  παραδείγματα αυτά, θα μπούν το καθένα στην κατηγορία του.

Και από των ημετέρων δεί άρξασθαι. Τους  αγαπητούς συνάδελφους γιατρούς, τους υπηρέτες της επιστήμης του μεγάλου Ιπποκράτη, που έχουν  μάλιστα δώσει  και τον νενομισμένο όρκο του πατέρα αυτού  της ιατρικής  επιστήμης. Και θα  πώ μερικά  ευκολονόητα λογια, για την  ειδική κατηγορία  των γιατρών, που  υπηρετούν σε δημόσιες θέσεις, σε κρατικά νοσοκομεία. Εκεί όπου προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για τις οποιες αμείβονται, με μέτριες ή μεγά-λες αποδοχές. Τις οποίες  αποδοχές, τις ήξεραν από  τα πριν, προτού  κάνουν αιτήσεις για την πρόσληψή τους στα ιδρύματα αυτά, δεν τους εξαπάτησε κανένας πάνω στο ζήτημα αυτό.

Η ιστορία με τα πασίγνωστα  « φακελλάκια », είναι  μάλλον πολύ  πρόσφατη, δεν πρέπει να έχει περάσει  εικοσιπενταετία από τον  καιρό που άρχισε  να εφαρμόζεται  η μέθοδος αυτή της έξτρα  αμοιβής. Αρχικά  από έναν  καρδιοχειρουργό, τον  πρώτο που ήλθε από την Εσπερία, και με τον καιρό, το πράγμα  άρχισε να  επεκτείνεται, στην  αρχή με μικρή ταχύτητα, και ύστερα με ακάθεκτη ορμή. Ηταν περιορισμένη η υπόθεση στους χειρουργούς, και στη σειρά που έβαζαν τους ασθενείς τους που είχαν για  χειρουργική  επέμβαση. Ζητούσαν ένα - συνήθως σεβαστό - ποσόν, για να σε βάλουν στους πρώτους στη  σειρά. Το έδινες, πηδούσες πολύ μπροστά, δεν το έδινες, πήγαινες στους πολύ πίσω.

Με τον καιρό, και γιατροί άλλων ειδικοτήτων, πάντοτε βέβαια των κρατικών νοσοκομείων, άρχισαν να μιμούνται τους έχοντες το  χειρουργικό  νυστέρι ανά χείρας. Όταν μπορεί κανείς να βγάζει κάτι παραπάνω από μιά  δουλειά - αυτή  είναι η κυρίαρχη  νοοτροπία - γιατί να μην επωφεληθεί απ΄την περίσταση ; Μ΄αυτό τον τρόπο, άνθισε το περιώνυμο « φακελλάκι ».

Φυσικά, υπάρχουν και οι μη λαμβάνοντες φακελλάκια. Αν αυτό γίνεται επειδή δεν μ π ο ρ ο ύ ν, λόγω του ότι δεν  το επιτρέπει η  θέση τους, δεν έχει αξία  η υπόθεση. Αν  όμως είναι σε θέση να το πάρουν και δεν το παίρνουν, μπράβο τους. Με την προϋπόθεση βέβαια, ότι και αν δεκαπλασιαστεί και εικοσαπλασιαστεί το φακελλάκι, και πάλι θα αρνηθούν να το πάρουν. Οπότε, υποκλινόμαστε μπροστά  τους, ενώ άλλοι  τους μυκτηρίζουν για τη  στάση τους αυτή. Κορόϊδα είστε, τους λένε, μπροστά σας είναι το μέλι, και το δάχτυλό σας δεν το βάζετε σ΄αυτό. Αυτή η νοοτροπία έχει απλωθεί παντού τον καιρό αυτό.

Πριν από ένα μόλις χρόνο, κανένας δεν θα πίστευε ότι μπορεί ένας δικαστικός να απλώσει το χέρι του, και να πάρει χρήματα από έναν  κατηγορούμενο ή κατάδικο, για να τον αθωώσει ( τον πρώτο ), ή να  δώσει αναστολή στην  εκτιόμενη ποινή του, λόγω ας πούμε καλής διαγωγής ( αυτό για τον  δεύτερο ). Και όμως. Ολα αυτά τα απίστευτα, ήλθαν σαν κεραυνός εν αιθρία μέσα σε λίγους  μήνες. Σκάνδαλα  μεγάλου διαμετρήματος  ήλθαν στο φώς, δικαστές βρίσκονται στη φυλακή περίμένοντας την  ημερομηνία εκδίκασης της παράβασης τους, άλλοι απολύθηκαν, για άλλους υπάρχει ανακριτική διαδικασία που θα κρίνει σχετικά.

