Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΤΩΝ " ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΩΝ " ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Π Ε Ρ Ι    Τ Ω Ν  « Ε Κ Δ Ι Δ Ο Μ Ε Ν Ω Ν »   Γ Υ Ν Α Ι Κ Ω Ν


Δεν ξέρω τί συμβαίνει, αλλά όταν ακούει ο πολύς κόσμος για τις γυναίκες που μετέρχονται το λεγόμενο « αρχαιότερο επάγγελμα » του κόσμου, τις βλέπει σαν όντα ενός κατώτερου Θεού. Κάτι σαν σιχαμάρα, κάτι σαν περιφρόνηση και μερικά ακόμα  συναισθήματα που παραλείπω να τα αναφέρω, έρχονται στη σκέψη. Από τα αρχαία χρόνια, οι γυναίκες αυτές ήσαν στο περιθώριο των κοινωνιών, απόβλητες σαν τους λεπρούς της αρχαίας εποχής. Που τους έβαζαν ένα κουδούνι  στο λαιμό που χτυπούσε αδιάκοπα στο περπάτημά τους,  και τους υποχρέωναν να  φωνάζουν με δυνατή  φωνή  « Λεπρός, λεπρός ! » . Για  να φεύγουν  από μακρυά τους, όσοι τύχαιναν να περνούν απ΄το δρόμο τους.

Παρ΄όλα ταύτα, οι γυναίκες αυτές που έφταναν στο έσχατο αυτό μέσο επιβίωσης για διαφορετικούς η καθεμιά λόγους, ήσαν  πάντοτε χρήσιμες σε ορισμένες κατηγορίες ανδρών. Δεν χρειάζεται να  απαριθμήσουμε τους  λόγους  για τους  οποίους, κάποιοι  άντρες - λίγοι ή πολ-λοί - είχαν ανάγκη των υπηρεσιών των  « κοινών » αυτών γυναικών, ο καθένας που έχει γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας το καταλαβαίνει καλά αυτό το  πράγμα. Και εν πάση περιπτώσει, για να υπάρχει  αυτή η τάξη των γυναικών  σε πλήθος από χώρες  και στη διάρκεια τόσων αιώνων, είναι ολοφάνερο ότι υπήρχε σημαντικός λόγος που επέβαλε την ύπαρξή τους.

Μεχρι τα τελευταία χρόνια, οι γυναίκες  αυτές ήσαν τελείως  ανοργάνωτες, δεν είχαν κανένα σύνδεσμο μεταξύ τους, πολύ  λιγότερο συνδικαλιστικό φορέα. Αλλά οι περιστάσεις αλλάζουν, τα παλιά φεύγουν, καινούργια  πράγματα έρχονται. Και μέσα σ΄αυτά  τα καινούργια, υπήρξε και η ανάγκη  οργάνωσης ενός τέτοιου συνδικαλιστικού κινήματος. Δεν ξέρω πότε έγινε αυτό σε  άλλες χώρες, στη δική  μας πάντως, η δημιουργία του θα  πρέπει να έγινε μόλις τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια.

Πριν από καπου τρία ή τέσσερα χρόνια, είδα στην τηλεόραση, την τότε πρόεδρο του συνδικαλιστικού κινήματος  των λεγόμενων  « εκδιδόμενων γυναικών », αυτή είναι η επίσημη ονομασία του επαγγέλματος  το οποίο ασκούν. Το  « εκδίδεται », δεν έχει βέβαια καμμιά σχέση με τα βιβλία που  εκδίδονται από τους  εκδοτικούς οίκους, ούτε με τις υπουργικές αποφάσεις που κι αυτές εκδίδονται, κι ούτε ακόμα με τα προεδρικά διατάγματα, που είναι μεν προϊόντα των  υπουργείων, αλλά τυπικά εκδίδονται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας. ( Όπως γινότανε άλλοτε με τα βασιλικά διατάγματα ). Απλώς, οι  γυναίκες αυτές  « δίνονται » επ΄άμοιβή στους άντρες, κι αυτό το δίνονται, έγινε « εκδίδονται ».

Η εν λογω κυρία πρόεδρος του συνδικαλιστικού οργάνου των εκδιδόμενων γυναικών, είχε εμφανιστεί σε ένα τηλεοπτικό προγραμμα, στο οποίο συζητούσαν κάποια θέματα που δεν θυμάμαι αν είχαν σχέση  με το επάγγελμα  αυτό ( αλλά  μάλλον είχαν ), και  είχε λάβει μέρος στη  συζήτηση. Λοιπόν, η  εν λόγω  πρόεδρος, φαινόταν σπουδαία χειρίστρια της ελληνικής γλώσσας, πολύ περισσότερο από ορισμένους  πολιτικούς που δεν  καταφέρνουν να διατυπώσουν μιά σωστή φράση. Αλλά και η  κριτική θέση που επαιρνε πάνω στα συζητούμενα θέματα, ήταν εξαιρετικά  λογική. Θυμάμαι ότι μου έκαναν  μεγάλη εντύπωση  αυτά, σε μιά εποχή που οι Ελληνες φαίνονται να έχουν ξεχάσει τη γλώσσα τους.

Σε μιά τελευταία απεργιακή  κίνηση που αποφασίστηκε από το συμβούλιο των εκδιδομένων γυναικών, ξαναείδα  την πρόεδρο  αυτή, φαίνεται  ότι ήταν η ίδια. Υποστήριξε με επιχειρήματα τη θέση των επαγγελματιών αυτών, με την  ίδια ευχέρεια όπως και την προηγούμενη φορά. Δεν ξέρω αν  η ρητορική  της, επεισε τις αρχές να  αποδεχτούν τα αιτήματα των ενδιαφερομένων, αλλά  εκτίμησα την ορθότητα  των επιχειρημάτων  της. Το γεγονός ότι πρόκειται για εκδιδόμενες γυναίκες, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα, καμμιά διεκδίκηση, έχουν βέβεια, όπως και οι υπόλοιποι πολίτες της χώρας.

Ας δούμε τώρα, μερικά  χαρακτηριστικά  του επαγγέλματος  αυτού. Από  νομική άποψη, πρόκειται για  επάγγελμα παροχής  υπηρεσιών, όπως υπάρχουν  και άλλα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες που προσφέρουν, είναι βέβαια αμειβόμενες, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά στα  χρηματικά  ποσά με τα  οποία χρεώνουν  τις υπηρεσίες τους. Από τα πολύ χαμηλά και προσιτά σε όλα σχεδόν τα βαλάντια, μέχρι τα εξαιρετικά υψηλά, που είναι μόνο για  « πελάτες » πολύ υψηλού οικονομικού επιπέδου.

Όπως συμβαίνει με όλα τα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών, θα έπρεπε και σ΄αυτό να εκδίδονται θεωρημένες από την εφορία αποδείξεις για τα εισπραττόμενα ποσά. Κι αυτό, για να πληρώνουν  τους φόρους από  την άσκηση  του επαγγέλματος, όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους πολίτες. Φαίνεται  όμως, ότι ενώ πρόκειται για  εκδιδόμενες γυναίκες, εν τούτοις δεν « εκδίδουν » αποδείξεις, αυτό νομίζω ότι γίνεται.  Και δεν γνωρίζω μάλιστα, αν φορολογούνται από το κράτος, όπως  θα ήταν και το  σωστό. Πάντως, είναι  μάλλον πιθανό  ότι καταβάλλουν κάποιο φόρο χωρίς βέβαια παραστατικά  στοιχεία, δηλαδή κατ΄αποκοπήν, όπως γίνεται και με άλλες τάξεις  επαγγελματιών. Φανταστείτε να εξέδιδαν και αποδείξεις από ταμειακές μηχανές. Ποιός από τους  « πελάτες » θα πήγαινε αυτές τις αποδείξεις στην εφορία για να εκπέσουν τα ποσά αυτά από το εισόδημά του ; Γελάτε  εδώ, αλλά είναι  πραγματικά κωμικό να παρουσιάζεις στην εφορία τέτοια χαρτιά, υπό τα μειδιάματα των εφοριακών υπάλλήλων.

Στα παλιά, πολύ παλιά χρόνια, τα χρήματα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, ήσαν πολύ λίγα, ρωτήστε  κάποιους παλιούς  για να σας ενημερώσουν. ( Αν και εγώ είμαι  παλιός, δεν θα σας ενημερώσω με καμμιά κυβέρνηση ). Πάντως, τα τελευταία χρόνια, οι αμοιβές έχουν ανέβει σημαντικά μέχρι πολύ, κι αυτό  το βρίσκω πολύ λογικό, έχει πολλά βάσανα αυτό το επάγγελμα, και πολύ δύσκολα τα αντέχει κανείς αυτά.

Ο όρος  « εκδιδόμενες »  γυναίκες, δεν ήταν σε χρήση σε παλιότερες  εποχές. Το όνομα που έδιναν στις γυναίκες που  ασκούσαν το επάγγελμα αυτό, ήταν το « γυναίκες ελευθερίων ηθών », σε  αντίθεση  προς τις άλλες  γυναίκες, που - κατά  συνθήκη  τουλάχιστον - ήσαν αυστηρών ηθών. Θα μπορούσε  όμως σήμερα να χρησιμοποιείται  ο παλιός εκείνος όρος, που έκαμνε την - έστω ψεύτικη - διάκριση στα ήθη  των γυναικών ; Ασφαλώς όχι, τουλάχιστον για τις Δυτικές χώρες. Και ιδού ποιός ο λόγος που δεν μπορεί να χρησιμοποιείται.

Από την εποχή της  λεγόμενης  « σεξουαλικής  επανάστασης » που  κήρυξαν οι γυναίκες στη δεκαετία του 1960, πρώτα  στην Αμερική ( όλα  από την Αμερική  αρχίζουν όπως ξέρουμε ), και κατόπιν στην υπόλοιπη Δύση, η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών, ακόμα κι από τις μικρές ηλικίες των δεκαπέντε  χρόνων, έγιναν  κατά κάποιο  τρόπο, ελευθερίων ηθών. Οχι με την παλιά έννοια  της αμοιβόμενης  γυναίκας, που  « πλάγιαζε » με ένα άντρα και κατόπιν ει σέπραττε χρήματα από αυτόν για την εξυπηρέτηση  που του έκανε. Αλλά με την  « δωρεάν » παραχώρηση των υπηρεσιών αυτών, όχι βέβαια σε πολλούς συγχρόνως άντρες, αλλα σε έναν μόνο, που όμως τον αλλάζει  κάθε λίγο και λιγάκι και σε πρώτη ευκαιρία. Φυσικά, αυτό γίνεται πολλές φορές με  σκοπό απώτερο  τη μόνιμη σχέση ( μετά από  κάμποσες δοκιμές με διάφορους αρσενικούς ). Ενώ πολλές επίσης φορές, απλώς για  την ευχαρίστηση που υποτίθεται ότι δίνει  αυτή η  « υπηρεσία », που καθώς  είναι  « τζάμπα », είναι προς  μεγάλο όφελος των αντρών, που έτσι γλυτώνουν από πολλά έξοδα. Ετσι έχουν τα πράγματα σήμερα.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί μιά διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις τωρινές  « εκδιδόμενες », και στις τωρινές επίσης  « ελευθερίων ηθών ». Ότι με  τις γυναίκες που εκδίδονται, ξέρεις ότι βρίσκονται συνεχώς κάτω από ιατρικό  έλεγχο, ( μιλάμε για  τις επίσημες επαγγελματίες και όχι για τις εκτός επίσημου επαγγέλματος ). Ενώ με τις ελευθερίων ηθών της σεξουαλικής επανάστασης, ποτέ  δεν ξέρεις αν και πότε  θα σου σερβίρουν  τον γνωστό ιό, που όλοι τον φοβούνται, αλλά που δεν τους εμποδίζει να ρισκάρουν. Οπως ρισκάρει ο « σύζυγος » της ταραντούλας, της γνωστής αράχνης που τρώει τον « σύζυγό » της μετά τα  « σχετικά » τους. Της λεγόμενης και  « μαύρης χήρας », που τρέχει σ΄αυτήν, ενώ γνωρίζει  πολύ καλά, ότι στο τέλος της παράστασης θα τον καταβροχθίσει.