Η Ελλάδα είναι η χώρα των δημόσιων υπαλλήλων, μάλλον έχει κατ΄αναλογία πληθυσμού τους περισσότερους. Σκοπός του κάθε συμπατριώτη μας είναι να διοριστεί στο δημόσιο, εκεί όπου κανένας δεν μπορεί να τον κουνήσει απ΄τη θέση του. Μιά θέση, την οποία διδάχτηκε τα ίδια τελευταία χρόνια να την εκμεταλλεύεται όσο μπορεί καλύτερα. Με το γνωστό γρηγορόσημο, που μπορεί να παίρνει από τους πολίτες που ζητούν να  εξυπηρετηθούν από.αυτόν. Μα γιατί κάθομαι  εδώ, για τα  χίλια ας  πούμε Ευρώ  το μήνα ; Ε, όχι λοιπόν. Η ζωή σήμερα έχει πάρα πολλά έξοδα, δεν τα βγάζεις πέρα με τα χίλια ψωροευρώ  το μήνα. Αλλά αν καταφέρνω να βγάζω κι άλλες δυό τρεις χιλιάδες το μήνα, έ, δεν θα ήταν και τόσο άσχημα.

Πηγαίνεις λοιπόν στον υπάλληλο  της πολεοδομίας ( αυτή  κι αν έχει  κάτσει στο σβέρκο των πολιτών ! ), πηγαίνεις στο τμήμα έκδοσης διπλώματος και άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή άλλου τροχοφόρου μέσου, πηγαίνεις στα Κ.Τ.Ε.Ο για έλεγχο του αμαξιού σου, ή σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ; Ετοιμάσου να βγάλεις από την  σέπη σου το απαιτούμενο ποσό, την ταρίφα που έχει επικρατήσει στο τμήμα αυτό. Και η δουλειά σου γίνεται.

Και δεν είναι μόνο  αυτό. Το έτι χειρότερο  είναι, ότι ζητούν και παίρνουν τα φράγκα για να κάνουν εκτίμηση για την καταλληλότητα του αυτοκινήτου - αυτό αφορά  αποκλειστικά τα Κ.Τ.Ε.Ο. - και  ενώ τσιμπούν το  παραδάκι, αφήνουν να  περάσει το αμάξι  χωρίς να ελεγχθεί καθόλου. Εδώ, πρόκειται για  αμέλεια, που δεν  είναι απλή, είναι  εγκληματική, καθώς ούτε ο κάτοχος του αυτοκινήτου προστατεύεται από το χαλασμένο αμάξι του, ούτε  και οι άνθρωποι - οδηγοί, που θα συναντιούνται μαζύ του στους δρόμους.

Είναι άραγε όλοι οι υπάλληλοι, αυτής της συμπεριφοράς και του απλώματος της παλάμης ; Μπορεί να υπάρχουν  και κάποιοι που  δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου τα χρήματα, που εκτελούν κανονικά την υπηρεσία τους. Πώς μπορούν να το αποδέιξουν αυτό ; Πολύ απλά, μή ζητώντας ποτέ - επαναλαμβάνω ποτέ - χρήματα, και αρνούμενοι σε  οποιαδήποτε περίπτωση να δεχτούν τα προσφερόμενα σ΄αυτούς χρήματα. Οσο πολλά κι αν είναι αυτά, όπως αναφέρθηκε και για τους γιατρούς. Είναι ο μονος τρόπος να αποδείξουν ότι δεν είναι σαν τους « άλλους ».