B A Δ I Z Ω K A I Π A Ρ A M I Λ Ω Β Α Δ Ι Ζ Ω Κ Α Ι Π Α Ρ Α Μ Ι Λ Ω Ηταν ένας καιρός - όχι πολύ - μακρυνός, που όλο σχεδόν το χρόνο, όλο και κάποια πρόσ-κληση μας ερχότανε να παρευρεθούμε σε ένα γάμο, που τις εποχές εκείνες γινότανε συνήθως ημέρα Κυριακή. Τέλειωνε η πρωϊνή λειτουργία, και λίγη ώρα κατόπιν, έβλεπες να μαζεύον-ται οι προσκαλεσμένοι, και μαζύ τους και ο υποψήφιος γαμπρός, που αμήχανος συνήθως, πή-γαινε και ερχόταν στο κεφαλόσκαλο μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας. Και έπρεπε να πε-ριμένει συνήθως αρκετή ώρα, πάντα υπήρχε η συνήθεια, το έθιμο, να αργεί η νύφη. Πολλές φορές μάλιστα για αρκετή ώρα, πράγμα που προκαλούσε συνήθως μεγάλη αδημονία και ί-σως και ταλαιπωρία του γαμπρού. Κάποτε έκαμνε την εμφάνισή της - επί τέλους - και η νύφη, σημαιοστολισμένη όπως πάν-τοτε, και επωχούμενη αυτοκινήτου. Χειροκροτήματα πολλά από τους παρεστώτες, άμα τη α-φίξη της. Εβγαινε από το αυτοκίνητο - που προτιμώ να το ονομάζω « οχτωκίνητο », για λό-γους που τους έχω αναφέρει μιά δυό φορές - και κρατώντας την αγκαζέ ο πατέρας της ( ή κά-ποιος άλλος δικός της ), την οδηγούσε στην είσοδο του Ναού, και από εκεί, μαζύ με τον γαμ-πρό, προς τα ενδότερα, όπου άρχιζε και η τελετή που τόσο πολύ αδημονούσαν οι προσκαλε-σμένοι να παρακολουθήσουν. Η τελετή κρατούσε - όπως γίνεται και τώρα - κάπου τρία τέ-ταρτα της ώρας, λιγο πάνω, λίγο κάτω. Και το καινούργιο ζευγάρι, στεκόταν εκεί για να δεχ-τεί τα συγχαρητήρια και της ευχές των προσκαλεσμένων. Ολοι έχουμε παρευρεθεί σε τέτοιες σκηνές, έχουμε περιμένει στη σειρά για να δώσουμε τις ευχές μας στους νεόνυμφους. Οι οποίοι, με μεγάλη υπομονή, περίμεναν όλο το πλήθος των καλεσμένων να περάσει, και να φτάσουν στο τέρμα της τελετής. Και κατόπιν να αποχω-ρήσει το ζευγάρι για τα « περαιτέρω », που τα παλιά χρόνια ήσαν πραγματικά καινούργιες εμπειρίες, η πρώτη νύχτα του γάμου ήταν μιά αληθινή « πρώτη » νύχτα, και όχι χιλιοστή και παραπάνω, όπως βλέπουμε σήμερα. Τέλος πάντων, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά και στο παρελθόν ανήκουν και οι πολλοί και συχνοί γάμοι, η τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων έφτανε μπροστά στο μονα-δικό αυτό γεγονός, που μάλιστα, δεν επαναλαμβανότανε για τους συμμετέχοντες - πάλι στη συντριπτική πλειοψηφία τους - για δεύτερη φορά. Μιά κι έξω, παντρευτήκαμε για να μή χω-ρίσουμε ποτέ. Αυτή ήταν η αντίληψη των εποχών εκείνων, αυτό που θα μπορούσαμε να ονο-μάσουμε « η ένωση για πάντα », με τις λίγες εξαιρέσεις όπως είπαμε. Πώς είναι τα πράγματα τώρα ; Σϋμφωνα με τις στατιστικές, στη χώρα μας οι γάμοι έχουν περιοριστεί πολύ σε αριθμό. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό. Για να φτιάξεις μιά οικογένεια, πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις, και η πρώτη από αυτές, είναι να υπάρ-χει μιά στοιχειώδης οικονομική άνεση, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ένας του-λάχιστον από τους δυό του ζευγαριού, πρέπει να μπορεί να έχει μιά σταθερή και αποδοτική δουλειά. Ή αλλοιώς, να υπάρχει εργασία - μόνιμη βέβαια, όχι με το φόβο της αυριανής από-λυσης - και για τους δυό συζύγους. Υπάρχουν πολύ εύκολα αυτές οι οικονομικές συνθήκες που αναφέρθηκαν ; Μπορούν δυό νεαρά άτομα να έχουν αυτές τις προϋποθέσεις τη σημερινή εποχή ; Η απάντηση είναι γνωστή εκ των προτέρων : Οχι, δεν είναι καθόλου εύκολο να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ανεργία είναι πολύ μεγάλη, δουλειά μόνιμη και σταθερή και για τα δυό μέλη του ζευγαριου, είναι εξαιρετι-κά δύσκολο να υπάρχει. Λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απόλυτα φυσικό, να μην πηγαίνουν στην εκκλησία ή στο δημαρχείο, αυτοί που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και να έχουμε υπ΄όψιν, ότι το σημερινό κόστος διαβίωσης για μιά οικογένεια, είναι περίπου τριπλάσιο από ότι ηταν στα παλιά χρόνια. Και αυτό το γεγονός, κάμνει τα πράγματα ακόμα πιό δύσκολα. Αλλά ο άνθρωπος - όπως και μερικά είδη πουλιών, όχι όμως και θηλαστικών - είναι κα -μωμένος να ζεί κατά ζεύγη. Όταν δεν μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα, καταφεύγει σε άλ-λες λύσεις. Στο να φτιάχνει μιά « ανεπίσημη » οικογένεια, μιά κατάσταση στη οποία υπάρ-χει συμβίωση που δεν είναι επίσημη, αλλά που μπορεί να έχει τις προοπτικές - όχι πάντοτε βέβαια - να γίνει επίσημη, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν. Μπορεί αυτή η κατάσταση της εκτός γάμου συμβίωσης, να έχει γίνει μόδα σε πολλές χώρες, μπορεί όμως να είναι και μιά λύση ανάγκης σε χώρες όπου « βράζει » η ανεργία. Και αυτός ο τρόπος φαίνεται να επικρα-τεί και στη χώρα μας. Περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες, δημιουργούνται ανεπίσημα ζευγάρια, που δίνουν την εντύπωση ότι μπορεί να γίνουν επίσημα, όπως -και το πιθανότερο - να διαλυθούν. Αυτή είναι η κατάσταση τις μέρες αυτές των καινούργιων εποχών. Πάντως, όσο κι αν έχουν λιγοστέψει οι γάμοι - και προφανώς θα λιγοστεύουν όλο και πε-ρισσότερο με την πάροδο των χρόνων - εν τούτοις, γίνονται ακόμα κάποιοι γάμοι, αυτό το βλέπουμε όλοι μας. Και ως είθισται, αποστέλλονται και οι σχετικές προσκλήσεις, όλα κι όλα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις παλιές τυπικές διαδικασίες. Ετσι, έρχονται και σε σάς τα σχετικά προσκλητήρια, έρχονται και στο γράφοντα. Ετσι, ξεκινώ την καθορισμένη ημέρα και ώρα, να πάω να παρευρεθώ στο μυστήριο που πρόκειται να λάβει χώραν στο συγκεκριμένο Ναό, με τις ευλογίες της εκκλησίας και των παρευρισκόμενων. Κατά τα ειωθότα, μετά το τέλος της τελετής, περνούμε όλοι μπροστά από το καινούργιο ζευγάρι - να μας ζήσουν και να έχουν ένα βίον ανθόσπαρτον - και δίνουμε τις ολόθερμες ευ-χές μας, χωρίς να παραλείψουμε και τον κουμπάρο ( λέξη που προέρχεται από το ιταλικό c o m p a d r e, που σημαίνει ακριβολεκτικά « σύντεκνος », « ανάδοχος », και που θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στους νονούς, και αντ΄αυτού, να χρησιμοποιείται το αγγλικό b e s t m a n ). Και περνά και ο γράφων, και συγχαίρει ολόψυχα τους νιόπαντρους. Αλλά εκείνη τη στιγμή, του έρχεται παρορμητικά η σκέψη να τους ρωτήσει : « Και πότε λοιπόν θα χωρίσετε παιδιά ; ». Αλλά ενώ έρχεται στο νού αυτή η ερώτηση, οι καλοί τρόποι λένε ότι πρέπει να α-ποφεύγουμε αυτού του είδους τις εντελώς άστοχες και αδιάκριτες ερωτήσεις. Και δεν κάνω καθόλου αυτή την ερώτηση. Τώρα, πως και γιατί μου έρχεται αυτή η τάση να κάνω τέτοιου είδους ερωτήσεις ; Φαίνε- ται, ότι κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού - νομίζω ότι έχω λίγο μυαλό - έχω την υποψία ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Οχι επειδή το συνδυάζω με τον γνωστό νό-μο του M u r p h y, που λέει : « αν υπάρχει πιθανότητα να πάει κάτι στραβά, τότε θα πάει ». Οχι, δεν είναι μ΄αυτό το σκεπτικό, άλλη είναι η αιτία. Και αυτή είναι η αλματώδης αύξηση των διαζυγίων τους τελευταίους καιρούς. Όταν η πιθανότητα είναι μιά στις τέσσερις - ή και μιά στις τρεις - να διαλυθεί ένας γάμος, υπάρχει τίποτε το παράξενο, να σου έρχεται στο νού μιά τέτοια σκέψη ; Για την ευκολία ( ή και τη μόδα ) με την οποία διαλύονται οι γάμοι στα εξ ών συνετέθη-σαν, έχουμε πεί πολλά πράγματα σε άλλες περιπτώσεις. Λοιπόν, νομίζω ότι είναι περιττό να λέμε και να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα. Οι άνθρωποι το έκαναν συνήθειο, με ψύλλου πήδη-μα, παίρνουν το καπελλάκι τους και φεύγουν. Όπως τραγουδούσε ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσά-νης με τη βλάχικη Τρικαλινή προφορά του, πριν από πολλά χρόνια : B α δ ί ζ ω κ α ι π α ρ α μ ι λ ώ γ ι α υ τ ή τ η σ υ μ φ ο ρ ά μ ο υ. Ε χ ώ ρ ι σ α κ α ι έ χ ω β ρ ε ί ο δ ό λ ι ο ς τ η χ α ρ ά μ ο υ. Χωρίζουν λοιπόν οι τέως νιόπαντροι, που είχαν ξεκινήσει με τόσα όνειρα και τόσες ελπί-δες, αφού περάσουν πρώτα από τους δικηγόρους - που πρέπει να έχουν κι αυτοί δουλειά, δεν θα τους καταντήσουμε ληστές τραπεζών, έτσι δεν είναι ; - και τα παρατάνε στη μέση. Αφή-νουν βέβαια αρκετά συχνά πίσω τους κάποιους ή κάποιον απόγονο, που θέλει δεν θέλει, θα πάρει πιθανόν και το στραβό δρόμο. Αυτούς όμως λίγο τους νοιάζει αυτό, έχουν βρεί οι αν-θρωποι τη χαρά τους. Για να ξαναδοκιμάσουν ίσως τα ίδια, και να χωρίσουν ίσως και πάλι, βρίσκοντας όμως και πάλι τη χαρά τους. Αυτή η ιστορία με τα πολλά και συχνά διαζύγια, ήταν μιά φορά κι ένναν καιρό, προνόμιο της Αμερικής, του Χόλλυγουντ και των ηθοποιών. Ακόμα και των εξωκινηματογραφικών ζευγαριών. Αλλά όπως ξέρουμε, ότι στραβό έχει να παρουσιάσε η μεγάλη αυτή υπερατλαντι-κή χώρα, αργεί μεν κάποτε, αλλά τελικά μας έρχεται. Ετσι έγινε και σ΄αυτή την περίπτωση. Και επειδή - το λέμε αυτό για πολλοστή φορά - οι γυναίκες απόχτησαν οικονομική αυτοτέ-λεια, πολύ εύκολα τα παρατάνε όλα σύξυλα, παίρνουν το καπελλακι τους και φεύγουν. Β Α Δ Ι Ζ Ω Κ Α Ι Π Α Ρ Α Μ Ι Λ Ω Ηταν ένας καιρός - όχι πολύ - μακρυνός, που όλο σχεδόν το χρόνο, όλο και κάποια πρόσ-κληση μας ερχότανε να παρευρεθούμε σε ένα γάμο, που τις εποχές εκείνες γινότανε συνήθως ημέρα Κυριακή. Τέλειωνε η πρωϊνή λειτουργία, και λίγη ώρα κατόπιν, έβλεπες να μαζεύον-ται οι προσκαλεσμένοι, και μαζύ τους και ο υποψήφιος γαμπρός, που αμήχανος συνήθως, πή-γαινε και ερχόταν στο κεφαλόσκαλο μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας. Και έπρεπε να πε-ριμένει συνήθως αρκετή ώρα, πάντα υπήρχε η συνήθεια, το έθιμο, να αργεί η νύφη. Πολλές φορές μάλιστα για αρκετή ώρα, πράγμα που προκαλούσε συνήθως μεγάλη αδημονία και ί-σως και ταλαιπωρία του γαμπρού. Κάποτε έκαμνε την εμφάνισή της - επί τέλους - και η νύφη, σημαιοστολισμένη όπως πάν-τοτε, και επωχούμενη αυτοκινήτου. Χειροκροτήματα πολλά από τους παρεστώτες, άμα τη α-φίξη της. Εβγαινε από το αυτοκίνητο - που προτιμώ να το ονομάζω « οχτωκίνητο », για λό-γους που τους έχω αναφέρει μιά δυό φορές - και κρατώντας την αγκαζέ ο πατέρας της ( ή κά-ποιος άλλος δικός της ), την οδηγούσε στην είσοδο του Ναού, και από εκεί, μαζύ με τον γαμ-πρό, προς τα ενδότερα, όπου άρχιζε και η τελετή που τόσο πολύ αδημονούσαν οι προσκαλε-σμένοι να παρακολουθήσουν. Η τελετή κρατούσε - όπως γίνεται και τώρα - κάπου τρία τέ-ταρτα της ώρας, λιγο πάνω, λίγο κάτω. Και το καινούργιο ζευγάρι, στεκόταν εκεί για να δεχ-τεί τα συγχαρητήρια και της ευχές των προσκαλεσμένων. Ολοι έχουμε παρευρεθεί σε τέτοιες σκηνές, έχουμε περιμένει στη σειρά για να δώσουμε τις ευχές μας στους νεόνυμφους. Οι οποίοι, με μεγάλη υπομονή, περίμεναν όλο το πλήθος των καλεσμένων να περάσει, και να φτάσουν στο τέρμα της τελετής. Και κατόπιν να αποχω-ρήσει το ζευγάρι για τα « περαιτέρω », που τα παλιά χρόνια ήσαν πραγματικά καινούργιες εμπειρίες, η πρώτη νύχτα του γάμου ήταν μιά αληθινή « πρώτη » νύχτα, και όχι χιλιοστή και παραπάνω, όπως βλέπουμε σήμερα. Τέλος πάντων, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά και στο παρελθόν ανήκουν και οι πολλοί και συχνοί γάμοι, η τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων έφτανε μπροστά στο μονα-δικό αυτό γεγονός, που μάλιστα, δεν επαναλαμβανότανε για τους συμμετέχοντες - πάλι στη συντριπτική πλειοψηφία τους - για δεύτερη φορά. Μιά κι έξω, παντρευτήκαμε για να μή χω-ρίσουμε ποτέ. Αυτή ήταν η αντίληψη των εποχών εκείνων, αυτό που θα μπορούσαμε να ονο-μάσουμε « η ένωση για πάντα », με τις λίγες εξαιρέσεις όπως είπαμε. Πώς είναι τα πράγματα τώρα ; Σϋμφωνα με τις στατιστικές, στη χώρα μας οι γάμοι έχουν περιοριστεί πολύ σε αριθμό. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό. Για να φτιάξεις μιά οικογένεια, πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις, και η πρώτη από αυτές, είναι να υπάρ-χει μιά στοιχειώδης οικονομική άνεση, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ένας του-λάχιστον από τους δυό του ζευγαριού, πρέπει να μπορεί να έχει μιά σταθερή και αποδοτική δουλειά. Ή αλλοιώς, να υπάρχει εργασία - μόνιμη βέβαια, όχι με το φόβο της αυριανής από-λυσης - και για τους δυό συζύγους. Υπάρχουν πολύ εύκολα αυτές οι οικονομικές συνθήκες που αναφέρθηκαν ; Μπορούν δυό νεαρά άτομα να έχουν αυτές τις προϋποθέσεις τη σημερινή εποχή ; Η απάντηση είναι γνωστή εκ των προτέρων : Οχι, δεν είναι καθόλου εύκολο να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ανεργία είναι πολύ μεγάλη, δουλειά μόνιμη και σταθερή και για τα δυό μέλη του ζευγαριου, είναι εξαιρετι-κά δύσκολο να υπάρχει. Λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απόλυτα φυσικό, να μην πηγαίνουν στην εκκλησία ή στο δημαρχείο, αυτοί που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και να έχουμε υπ΄όψιν, ότι το σημερινό κόστος διαβίωσης για μιά οικογένεια, είναι περίπου τριπλάσιο από ότι ηταν στα παλιά χρόνια. Και αυτό το γεγονός, κάμνει τα πράγματα ακόμα πιό δύσκολα. Αλλά ο άνθρωπος - όπως και μερικά είδη πουλιών, όχι όμως και θηλαστικών - είναι κα -μωμένος να ζεί κατά ζεύγη. Όταν δεν μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα, καταφεύγει σε άλ-λες λύσεις. Στο να φτιάχνει μιά « ανεπίσημη » οικογένεια, μιά κατάσταση στη οποία υπάρ-χει συμβίωση που δεν είναι επίσημη, αλλά που μπορεί να έχει τις προοπτικές - όχι πάντοτε βέβαια - να γίνει επίσημη, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν. Μπορεί αυτή η κατάσταση της εκτός γάμου συμβίωσης, να έχει γίνει μόδα σε πολλές χώρες, μπορεί όμως να είναι και μιά λύση ανάγκης σε χώρες όπου « βράζει » η ανεργία. Και αυτός ο τρόπος φαίνεται να επικρα-τεί και στη χώρα μας. Περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες, δημιουργούνται ανεπίσημα ζευγάρια, που δίνουν την εντύπωση ότι μπορεί να γίνουν επίσημα, όπως -και το πιθανότερο - να διαλυθούν. Αυτή είναι η κατάσταση τις μέρες αυτές των καινούργιων εποχών. Πάντως, όσο κι αν έχουν λιγοστέψει οι γάμοι - και προφανώς θα λιγοστεύουν όλο και πε-ρισσότερο με την πάροδο των χρόνων - εν τούτοις, γίνονται ακόμα κάποιοι γάμοι, αυτό το βλέπουμε όλοι μας. Και ως είθισται, αποστέλλονται και οι σχετικές προσκλήσεις, όλα κι όλα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις παλιές τυπικές διαδικασίες. Ετσι, έρχονται και σε σάς τα σχετικά προσκλητήρια, έρχονται και στο γράφοντα. Ετσι, ξεκινώ την καθορισμένη ημέρα και ώρα, να πάω να παρευρεθώ στο μυστήριο που πρόκειται να λάβει χώραν στο συγκεκριμένο Ναό, με τις ευλογίες της εκκλησίας και των παρευρισκόμενων. Κατά τα ειωθότα, μετά το τέλος της τελετής, περνούμε όλοι μπροστά από το καινούργιο ζευγάρι - να μας ζήσουν και να έχουν ένα βίον ανθόσπαρτον - και δίνουμε τις ολόθερμες ευ-χές μας, χωρίς να παραλείψουμε και τον κουμπάρο ( λέξη που προέρχεται από το ιταλικό c o m p a d r e, που σημαίνει ακριβολεκτικά « σύντεκνος », « ανάδοχος », και που θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στους νονούς, και αντ΄αυτού, να χρησιμοποιείται το αγγλικό b e s t m a n ). Και περνά και ο γράφων, και συγχαίρει ολόψυχα τους νιόπαντρους. Αλλά εκείνη τη στιγμή, του έρχεται παρορμητικά η σκέψη να τους ρωτήσει : « Και πότε λοιπόν θα χωρίσετε παιδιά ; ». Αλλά ενώ έρχεται στο νού αυτή η ερώτηση, οι καλοί τρόποι λένε ότι πρέπει να α-ποφεύγουμε αυτού του είδους τις εντελώς άστοχες και αδιάκριτες ερωτήσεις. Και δεν κάνω καθόλου αυτή την ερώτηση. Τώρα, πως και γιατί μου έρχεται αυτή η τάση να κάνω τέτοιου είδους ερωτήσεις ; Φαίνε- ται, ότι κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού - νομίζω ότι έχω λίγο μυαλό - έχω την υποψία ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Οχι επειδή το συνδυάζω με τον γνωστό νό-μο του M u r p h y, που λέει : « αν υπάρχει πιθανότητα να πάει κάτι στραβά, τότε θα πάει ». Οχι, δεν είναι μ΄αυτό το σκεπτικό, άλλη είναι η αιτία. Και αυτή είναι η αλματώδης αύξηση των διαζυγίων τους τελευταίους καιρούς. Όταν η πιθανότητα είναι μιά στις τέσσερις - ή και μιά στις τρεις - να διαλυθεί ένας γάμος, υπάρχει τίποτε το παράξενο, να σου έρχεται στο νού μιά τέτοια σκέψη ; Για την ευκολία ( ή και τη μόδα ) με την οποία διαλύονται οι γάμοι στα εξ ών συνετέθη-σαν, έχουμε πεί πολλά πράγματα σε άλλες περιπτώσεις. Λοιπόν, νομίζω ότι είναι περιττό να λέμε και να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα. Οι άνθρωποι το έκαναν συνήθειο, με ψύλλου πήδη-μα, παίρνουν το καπελλάκι τους και φεύγουν. Όπως τραγουδούσε ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσά-νης με τη βλάχικη Τρικαλινή προφορά του, πριν από πολλά χρόνια : B α δ ί ζ ω κ α ι π α ρ α μ ι λ ώ γ ι α υ τ ή τ η σ υ μ φ ο ρ ά μ ο υ. Ε χ ώ ρ ι σ α κ α ι έ χ ω β ρ ε ί ο δ ό λ ι ο ς τ η χ α ρ ά μ ο υ. Χωρίζουν λοιπόν οι τέως νιόπαντροι, που είχαν ξεκινήσει με τόσα όνειρα και τόσες ελπί-δες, αφού περάσουν πρώτα από τους δικηγόρους - που πρέπει να έχουν κι αυτοί δουλειά, δεν θα τους καταντήσουμε ληστές τραπεζών, έτσι δεν είναι ; - και τα παρατάνε στη μέση. Αφή-νουν βέβαια αρκετά συχνά πίσω τους κάποιους ή κάποιον απόγονο, που θέλει δεν θέλει, θα πάρει πιθανόν και το στραβό δρόμο. Αυτούς όμως λίγο τους νοιάζει αυτό, έχουν βρεί οι αν-θρωποι τη χαρά τους. Για να ξαναδοκιμάσουν ίσως τα ίδια, και να χωρίσουν ίσως και πάλι, βρίσκοντας όμως και πάλι τη χαρά τους. Αυτή η ιστορία με τα πολλά και συχνά διαζύγια, ήταν μιά φορά κι ένναν καιρό, προνόμιο της Αμερικής, του Χόλλυγουντ και των ηθοποιών. Ακόμα και των εξωκινηματογραφικών ζευγαριών. Αλλά όπως ξέρουμε, ότι στραβό έχει να παρουσιάσε η μεγάλη αυτή υπερατλαντι-κή χώρα, αργεί μεν κάποτε, αλλά τελικά μας έρχεται. Ετσι έγινε και σ΄αυτή την περίπτωση. Και επειδή - το λέμε αυτό για πολλοστή φορά - οι γυναίκες απόχτησαν οικονομική αυτοτέ-λεια, πολύ εύκολα τα παρατάνε όλα σύξυλα, παίρνουν το καπελλακι τους και