Κάποιοι που δεν κατέχουν κάποια τέτοια πόστα, αυτοί ας πούμε που πέφτουν θύματα των εκμεταλλευτών, μπορούν να υποστηρίζουν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους, ότι αν ήσαν αυτοί  στη θέση  των εκμεταλλευομένων  τη θέση τους υπάλλήλων, δεν θα είχαν αυτή τη συμπεριφορά. Ότι θα  εκτελούσαν  την υπηρεσία  τους χωρίς  τα γρηγορόσημα. Πολύ εύκολα το λέμε αυτό, η υπόθεση  θα μπορούσε να αποδειχτεί μόνο αν αλλάζανε θέσεις, αν οι αδικούμενοι έμπαιναν στη  θέση των  αδικούντων. Σε  διορίζω λοιπόν  διαμαρτυρόμενε  πολίτη - με κάποιο ταχυδακτυλουργικό  τρόπο - υπάλληλο  σε μιά τέτοια  υπηρεσία, ας πούμε  πάλι στην πολεοδομία. Εκεί θα  σε σε δώ επί  το έργον, εκεί θα  σε δώ  κάβουρα να  περπατάς στα κάρβουνα. Όλα τα άλλα, είναι απλή φιλολογία και τίποτε άλλο.

Αυτά σχετικά με  το τεκμήριο της  ενοχής, που επαναλαμβάνω  ότι θα το  απορρίψουν άπαντες οι νομικοί κύκλοι, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει. Κι όπως το λένε και οι γείτονές μας οι Ιταλοί : « L u p o   n o n   m a n g i a   l u p o », όπερ εστί  μεθερμηνευόμενο « Λύκος δεν τρώει λύκο ». Αυτά δια την τάξιν.



ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ, Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΙΣΤΩΝ

Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ     Σ Ο Υ Ρ Η Σ,     Ο     Μ Ε Γ Ι Σ Τ Ο Σ     Τ Ω Ν     Μ Ε Γ Ι Σ Τ Ω Ν

Μπορεί  η Ελλάδα  να είναι  τελευταία στους  περισσότερους τομείς  ανάμεσα στις άλλες Ευρωπαικές χώρες, όμως έχει μιά πρωτιά που κανείς δεν θα μπορέσει  ποτέ να  της  την αφαιρέσει, άκόμα κι αν περάσουν εκατομμύρια  χρόνια. Κι αυτό, γιατί  τέτοια πρωτιά γίνεται μόνο μιά φορά στον κόσμο, δεν μπορεί να ξαναγίνει ποτέ.

Ισως οι νεώτεροι δεν τον γνωρίζουν, ίσως οι παλαιότεροι δεν τον έχουν διαβάσει αρκετά, όμως, ο Γεώργιος Σουρής υπήρξε ο μεγαλύτερος σατιρικός ποιητής όλων των αιώνων. Ο μικρόσωμος αυτός ανθρωπάκος  που έζησε στο  δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα και στις αρχές του εικοστού, δεν έχει τον όμοιό του στην παγκόσμια ποίηση, ειδικά στο χώρο  της σάτιρας, ενός είδους που σαν πρώτο στο ελληνικό και παγκόσμιο θέατρο είχε και έχει τον Αριστοφάνη.

Ας αρχίσουμε  το θέμα μας  με μερικά βιογραφικά στοιχεία, σχετικά με τον ποιητή και το περιβάλλον του. Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στα  Κύθηρα το 1853 από γονείς Χιώτες,, και πέθανε στο Φάληρο  το 1919. Μετά τις  γυμνασιακές σπουδές του, λόγω οικονομικών δυσκολιών της  οικογένειάς του, πήγε στο Αζώφ της Ρωσίας για να εργαστεί κοντά σε έναν Ελληνα έμπορο, αλλά καθώς δεν του πήγαινε το επάγγελμα αυτό, επέστρεψε γρήγορα στην Αθήνα  όπου έπιασε  δουλειά σαν γραφιάς σε ένα Αθηναικό συμβολαιογραφείο, ενώ παράλληλα μετείχε σε κάποιους Αθηναικούς θιάσους και έγραφε σατιρικά ποιήματα.

Από  το 1873  δημοσίευε τα  πρώτα ποιήματά  του που δεν  ήσαν σατιρικά, αλλά λυρικά, γρήγορα όμως  στράφηκε στη σατιρική ποίηση και στο θέατρο, για το οποίο έγραψε αρκετές κωμωδίες. Το 1881 παντρεύτηκε τη Μαρή Κωνσταντινίδη, Χιώτισσα  κι αυτή, από την οποία απόκτησε  πέντε παιδιά. Η εξαιρετική αυτή  γυναίκα έλεγε ότι έχει έξι παιδιά, περιλαμβάνοντας και τον ποιητή, που ήταν ένα μεγάλο και φοβερά αδέξιο παιδί.