φεύγουν. Β Α Δ Ι Ζ Ω Κ Α Ι Π Α Ρ Α Μ Ι Λ Ω Ηταν ένας καιρός - όχι πολύ - μακρυνός, που όλο σχεδόν το χρόνο, όλο και κάποια πρόσ-κληση μας ερχότανε να παρευρεθούμε σε ένα γάμο, που τις εποχές εκείνες γινότανε συνήθως ημέρα Κυριακή. Τέλειωνε η πρωϊνή λειτουργία, και λίγη ώρα κατόπιν, έβλεπες να μαζεύον-ται οι προσκαλεσμένοι, και μαζύ τους και ο υποψήφιος γαμπρός, που αμήχανος συνήθως, πή-γαινε και ερχόταν στο κεφαλόσκαλο μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας. Και έπρεπε να πε-ριμένει συνήθως αρκετή ώρα, πάντα υπήρχε η συνήθεια, το έθιμο, να αργεί η νύφη. Πολλές φορές μάλιστα για αρκετή ώρα, πράγμα που προκαλούσε συνήθως μεγάλη αδημονία και ί-σως και ταλαιπωρία του γαμπρού. Κάποτε έκαμνε την εμφάνισή της - επί τέλους - και η νύφη, σημαιοστολισμένη όπως πάν-τοτε, και επωχούμενη αυτοκινήτου. Χειροκροτήματα πολλά από τους παρεστώτες, άμα τη α-φίξη της. Εβγαινε από το αυτοκίνητο - που προτιμώ να το ονομάζω « οχτωκίνητο », για λό-γους που τους έχω αναφέρει μιά δυό φορές - και κρατώντας την αγκαζέ ο πατέρας της ( ή κά-ποιος άλλος δικός της ), την οδηγούσε στην είσοδο του Ναού, και από εκεί, μαζύ με τον γαμ-πρό, προς τα ενδότερα, όπου άρχιζε και η τελετή που τόσο πολύ αδημονούσαν οι προσκαλε-σμένοι να παρακολουθήσουν. Η τελετή κρατούσε - όπως γίνεται και τώρα - κάπου τρία τέ-ταρτα της ώρας, λιγο πάνω, λίγο κάτω. Και το καινούργιο ζευγάρι, στεκόταν εκεί για να δεχ-τεί τα συγχαρητήρια και της ευχές των προσκαλεσμένων. Ολοι έχουμε παρευρεθεί σε τέτοιες σκηνές, έχουμε περιμένει στη σειρά για να δώσουμε τις ευχές μας στους νεόνυμφους. Οι οποίοι, με μεγάλη υπομονή, περίμεναν όλο το πλήθος των καλεσμένων να περάσει, και να φτάσουν στο τέρμα της τελετής. Και κατόπιν να αποχω-ρήσει το ζευγάρι για τα « περαιτέρω », που τα παλιά χρόνια ήσαν πραγματικά καινούργιες εμπειρίες, η πρώτη νύχτα του γάμου ήταν μιά αληθινή « πρώτη » νύχτα, και όχι χιλιοστή και παραπάνω, όπως βλέπουμε σήμερα. Τέλος πάντων, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά και στο παρελθόν ανήκουν και οι πολλοί και συχνοί γάμοι, η τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων έφτανε μπροστά στο μονα-δικό αυτό γεγονός, που μάλιστα, δεν επαναλαμβανότανε για τους συμμετέχοντες - πάλι στη συντριπτική πλειοψηφία τους - για δεύτερη φορά. Μιά κι έξω, παντρευτήκαμε για να μή χω-ρίσουμε ποτέ. Αυτή ήταν η αντίληψη των εποχών εκείνων, αυτό που θα μπορούσαμε να ονο-μάσουμε « η ένωση για πάντα », με τις λίγες εξαιρέσεις όπως είπαμε. Πώς είναι τα πράγματα τώρα ; Σϋμφωνα με τις στατιστικές, στη χώρα μας οι γάμοι έχουν περιοριστεί πολύ σε αριθμό. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό. Για να φτιάξεις μιά οικογένεια, πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις, και η πρώτη από αυτές, είναι να υπάρ-χει μιά στοιχειώδης οικονομική άνεση, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ένας του-λάχιστον από τους δυό του ζευγαριού, πρέπει να μπορεί να έχει μιά σταθερή και αποδοτική δουλειά. Ή αλλοιώς, να υπάρχει εργασία - μόνιμη βέβαια, όχι με το φόβο της αυριανής από-λυσης - και για τους δυό συζύγους. Υπάρχουν πολύ εύκολα αυτές οι οικονομικές συνθήκες που αναφέρθηκαν ; Μπορούν δυό νεαρά άτομα να έχουν αυτές τις προϋποθέσεις τη σημερινή εποχή ; Η απάντηση είναι γνωστή εκ των προτέρων : Οχι, δεν είναι καθόλου εύκολο να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ανεργία είναι πολύ μεγάλη, δουλειά μόνιμη και σταθερή και για τα δυό μέλη του ζευγαριου, είναι εξαιρετι-κά δύσκολο να υπάρχει. Λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απόλυτα φυσικό, να μην πηγαίνουν στην εκκλησία ή στο δημαρχείο, αυτοί που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και να έχουμε υπ΄όψιν, ότι το σημερινό κόστος διαβίωσης για μιά οικογένεια, είναι περίπου τριπλάσιο από ότι ηταν στα παλιά χρόνια. Και αυτό το γεγονός, κάμνει τα πράγματα ακόμα πιό δύσκολα. Αλλά ο άνθρωπος - όπως και μερικά είδη πουλιών, όχι όμως και θηλαστικών - είναι κα -μωμένος να ζεί κατά ζεύγη. Όταν δεν μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα, καταφεύγει σε άλ-λες λύσεις. Στο να φτιάχνει μιά « ανεπίσημη » οικογένεια, μιά κατάσταση στη οποία υπάρ-χει συμβίωση που δεν είναι επίσημη, αλλά που μπορεί να έχει τις προοπτικές - όχι πάντοτε βέβαια - να γίνει επίσημη, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν. Μπορεί αυτή η κατάσταση της εκτός γάμου συμβίωσης, να έχει γίνει μόδα σε πολλές χώρες, μπορεί όμως να είναι και μιά λύση ανάγκης σε χώρες όπου « βράζει » η ανεργία. Και αυτός ο τρόπος φαίνεται να επικρα-τεί και στη χώρα μας. Περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες, δημιουργούνται ανεπίσημα ζευγάρια, που δίνουν την εντύπωση ότι μπορεί να γίνουν επίσημα, όπως -και το πιθανότερο - να διαλυθούν. Αυτή είναι η κατάσταση τις μέρες αυτές των καινούργιων εποχών. Πάντως, όσο κι αν έχουν λιγοστέψει οι γάμοι - και προφανώς θα λιγοστεύουν όλο και πε-ρισσότερο με την πάροδο των χρόνων - εν τούτοις, γίνονται ακόμα κάποιοι γάμοι, αυτό το βλέπουμε όλοι μας. Και ως είθισται, αποστέλλονται και οι σχετικές προσκλήσεις, όλα κι όλα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις παλιές τυπικές διαδικασίες. Ετσι, έρχονται και σε σάς τα σχετικά προσκλητήρια, έρχονται και στο γράφοντα. Ετσι, ξεκινώ την καθορισμένη ημέρα και ώρα, να πάω να παρευρεθώ στο μυστήριο που πρόκειται να λάβει χώραν στο συγκεκριμένο Ναό, με τις ευλογίες της εκκλησίας και των παρευρισκόμενων. Κατά τα ειωθότα, μετά το τέλος της τελετής, περνούμε όλοι μπροστά από το καινούργιο ζευγάρι - να μας ζήσουν και να έχουν ένα βίον ανθόσπαρτον - και δίνουμε τις ολόθερμες ευ-χές μας, χωρίς να παραλείψουμε και τον κουμπάρο ( λέξη που προέρχεται από το ιταλικό c o m p a d r e, που σημαίνει ακριβολεκτικά « σύντεκνος », « ανάδοχος », και που θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στους νονούς, και αντ΄αυτού, να χρησιμοποιείται το αγγλικό b e s t m a n ). Και περνά και ο γράφων, και συγχαίρει ολόψυχα τους νιόπαντρους. Αλλά εκείνη τη στιγμή, του έρχεται παρορμητικά η σκέψη να τους ρωτήσει : « Και πότε λοιπόν θα χωρίσετε παιδιά ; ». Αλλά ενώ έρχεται στο νού αυτή η ερώτηση, οι καλοί τρόποι λένε ότι πρέπει να α-ποφεύγουμε αυτού του είδους τις εντελώς άστοχες και αδιάκριτες ερωτήσεις. Και δεν κάνω καθόλου αυτή την ερώτηση. Τώρα, πως και γιατί μου έρχεται αυτή η τάση να κάνω τέτοιου είδους ερωτήσεις ; Φαίνε- ται, ότι κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού - νομίζω ότι έχω λίγο μυαλό - έχω την υποψία ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Οχι επειδή το συνδυάζω με τον γνωστό νό-μο του M u r p h y, που λέει : « αν υπάρχει πιθανότητα να πάει κάτι στραβά, τότε θα πάει ». Οχι, δεν είναι μ΄αυτό το σκεπτικό, άλλη είναι η αιτία. Και αυτή είναι η αλματώδης αύξηση των διαζυγίων τους τελευταίους καιρούς. Όταν η πιθανότητα είναι μιά στις τέσσερις - ή και μιά στις τρεις - να διαλυθεί ένας γάμος, υπάρχει τίποτε το παράξενο, να σου έρχεται στο νού μιά τέτοια σκέψη ; Για την ευκολία ( ή και τη μόδα ) με την οποία διαλύονται οι γάμοι στα εξ ών συνετέθη-σαν, έχουμε πεί πολλά πράγματα σε άλλες περιπτώσεις. Λοιπόν, νομίζω ότι είναι περιττό να λέμε και να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα. Οι άνθρωποι το έκαναν συνήθειο, με ψύλλου πήδη-μα, παίρνουν το καπελλάκι τους και φεύγουν. Όπως τραγουδούσε ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσά-νης με τη βλάχικη Τρικαλινή προφορά του, πριν από πολλά χρόνια : B α δ ί ζ ω κ α ι π α ρ α μ ι λ ώ γ ι α υ τ ή τ η σ υ μ φ ο ρ ά μ ο υ. Ε χ ώ ρ ι σ α κ α ι έ χ ω β ρ ε ί ο δ ό λ ι ο ς τ η χ α ρ ά μ ο υ. Χωρίζουν λοιπόν οι τέως νιόπαντροι, που είχαν ξεκινήσει με τόσα όνειρα και τόσες ελπί-δες, αφού περάσουν πρώτα από τους δικηγόρους - που πρέπει να έχουν κι αυτοί δουλειά, δεν θα τους καταντήσουμε ληστές τραπεζών, έτσι δεν είναι ; - και τα παρατάνε στη μέση. Αφή-νουν βέβαια αρκετά συχνά πίσω τους κάποιους ή κάποιον απόγονο, που θέλει δεν θέλει, θα πάρει πιθανόν και το στραβό δρόμο. Αυτούς όμως λίγο τους νοιάζει αυτό, έχουν βρεί οι αν-θρωποι τη χαρά τους. Για να ξαναδοκιμάσουν ίσως τα ίδια, και να χωρίσουν ίσως και πάλι, βρίσκοντας όμως και πάλι τη χαρά τους. Αυτή η ιστορία με τα πολλά και συχνά διαζύγια, ήταν μιά φορά κι ένναν καιρό, προνόμιο της Αμερικής, του Χόλλυγουντ και των ηθοποιών. Ακόμα και των εξωκινηματογραφικών ζευγαριών. Αλλά όπως ξέρουμε, ότι στραβό έχει να παρουσιάσε η μεγάλη αυτή υπερατλαντι-κή χώρα, αργεί μεν κάποτε, αλλά τελικά μας έρχεται. Ετσι έγινε και σ΄αυτή την περίπτωση. Και επειδή - το λέμε αυτό για πολλοστή φορά - οι γυναίκες απόχτησαν οικονομική αυτοτέ-λεια, πολύ εύκολα τα παρατάνε όλα σύξυλα, παίρνουν το καπελλακι τους και φεύγουν.