Το 1883 εξέδωσε την σατιρική εφημερίδα  « Ο Ρωμηός », που την έγραφε μόνος του, και ήταν γραμμένη από  τη διεύθυνση των γραφείων της μέχρι και τις διαφημίσεις σε έμμετρο ευθυμογραφικό  στίχο, πράγμα  εκπληκτικό. Σ΄ αυτόν σατίριζε  την κατάσταση  της εποχής του, κυρίως την πολιτική, τα  ανάκτορα, τον βασιλιά Γεώργιο τον Α' - πράγμα που θα του κόστιζε ακριβά την εποχή εκείνη, αλλά ήταν τόσο δημοφιλής και η σάτιρα του κατά του βασιλιά τόσο λεπτή, που και ο ίδιος ο βασιλιάς δεν ήθελε να έλθει αντιμέτωπος με τον ποιητή.

Ο « Ρωμηός » συνέχισε να εκδίδεται - με πολύ μικρά διαστήματα διακοπής, κυρίως τους δυό μήνες του καλοκαιριού - επί τριαντα έξι χρόνια, και ο ποιητής κατάφερε - μοναδική περίπτωση μάλλον  στον κόσμο - να ζήσει ο  ίδιος και να  συντηρήσει και  την οικογένειά του, με μοναδικό εισόδημα τις εισπράξεις από την κυκλοφορία της εφημερίδας του. ( Είναι γνωστό ότι οι ποιητές δεν  έχουν κάποιες αξιόλογες απολαυές από την ποίηση, πρέπει να έχουν ένα τακτικό επάγγελμα για να τα βγάλουν πέρα ).

To ποιά  ήταν η εμφάνιση του Σουρή - για  όποιον  δεν έχει  δεί την  προσωπογραφία του που του είχε κάνει ο Ροϊλός - μας  πληροφορεί  ο ίδιος ο ποιητής με μεγάλη μάλιστα ακρίβεια, στο  γνωστό του ποίημα με τον τίτλο  « Η ζωγραφιά μου », ως εξής :

Μ π ό ι    δ υ ό   π ή χ ε ς,

κ ό ψ η    κ α κ ή,

γ έ ν ε ι α   μ ε    τ ρ ί χ ε ς

ε δ ώ   κ α ι   κ ε ί.

Κ ο ύ τ ε λ ο    θ ε ί ο

λ ί γ ο   π λ α τ ύ,

τ ρ α ν ό   σ η μ ε ί ο

τ ο υ   π ο ι η τ ή.

Δ υ ό   μ ά τ ι α   μ α ύ ρ α

χ ω ρ ί ς   κ α κ ί α,

γ ε μ ά τ α   λ α ύ ρ α

μ α   κ α ι   β λ α κ ε ί α.

Μ α κ ρ ύ   ρ ο υ θ ο ύ ν ι

λ ί γ ο   σ χ ι σ τ ό,

κ ι   έ ν α   π η γ ο ύ ν ι

σ α ν   τ ο   Χ ρ ι σ τ ό.

Π η γ ά δ ι   σ τ ό μ α,

μ α λ λ ι ά   χ υ τ ά . . .

γ ε μ ί ζ ε ι ς   σ τ ρ ώ μ α

μ ό ν ο   μ΄  α υ τ ά.

Μ ο ύ ρ η   α γ ρ ί α

κ α ι   ζ α ρ ω μ έ ν η,

χ λ ω μ ή   κ α ι   κ ρ ύ α

σ α ν   π ε θ α μ έ ν η.

Κ α ν έ ν α   χ ρ ώ μ α

δ ε ν   τ η ς   τ α ι ρ ι ά ζ ε ι,

κ α ι   τ ώ ρ ΄  α κ ό μ α

β α φ έ ς   α λ λ ά ζ ε ι.

Δ ό ν τ ι α   φ α φ ο ύ τ η

ό λ ο   σ χ ι σ μ ά δ ε ς,

ύ φ ο ς   τ σ ι φ ο ύ τ η

γ ι ά   μ α σ τ ρ α π ά δ ε ς

Η γλώσσα  του Σουρή είναι ένα απίθανο  μίγμα δημοτικής - όχι  μαλλιαρής - καθαρεύουσας και σχεδόν αρχαίας κάποτε, πράγμα που ανάγκασε  τον Γιάννη Ψυχάρη - μαλλιαρό δημοτικιστή - να γράψει ότι ο Σουρής δεν ήταν ποιητής. Ο Σουρής του έδωσε έμμετρα την  κατάλληλη απάντηση. Είναι φανερό ότι ο ποιητής  χρησιμοποιούσε αυτό το μίγμα  γλωσσών, γιατί εξυπηρετούσε καλύτερα το είδος αυτό της ποίησης.

Ο Σουρής σατίριζε τους πάντες και τα πάντα.Περισσότερο από κάθε τι άλλο, είναι προτιμότερο να παραθέσουμε μερικά δείγματα από το έργο του. Ετσι, σατιρίζοντας τις τυπικές  ευγένειες που δείχνουμε όλοι στις μεταξύ μας  σχέσεις, ο Σουρής  έγραψε το  παρακάτω ποίημα που το μάθαμε στο σχολείο :

Ε ν α ς    τ ο ν   ά λ λ ο    π ε ρ γ ε λ ά

μ ε   ψ ε υ τ ο δ ι α χ ύ σ ε ι ς.

Τ ί   κ ά ν ε τ ε ;  Π ο λ ύ   κ α λ ά.

Τ ο ύ   λ ό γ ο υ  σ α ς ; Ε π ί σ η ς.

Τ ι   κ ά ν ε ι   ο   π α τ έ ρ α ς   σ α ς

κ ι   η   σ ε β α σ τ ή   μ η τ έ ρ α   σ α ς  ;

Τ ί   κ ά ν ε ι   τ ο   μ ω ρ ό   σ α ς

κ ι   ο   γ έ ρ ο ς   π ε θ ε ρ ό ς   σ α ς ;

Π ο λ ύ   κ α λ ά. Π ώ ς   χ α ί ρ ω !

Ε υ χ α ρ ι σ τ ώ,   τ ο   ξ έ ρ ω.

Κ α ι   λ έ γ ο ν τ α ς   π ω ς   χ α ί ρ ε τ α ι

σ α ς   α π ο χ α ι ρ ε τ ά,

κ α ι   σ ε ι ς   β ε β α ί ω ς   ξ έ ρ ε τ ε

π ω ς   δ ε ν   ε ν δ ι α φ έ ρ ε τ α ι

γ ι ά   κ ε ί ν ο υ ς   π ο υ   ρ ω τ ά.

Στο μεγάλο σατιρικό ποίημά του  « Ο Φασουλής φιλόσοφος », σατιρίζει και τον Βούδδα :  Ε γ ώ   α υ τ ό ν   τ ο ν   Β ο ύ δ δ α   τ ο ν   ε κ τ ι μ ώ   π ο λ ύ ,τ ί   ά ν θ ρ ω π ο ς  τ ω ό ν τ ι   κ α ι   π ο ί α   κ ε φ α λ ή  !

Ν΄α ν θ έ ξ΄ ε ι ς  τ ό σ α   κ ά λ λ η,

τ η ν  ρ ά χ η  ν α  γ υ ρ ί σ ε ι ;

ν α   μ η ν  τ ο υ  φ έ ρ ε ι  ρ ί γ ο ς

κ α ι   τ η ς  σ α ρ κ ό ς  τ ο   χ ν ο ύ δ ι  ;

δ ό ξ α   π ο λ λ ή   σ τ ο ν   Β ο ύ δ δ α,

μ α   ν α   μ ε   σ υ γ χ ω ρ ή σ ε ι

α ν   τ ο υ   τ ο υ   τ ο   π ώ   μ ε   σ έ β α ς,

π ω ς   ε ί ν α ι   λ ί γ ο   β ο ύ δ ι

Στο ίδιο έργο του,ο Σουρής ασχολείται με ένα θέμα που ήταν ελάχιστα επίκαιρο την εποχή εκείνη, των μικροβιολογικών και βιοχημικών εξετάσεων, που στις μέρες μας είναι καθημερινό φαινόμενο. Να λοιπόν τι λέει :

Περπατώ και ξεροβήχω

και δεν είμαι στα καλά μου,

και σιμώνω σ΄ έναν τοίχο

για να κάνω τα ψιλά μου.