Β  Α  Δ  Ι  Ζ  Ω     Κ  Α  Ι     Π  Α  Ρ  Α  Μ  Ι  Λ  Ω



Ηταν ένας καιρός - όχι πολύ - μακρυνός, που όλο σχεδόν το χρόνο, όλο και κάποια πρόσκληση μας ερχότανε να παρευρεθούμε σε ένα γάμο, που τις εποχές εκείνες γινότανε συνήθως ημέρα Κυριακή. Τέλειωνε  η πρωϊνή λειτουργία, και λίγη  ώρα κατόπιν, έβλεπες να μαζεύονται οι προσκαλεσμένοι, και μαζύ τους και ο υποψήφιος γαμπρός, που αμήχανος συνήθως, πήγαινε και ερχόταν στο κεφαλόσκαλο μπροστά στην είσοδο  της εκκλησίας. Και έπρεπε να περιμένει συνήθως αρκετή  ώρα, πάντα  υπήρχε η  συνήθεια, το έθιμο, να αργεί η νύφη. Πολλές φορές μάλιστα  για αρκετή ώρα, πράγμα που προκαλούσε  συνήθως μεγάλη αδημονία και ίσως και ταλαιπωρία του γαμπρού.

Κάποτε έκαμνε την  εμφάνισή της - επί τέλους - και η νύφη, σημαιοστολισμένη όπως πάντοτε, και επωχούμενη αυτοκινήτου. Χειροκροτήματα  πολλά από τους παρεστώτες, άμα τη αφίξη της. Εβγαινε  από το αυτοκίνητο - που  προτιμώ να το ονομάζω  « οχτωκίνητο », για λόγους που τους έχω αναφέρει μιά δυό φορές - και κρατώντας την αγκαζέ ο πατέρας της ( ή κάποιος άλλος δικός της ), την οδηγούσε στην είσοδο του Ναού, και από εκεί, μαζύ με τον γαμπρό, προς τα ενδότερα, όπου  άρχιζε και η τελετή που τόσο πολύ αδημονούσαν οι προσκαλεσμένοι να  παρακολουθήσουν. Η τελετή  κρατούσε - όπως  γίνεται και  τώρα - κάπου τρία τέταρτα της ώρας, λιγο πάνω, λίγο κάτω. Και το καινούργιο ζευγάρι, στεκόταν εκεί για να δεχτεί τα συγχαρητήρια και της ευχές των προσκαλεσμένων.

Ολοι έχουμε παρευρεθεί σε τέτοιες σκηνές, έχουμε  περιμένει στη  σειρά για να δώσουμε τις ευχές μας  στους νεόνυμφους. Οι  οποίοι, με  μεγάλη  υπομονή, περίμεναν  όλο το πλήθος των καλεσμένων να  περάσει, και να φτάσουν στο τέρμα της τελετής. Και κατόπιν να αποχωρήσει το  ζευγάρι για  τα  « περαιτέρω », που τα  παλιά χρόνια ήσαν  πραγματικά καινούργιες εμπειρίες, η πρώτη νύχτα του γάμου ήταν μιά αληθινή « πρώτη  » νύχτα, και όχι χιλιοστή και παραπάνω, όπως βλέπουμε σήμερα.

Τέλος πάντων, όλα αυτά ανήκουν  στο παρελθόν. Αλλά και στο παρελθόν ανήκουν και οι πολλοί και συχνοί γάμοι, η  τεράστια πλειοψηφία  των ανθρώπων έφτανε μπροστά στο μοναδικό αυτό γεγονός, που μάλιστα, δεν επαναλαμβανότανε για τους συμμετέχοντες - πάλι στη συντριπτική πλειοψηφία τους - για δεύτερη φορά. Μιά  κι έξω, παντρευτήκαμε για να μή χωρίσουμε ποτέ. Αυτή ήταν η αντίληψη των εποχών εκείνων, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε  « η ένωση για πάντα », με τις λίγες εξαιρέσεις όπως είπαμε.

Πώς είναι τα πράγματα τώρα ; Σϋμφωνα με τις στατιστικές, στη χώρα μας οι γάμοι έχουν περιοριστεί πολύ σε αριθμό. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό. Για να φτιάξεις μιά οικογένεια,  πρέπει να υπάρχουν και οι  κατάλληλες προϋποθέσεις, και η πρώτη από αυτές, είναι να υπάρχει μιά στοιχειώδης οικονομική  άνεση, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ένας τουλάχιστον από τους δυό  του ζευγαριού, πρέπει να  μπορεί να έχει μιά  σταθερή και αποδοτική  δουλειά. Ή αλλοιώς, να υπάρχει  εργασία - μόνιμη  βέβαια, όχι με το φόβο της αυριανής απόλυσης - και για τους δυό συζύγους.

Υπάρχουν πολύ εύκολα αυτές οι οικονομικές συνθήκες που αναφέρθηκαν ; Μπορούν δυό νεαρά άτομα να έχουν αυτές τις προϋποθέσεις τη σημερινή εποχή ; Η απάντηση είναι γνωστή εκ των προτέρων : Οχι, δεν είναι  καθόλου εύκολο  να συμβαίνει  κάτι τέτοιο, η ανεργία είναι πολύ μεγάλη, δουλειά μόνιμη και σταθερή και για τα δυό μέλη του ζευγαριου, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρχει. Λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απόλυτα φυσικό, να μην πηγαίνουν στην εκκλησία ή στο δημαρχείο, αυτοί  που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και να έχουμε υπ΄όψιν, ότι το σημερινό κόστος διαβίωσης για μιά οικογένεια, είναι περίπου τριπλάσιο από ότι ηταν στα παλιά χρόνια. Και αυτό το γεγονός, κάμνει τα πράγματα ακόμα πιό δύσκολα.

Αλλά ο άνθρωπος - όπως και μερικά είδη πουλιών, όχι όμως και θηλαστικών - είναι καμωμένος να ζεί  κατά ζεύγη. Όταν δεν μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα, καταφεύγει σε άλλες λύσεις. Στο να φτιάχνει  μιά  « ανεπίσημη »  οικογένεια, μιά κατάσταση στη οποία υπάρχει συμβίωση  που δεν είναι επίσημη, αλλά  που μπορεί  να έχει τις  προοπτικές - όχι πάντοτε βέβαια - να  γίνει  επίσημη, όταν οι συνθήκες το  ευνοήσουν. Μπορεί αυτή  η κατάσταση της εκτός γάμου  συμβίωσης, να  έχει γίνει μόδα  σε πολλές  χώρες, μπορεί όμως να είναι και μιά λύση ανάγκης σε χώρες όπου  « βράζει  » η ανεργία. Και αυτός ο τρόπος φαίνεται να επικρατεί  και στη χώρα μας. Περιμένοντας  τις κατάλληλες  συνθήκες, δημιουργούνται ανεπίσημα ζευγάρια, που δίνουν την εντύπωση ότι μπορεί να γίνουν επίσημα, όπως -και το πιθανότερο - να διαλυθούν. Αυτή είναι η κατάσταση τις μέρες αυτές των καινούργιων εποχών.