Νάσου κάποιος επιστήμων,

Ιπποκράτης πανδαήμων.

΄Ε, τι κάνεις εκεί πέρα - μου φωνάζει - κακομοίρη,

μη στους τοίχους .. πίσω ..πίσω,

βάλτα μέσα σε ποτήρι,

στείλε τα να τ΄ αναλύσω,

για να δώ τι κρύβουν μέσα

και να ξέρεις τι να τρώς.

Τι περίφημος γιατρός !

Θα πηγαίνανε του κάκου...

καλά πούτυχες μπροστά μου ..

ξέχασα πως τώρα πρέπει

να κυττώ και τα ρευστά μου,

και θυμήθηκα τα χρόνια

που καταμεσίς του δρόμου

σκόρπιζα το φώσφορό μου.

Κάποτε ο Σουρής τα βάζει με τη σκιά του, που τη βρίσκει πολύ ενοχλητική. Γράφει λοιπόν στο ποίημά του με τον τίτλο « Ο ίσκιος μου » :

Βρε ίσκιε μου, γιατί μ΄ακολουθείς ;

Δεν με αφήνεις μόνος μου να τρέχω ;

Βρε ίσκιε μου, δεν πάς να μού χαθείς ;

πρέπει και σένα σύντροφο να έχω ;

Πότε στραβό σε βλέπω, πότε ίσο,

πότε μακρύ σαν σούβλα, πότε νάνο,

τη μιά πηγαίνεις μπρος, την άλλη πίσω,

σε απαντώ εδώ, εκεί σε χάνω.

Δεν ειμπορείς μονάχος σου να φύγεις,

όταν γελώ, γελάς αγαπητέ,

κι  όταν μιλώ, το στόμα σου ανοίγεις,

αλλ΄ευτυχώς δεν ομιλείς ποτέ.

Χωρίς να βλέπεις, πιάνεις ότι πιάνω

με οδηγείς αλλά και σ΄οδηγώ,

και τέλος πάντων κάνεις ότι κάνω,

και είσαι άλλος δεύτερος εγώ

Βρε ίσκιε μου, γιατί, μ΄ακολουθείς ;

Βρε ίσκιε μου, δεν πας να μου χαθείς ;

Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο,

και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.

Εκεί που περπατώ σιγά σιγά

νομίζω πως κανείς με κυνηγά,

αλλά γυρνώ και σένα βλέπω μόνο,

και τότε με τα δέκα σε μουντζώνω.

Μ΄εμένα τον καιρό σου και σύ χάνεις,

και το μυαλό μου στίβεις και χαλάς,

και με αυτά τα σκέρτσα που μου κάνεις

μαζύ μου κοροϊδεύεις και γελάς.

Είσαι πιστός εις όλα σύντροφός μου

κι από εμέ στιγμή δεν ξεκολλάς,

κι όταν εγώ θα λείψω εκ του κόσμου,

θα λείψει κι ο δικός σου ο μπελάς.

Αυτά σχετικά με τον ίσκιο του. Αλλοτε, χαζεύοντας από το μπαλκόνι του, βλέπει στο αντικρυνό μπαλκόνι ένα θέαμα που τον βγάζει απ΄τη ρέμβη του :

Εκεί στ΄αντικρυνό μου το μπαλκόνι,

αντρόγυνο καινούργιο ζαχαρώνει.

Νομίζουν πως κανένας δεν τους βλέπει,

και κάνουν ότι πρέπει και δεν πρέπει.

Αλλά ενώ τα χάδια των κυττάζω,

δεν ξέρω τι μου μπαίνει στο μυαλό,

και τέλος τη γυναίκα μου φωνάζω,

κι΄ευθύς το παραθύρι μου σφαλώ.

Την « Σύντομη αυτοβιογραφία » του, που είναι αρκετά μεγάλη, την αρχίζει με τον παρακάτω τρόπο :

Εγώ, Γεώργιος Σουρής, ιππότης του Σωτήρος,

και Χιώτης διαβολόλωλος αστείου χαρακτήρος,

επιχειρώ να σας ειπώ ξηρώς κι εν συντομία

τα μάλλον αξιόλογα του βίου μου σημεία,

προτού οι βιογράφοι μου καθ΄ όλα μ΄ ανατάμουν

κι  εις όλην την υφήλιον ρεντίκολο με κάμουν.

Ο Γεώργιος Σουρής είναι κατά βάθος ο  αιώνιος Ελληνας, από  τον καιρό που κατέβηκαν οι Ελληνικές  φυλές από τον  Δούναβη, μέχρι και  τώρα. Ιδού πως παρουσιάζει τον εαυτό του σε ένα ποίημά του με τον τίτλο « Ο Ρωμηός » :

Στον καφενέ απ΄ έξω, σαν μπέης ξαπλωμμένος,

του ήλιου της ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,

και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,

κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Ο  Σουρής ήταν  σχεδόν αξεπέραστος  στο ποιητικό  μέτρο, δηλαδή στη  λεγόμενη μετρική. Λίγο μετά την έκδοση του  « Ρωμηού », έδωσε  εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο  για να πάρει πτυχίο φιλολογίας. Και απέτυχε στις εξετάσεις αυτές, και μάλιστα στη « μετρική » ! Ιδού πως παρουσίασε την αποτυχία του κατά  χιουμοριστικό τρόπο στους αναγνώστες του « Ρωμηού », που τον είχε διακόψει προσωρινά για να ετοιμαστεί για τις εξετάσεις :

Μετά μεγάλης μου χαράς στους φίλους αναγγέλλω,

πως εξετάσθην των θυρών ερμητικώς κλεισμένων,

στον πολυγένη Φιντικλήν και τον σπανό Σεμτέλο,

και απερρίφθην μυστικά μετά πολλών επαίνων !

Λοιπόν, και πάλιν Ελληνες, αρχίζουμε σαν πρώτα,

πάλι  « Ρωμηός » και ξάπλωμα, πάλι ζωή και κόττα.

Η αποτυχία του αυτή - χωρίς να τον στενοχωρήσει και πολύ - έγινε αφορμή να γράψει σε πολλά  ποιήματα του  για τις εξετάσεις  που έδωσε στον  καθηγητή Σεμιτέλο, που κι αυτός με τον τρόπο αυτό έμεινε στην ιστορία, ως απορρίψας  τον Σουρή στη μετρική, εκεί  δηλαδή που εθεωρείτο ο μεγάλος μάστορας.

Σε κάποιο σημείο σατιρίζει τους σοφούς του κόσμου, που δεν είναι συνεπείς σ΄αυτά που λένε στους λόγους και τα βιβλία τους :

Και των σοφών οι λόγοι, θαρρώ πως είναι ψώρα,

πιστός εις ότι λέγει κανένας δεν εφάνη...

αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,

δεν κάνει ότι λέγει, δεν λέγει ότι κάνει.

Ο Γεώργιος Σουρής ήταν τόσο αγαπητός στους συγχρόνους του Αθηναίους, ώστε μερικοί απ΄αυτούς του έκαναν δώρο μιά βίλλα στο Φάληρο όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, και εκεί πέθανε το 1919. Ο ίδιος σε ένα  ποίημά του ζητούσε  από το Θεό να τον βγάλει από αυτόν τον κόσμο, αλλά με μιά προυπόθεση, που την ανέφερε ως εξής :

Θ ε έ   μ ο υ,  κ ά ν ε   ν α   μ η   ζ ώ

μ α   δ ί χ ω ς   ν΄  α π ο θ ά ν ω .

Ένα από τα κλασσικά του ποίματα είναι η « Διαθήκη μου ». Την παραθέτω ολόκληρη παρακάτω, όπως απαγγέλθηκε στον « Παρνασσό » τον Μάρτιο του 1909 :

Αν και δεν πιστεύω πως θα τα τινάξω,

αν και μεσ΄το σφρίγος είμαι της ζωής μου,

διαθήκην όμως θέλω να συντάξω,

για να μη  με τύπτει η συνείδησίς μου.

Ποιός γνωρίζει τάχα τι του ξημερώνει !

ενώ πας στο δρόμο, ξένοιαστος - τι φρίκη !

με τ΄ ωτομομπίλ του κάποιος σε πλακώνει,

κι έτσι ξεμπερδεύεις δίχως διαθήκη.