Πάντως, όσο κι αν έχουν λιγοστέψει οι γάμοι - και προφανώς θα λιγοστεύουν όλο και περισσότερο με  την πάροδο  των χρόνων - εν  τούτοις, γίνονται  ακόμα κάποιοι  γάμοι, αυτό το βλέπουμε όλοι μας. Και ως είθισται, αποστέλλονται και οι σχετικές προσκλήσεις, όλα κι όλα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις παλιές τυπικές διαδικασίες. Ετσι, έρχονται και σε σάς τα σχετικά προσκλητήρια, έρχονται και στο γράφοντα. Ετσι, ξεκινώ την καθορισμένη ημέρα και  ώρα, να πάω να παρευρεθώ στο μυστήριο  που πρόκειται  να λάβει χώραν  στο συγκεκριμένο Ναό, με τις ευλογίες της εκκλησίας και των παρευρισκόμενων.

Κατά τα ειωθότα, μετά το τέλος της τελετής, περνούμε όλοι μπροστά  από το καινούργιο ζευγάρι - να μας ζήσουν και να έχουν ένα  βίον ανθόσπαρτον - και δίνουμε τις ολόθερμες ευχές μας, χωρίς να  παραλείψουμε και τον κουμπάρο ( λέξη που  προέρχεται  από το ιταλικό  c o m p a d r e, που σημαίνει  ακριβολεκτικά  « σύντεκνος », « ανάδοχος », και που θα πρέπει να  εφαρμόζεται  μόνο στους  νονούς, και  αντ΄αυτού, να  χρησιμοποιείται  το αγγλικό  b e s t   m a n ). Και περνά και ο γράφων, και συγχαίρει  ολόψυχα  τους νιόπαντρους. Αλλά εκείνη τη στιγμή, του έρχεται παρορμητικά η σκέψη να  τους ρωτήσει : « Και πότε  λοιπόν θα χωρίσετε παιδιά ; ». Αλλά ενώ  έρχεται στο νού αυτή η ερώτηση, οι καλοί τρόποι λένε ότι πρέπει να αποφεύγουμε αυτού του είδους τις  εντελώς  άστοχες και αδιάκριτες  ερωτήσεις. Και δεν κάνω καθόλου αυτή την ερώτηση.

Τώρα, πως και γιατί μου έρχεται αυτή η τάση  να κάνω τέτοιου  είδους ερωτήσεις ; Φαίνεται, ότι κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού - νομίζω ότι έχω λίγο μυαλό - έχω  την υποψία ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Οχι επειδή το συνδυάζω με τον γνωστό νόμο του  M u r p h y, που λέει : « αν υπάρχει πιθανότητα να πάει  κάτι στραβά, τότε θα  πάει ». Οχι, δεν  είναι μ΄αυτό  το σκεπτικό, άλλη είναι η  αιτία. Και αυτή  είναι η αλματώδης αύξηση  των διαζυγίων τους τελευταίους  καιρούς. Όταν η  πιθανότητα είναι μιά  στις τέσσερις - ή και  μιά στις τρεις - να διαλυθεί ένας γάμος, υπάρχει τίποτε  το παράξενο, να σου έρχεται στο νού μιά τέτοια σκέψη ;

Για την ευκολία ( ή και τη μόδα ) με την οποία διαλύονται  οι γάμοι στα εξ ών συνετέθησαν, έχουμε πεί πολλά πράγματα σε  άλλες περιπτώσεις. Λοιπόν, νομίζω ότι  είναι περιττό να λέμε και να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα. Οι άνθρωποι το έκαναν  συνήθειο, με ψύλλου πήδημα, παίρνουν το καπελλάκι  τους και φεύγουν. Όπως τραγουδούσε ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης με τη βλάχικη Τρικαλινή προφορά του, πριν από πολλά χρόνια :

B α δ ί ζ ω   κ α ι   π α ρ α μ ι λ ώ

γ ι   α υ τ ή   τ η   σ υ μ φ ο ρ ά   μ ο υ.

Ε χ ώ ρ ι σ α   κ α ι   έ χ ω   β ρ ε ί

ο   δ ό λ ι ο ς   τ η   χ α ρ ά   μ ο υ.

Χωρίζουν λοιπόν  οι τέως νιόπαντροι, που είχαν ξεκινήσει με τόσα όνειρα και τόσες ελπίδες, αφού περάσουν πρώτα από τους δικηγόρους - που πρέπει να έχουν  κι αυτοί δουλειά, δεν θα τους καταντήσουμε ληστές τραπεζών, έτσι δεν είναι ; - και τα παρατάνε  στη μέση. Αφήνουν βέβαια αρκετά συχνά πίσω  τους κάποιους ή κάποιον  απόγονο, που θέλει δεν θέλει, θα πάρει πιθανόν και  το στραβό δρόμο. Αυτούς όμως λίγο  τους νοιάζει αυτό, έχουν βρεί  οι ανθρωποι τη χαρά τους. Για να ξαναδοκιμάσουν  ίσως τα  ίδια, και να χωρίσουν  ίσως και πάλι, βρίσκοντας όμως και πάλι τη χαρά τους.

Αυτή η ιστορία με τα πολλά και συχνά διαζύγια, ήταν μιά φορά κι ένναν καιρό, προνόμιο της  Αμερικής, του  Χόλλυγουντ και  των ηθοποιών. Ακόμα  και των  εξωκινηματογραφικών ζευγαριών. Αλλά όπως ξέρουμε, ότι στραβό έχει να παρουσιάσε η μεγάλη αυτή υπερατλαντική χώρα, αργεί μεν  κάποτε, αλλά  τελικά μας έρχεται. Ετσι έγινε  και σ΄αυτή την περίπτωση. Και επειδή - το λέμε  αυτό για πολλοστή  φορά - οι γυναίκες  απόχτησαν  οικονομική αυτοτέλεια, πολύ εύκολα τα παρατάνε όλα σύξυλα, παίρνουν το καπελλακι τους και φεύγουν.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ ΑΚΟΜΑ ;

Π  Ο  Σ  Ο       Μ  Π  Ο  Ρ  Ε  Ι       Ν  Α       Α  Ν  Τ  Ε  Ξ  Ε  Ι       Α  Κ  Ο  Μ  Α    ;



Ποιός είναι που ρωτάμε πόσο μπορεί να αντέξει ακόμα ; Συνήθως αυτό το λέμε για κάποιον που είναι άρρωστος. Το λέμε ακόμα και σε άλλες περιπτώσεις. Κάποιος τρέχει Μαραθώνιο, βλέπουμε ότι είναι κατάκοπος και κάμνουμε την ίδια ερώτηση. Αλλοτε το λέμε για μιά χώρα ανίσχυρη που προσπαθεί να αντισταθεί σε κάποιον εχθρό πολύ πιό ισχυρό. Ακόμα μπορούμε με το ίδιο σκεπτικό να το αναφέρουμε και σε άλλες περιπτώσεις. Τον περασμένο - 19ο αιώνα - αυτό το λέγανε οι ισχυροί Ευρωπαίοι για τον « μεγάλο ασθενή », την Τουρκική αυτοκρατορία, που τελικά  δεν άντεξε - όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες  τις αυτοτοκρατορίες.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η ερώτηση αφορά έναν άλλο μεγάλο ασθενή, τον ίδιο τον πλανήτη, πάνω στον οποίο περπατούμε, πάνω στον οποίο ζούμε. Αλλά, πώς, είναι ασθενής ο πλανήτης μας, θα διερωτηθείτε ; Εμείς ξέρουμε ότι χαίρει άκρας υγείας. Χαίρει όμως ; Ιδού το μέγα  ερώτημα. Επιφανειακά φαίνεται ότι αν δεν χαίρει άκρας υγείας, πάντως αισθάνεται αρκετά καλά. Βραδυάζει, ξημερώνει, πάλι βραδυάζει, ο κόσμος πηγαίνει στις δουλειές του, τα εργοστάσια παράγουν κι  ο κόσμος αγοράζει, το χρηματιστήριο πηγαίνει καλά παρά τα κάποια φυσιολογικά σκαμπανεβάσματα, η διεθνής οικονομία πηγαίνει κουτσά - στραβά σχετικά καλά, πόλεμοι έπαψαν να γίνονται, υπάρχουν βέβαια και κάποια προβλήματα, αλλά και πότε δεν υπήρχαν, τέλος πάντων όλα βρίσκονται στη συνήθη τροχιά τους.

Ετσι είναι; Οχι, δεν είναι έτσι, είναι πολύ διαφορετικά κι ας μην φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Γι  αυτούς που βλέπουν κάπως μακρυά, τα πράγματα που φαίνονται στην επιφάνεια να είναι καλά, στο βάθος τους είναι άσχημα, πάρα πολύ άσχημα. Αλλά είναι καλύτερο να συμβουλευτούμε τους καθ΄ ήν αρμοδίους. Κι αυτοί δεν είναι οι αποκαλούμενοι « μελλοντολόγοι », αλλά οι στατιστικολόγοι - μ΄όλο που κι αυτοί δεν είναι πάντοτε αξιόπιστοι.

Λίγο ή πόλύ, όλοι ξέρουμε τις δέκα πληγές που χτύπησαν τον Φαραώ. Περιέργως - αλλά εντελώς συμπτωματικώς - δέκα είναι οι πληγές - τα κτυπήματα, τα αδιέξοδα - που αναφέρουν οι στατιστικολόγοι, κι  ας μην τις ονομάζουν έτσι, κι ας μην τις βγάζουν ακριβώς δέκα, δεν έχει πολλή σημασία αν είναι μιά ή δυό λιγότερες ή περισσότερες. Παρακάτω θα γίνει διεξοδική αναφορά και ανάλυση όλων αυτών. Τώρα, αν κάποιος διαφωνεί ως προς τον αριθμό, αν δεν παραδέχεται καμμιά, ή αν νομίζει ότι είναι πιό πολλές, ας το δηλώσει υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, όπως συνηθιζότανε κάποτε να λένε.