Υμνους στη θανή μου πένα να μη γράψει,

μήτε θέλω δάκρυ να χυθεί κανένα,

μήτ΄ εκείνος θέλω να με πικροκλάψει

που θαρρεί πως ψήφο θα ΄χει από μένα.

Κανείς φίλος λόγο να μη μ΄απαγγείλει

να τον σακατέψουν στις σβερκιές οι φίλοι,

κι αν στο νού του τέτοιο ξαφνικά περάσει

είθε τη μιλιά του στη στιγμή να χάσει.

Ολοι μ΄οργανέτα και μ΄ευθύμους λύρας

να μου λεν τραγούδια της ευθύμου χήρας.

Στέφανα δεν θέλω και για μέ τον βλάκα

όπως στις κηδείες τις κοινές να πάρουν,

μα στου μνήματός μου να ΄λθουνε την πλάκα,

φιφτυτού καμπόσοι και να πατινάρουν.

Και τ΄ ακίνητά μου και τα κινητά,

στην καλή πατρίδα δωρεάν τα δίνω,

όχι για να κάμει Στόλους και μ΄αυτά,

μα για ν΄αγοράσει κάμποσο κινίνο.

Τούτο το κεφάλι το ποιητικό

στους κρανιοσκόπους μποναμάς ας μένει,

να το ψάχνουν μέσα κι έξω με φακό,

για να βρουν τη βίδα πού ΄ναι χαλασμένη.

Κι αν ποτέ θελήσουν και σε μέ - ποιός ξέρει -

προτομή να κάμουν, έτσι για τιμή μου,

νά ΄βγουν κι οι κυρίες με κουτιά στο χέρι

να ζητούν εράνους για την προτομή μου.

Καταλαβαίνει κανείς από αυτό το μαύρο χιούμορ τον χαρακτήρα του ποιητή, και το πόσο απίθανο είναι να ξαναγίνει κάποιος άλλος Γεώργιος Σουρής στο μέλλον.

Μιά μεγάλη επιτυχία του Σουρή ήταν η μετάφραση των « Νεφελών » του Αριστοφάνη. Η μετάφραση αυτή - που δεν ήταν και πάρα πολύ πιστή, αλλά έδειχνε όλο το ταλέντο του μεταφραστή - δεν μπόρεσε να παιχτεί στο θέατρο. Απαγορεύτηκε η παρουσίασή της, επειδή ο Σουρής δεν έκρυψε τίποτε από τις  γνωστές  αθυροστομίες που χαρακτηρίζουν ολόκληρο το έργο του Αριστοφάνη.

Πολλά  από τα ποιήματα του Σουρή - κυρίως η πολιτική του σάτιρα - αναφέρονται σε γεγονότα της εποχής  του, συνεπώς δεν  είναι επίκαιρα  και διαχρονικού  χαρακτήρα. Πολλά όμως, και κυρίως το πολύ σημαντικό του έργο, ο « Φασουλής φιλόσοφος », έχουν διαχρονικό χαρακτήρα και πάντοτε είναι επίκαιρα. Αξιοσημείωτες είναι  οι παρατηρήσεις του ποιητή αναφοριφορικά με την Αθήνα και τη διαφθορά των δημόσιων υπηρεσιών, και  νομίζει κανείς ότι αυτά γράφτηκαν για τη δική μας εποχή.

Αυτός που θα θελήσει  να ασχοληθεί με το έργο του Σουρή, έχει  τη δυνατότητα να προμηθευτεί τα  « Απαντα » του ποιητή - από τα οποία ο γράφων άντλησε  το υλικό του - που είχαν κυκλοφορήσει πριν από αρκετές δεκαετίες σε δυό τόμους, συνολικά χίλιες διακόσιες περίπου σελίδες, με πρόλογο του Σπύρου Μελά. Είναι πιθανόν ότι πρέπει να υπάρχουν ακόμα σε κάποια βιβλιοπωλεία, ενδέχεται μάλιστα να έχει γίνει και ανατύπωση.

Κλείνοντας, θα επαναλάβουμε ότι ο Γεώργιος Σουρής είναι αληθινά μοναδικός στο είδος του, και ότι αυτή η πρωτιά που έχουμε στη σατιρική ποίηση δεν μπορεί να μας αφαιρεθεί ποτέ  και από κανέναν.