Η πρώτη - και εμφανής και τώρα - « πληγή », είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος. Εχουμε ακούσει τόσο πολλά να λέγονται πάνω στο θέμα αυτό, ώστε βαρεθήκαμε να τα ακούμε και νομίζουμε ότι πρόκειται απλώς για υπερβολές, και έτσι προτιμούμε να παραμερίσου - με εντελώς το θέμα, ή να το παραπέμψουμε στις ελληνικές καλένδες. Όμως, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, το ζήτημα και υπαρκτό είναι και γεμάτο απειλές είναι. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε όλες τις διαστάσεις του προβλήματος, αναφέροντας πριν απ΄όλα, πως ήδη το περιβάλλον έχει σε μεγάλο - πολύ μεγάλο - βαθμό καταστραφεί, και ότι η καταστροφή αυτή δεν είναι αναστρέψιμη με καμμιά κυβέρνηση.

Ένα πρώτο δείγμα είναι η πλήρης σχεδόν καταστροφή των μεγάλων δασών, που διαμορφώνουν το κλίμα του πλανήτη μας. Οι ζούγκλες της Αφρικής έχουν περιοριστεί στο πέντε τοις εκατό από αυτές που υπήρχαν στις αρχές του εικοστού αιώνα, αλλά και το απομείναν πέντε τοις εκατό εξαφανίζεται ταχύτατα κι αυτό. Η ζούγκλα των Ιμαλαίων έχει κατά το πλείστον καταστραφεί από ανθρώπινα χέρια, όπως ακριβώς και οι ζούγκλες της Αφρικής. Οι ανάγκες για καινούργιους τόπους για καλλιέργειες και κτηνοτροφία, η κοπή των δέντρων για οικοδομικούς σκοπούς και άλλοι δευτερεύοντες λόγοι, ευθύνονται για την εξαφάνιση των δασών αυτών.Το φαινόμενο που παρατηρείται στο Μπαγκλαντές, είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης. Επειδή έχουν μειωθεί στο ελάχιστο τα δάση  των Ιμαλαίων, κάθε χρόνο, ανελλειπώς, τα νερά από τα βουνά γεμίζουν τους μεγάλους ποταμούς που εκβάλλουν στο Μπαγκλαντές - κυρίως τον Γάγγη και τον Βραχμαπούτρα - και περίπου το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο του εδάφους της χώρας αυτής καλύπτεται από νερά από την υπερχείληση των ποταμών, και παραμένει έτσι επί εβδομάδες. Αυτό  το φαινόμενο συμβαίνει την εποχή των μουσσώνων.

Η ζούγκλα του Αμαζονίου βαίνει και αυτή σιγά σιγά μεν, αλλά σταθερά, προς εξαφάνιση. Τα μόνα μεγάλα δάση που έχουν απομείνει είναι τα δάση του Καναδά και της Σιβηρίας. Όμως, δεν ξέρουμε κατά πόσο μόνο με τα δάση αυτά μπορεί να σωθεί η κατάσταση.

Η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικά επιβαρυμένη, τόσο από τις βιομηχανίες, όσο και από τις εκπομπές καυσαερίων από τα αυτοκίνητα. Ξέρουμε βέβαια ότι ο άνθρωπος μπορεί να προσαρμοστεί και σε ατμόσφαιρα σχετικά πτωχή σε οξυγόνο, όμως η ύπαρξη αδρανών αερίων που δεν φεύγουν από την ατμόσφαιρα, έχει οπωσδήποτε βλαπτικές ενέργειες πάνω στους έμβιους οργανισμούς.

Πολύς θόρυβος γίνεται από καιρό για το « φαινόμενο του θερμοκηπίου ». Είναι γνωστό ότι αυτό οφείλεται στο στρώμα των αερίων που παράγονται κατά τη λειτουργία των κινητήρων εσωτερικής καύσης καθώς και άλλων μηχανών, που φυλακίζονται στην ατμόσφαιρα και εμποδίζουν την αποβολή θερμότητας από τη γή προς το εξωτερικό διάστημα, και έτσι προκαλείται άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη. Το φαινόμενο αυτό εξελίσσεται με αρκετά βραδύ ρυθμό, αλλά ήδη οι συνέπειές του φαίνονται από τώρα. Ηδη η θερμοκρασία του πλανήτη έχει ανέβει κατά πέντε βαθμούς τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια.

Πάμε τώρα στη δεύτερη « πληγή », πρόκειται για την ξέφρενη αύξηση του πληθυσμού στις υποανάπτυκτες και σε κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες.Οι στατιστικολόγοι μάς παρουσιάζουν ένα συγκεκριμμένο παράδειγμα, την αύξηση του πληθυσμού της Νιγηρίας. Η χώρα αυτή - περίπου σε έκταση όσο και η Γαλλία - είχε πριν τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο 40  εκατομμύρια κατοίκους. Τώρα, 1999, ο πληθυσμός πηγαίνει στα 125 περίπου εκατομμύρια. Το 2050- λένε οι στατιστικολόγοι - θα φτάσουν τα 256 εκατομμύρια - δηλαδή τον τωρινό πληθυσμό των Eνωμένων πολιτειών, που έχουν έκταση δέκα περίπου φορές μεγαλύτερη.Το ίδιο φαινόμενο θα παρουσιαστεί και σε πολλές άλλες χώρες. Ένα άλλο παράδειγμα : Οι Ινδίες - που περιελάμβαναν πριν τον πόλεμο την Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές - είχαν όλες μαζύ 330 εκατομμύρια κατοίκους. Σήμερα, μόνο η Ινδία έχει 870 εκατομμύρια - τελευταίες εκτιμήσεις μιλούν για ένα δισεκατομμύριο - το Πακιστάν 130 και το Μπαγκλαντές 100, σύνολο δηλαδή ένα δισεκατομμύριο διακόσια τριάντα εκατομμύρια. Για το 2050 έτος δεν έχω κάποια στοιχεία, αλλά προχείρως μπορώ να τα υπολογίσω σε περίπου ένα δισεκατομμύριο οκτακόσια εκατομμύρια, κι αυτά με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς. Γενικά,ο πληθυσμός του πλανήτη που γύρω στο 1980 ήταν 5,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους, θα είναι το 2050 έτος, κοντά στα 8,5 δισεκατομμύρια. Πρέπει εδώ να τονισθεί, ότι σήμερα υποσιτίζονται περίπου ένα  δισεκατομμύριο άνθρωποι, μπορούμε λοιπόν να κάνουμε μερικούς πρόχειρους υπολογισμούς για το όχι πολύ μακρυνό εκείνο μέλλον.

Είναι πολύ λογικό να υποθέσουμε ότι γύρω στα μέσα του 21ου αιώνα, θα υπάρχει μεγάλη πείνα σ΄όλόκληρο τον πληθυσμό των λαών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Τις συνέπειες της μεγάλης αυτής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού, θα τις εξετάσουμε αμέσως τώρα. Και αυτή  η εξέταση θα μας  οδηγήσει  στην τρίτη και κατόπιν στην τέταρτη  « πληγή », όχι πιά του Φαραώ, αλλά της Οικουμένης.

Αποτέλεσμα λοιπόν του υπερπληθυσμού που αναφέρθηκε, θα είναι η βαρειά και αφόρητη πείνα επί μονίμου βάσεως - που όμως δεν περιορίζει την αύξηση του πληθυσμού σ΄ αυτές τις χώρες, καθώς η υπεργεννητικότητα δεν αντιμετωπίζεται με καμμιά κυβέρνηση - και εδώ η λέξη  « κυβέρνηση » έχει την κυριολεκτική σημασία της - και μαζύ με την πείνα θα υπάρχει και πλήρης εξαθλίωση των πληθυσμών αυτών. Αυτά τα δύο μαζύ θα  οδηγήσουν κατά πάσαν πιθανότητα, στην τέταρτη  « πληγή », σε κάτι που ήδη έχει αρχίσει επί των ημερών μας.

Στην τέταρτη « πληγή » θα συναντήσουμε την « εισβολή ». Εισβολή τίνων και σε ποιό μέρος ; Στην ερώτηση « τίνων ; », η απάντηση έρχεται από τις προηγούμενες παραγράφους. Τα πλήθη των  πεινασμένων και  απελπισμένων των υπανάπτυκων χωρών, θα εισβάλουν στις ανεπτυγμένες χώρες προς αναζήτηση εργασίας  ή τουλάχιστον στοιχειώδους τροφής. Το φαινόμενο αυτό είναι ήδη εν πλήρει εξελίξει. Κάτοικοι πολλών χωρών έχουν σιγά-σιγά εισβάλει υπό μορφήν  οικονομικών προσφύγων σε χώρες  της Δύσης - και στην  ίδια μας τη χώρα, που δεν συγκαταλέγεται  βέβαια στις  ανεπτυγμένες και  πλούσιες χώρες,  κατοικούν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες τέτοιοι πρόσφυγες από διάφορες χώρες, όπως το Πακιστάν, μερικές Αφρικανικές χώρες όπως η Νιγηρία - στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, η Ρουμανία, η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Ινδία, το Κουρδιστάν και άλλες.

Με την πάροδο των ετών και των δεκαετιών, το κύμα αυτό θα μετατραπεί σε ένα ορμητικό ρεύμα που θα είναι αδύνατον να  συγκρατηθεί, ακόμα κι αν κάποιες χώρες στήσουν πολυβόλα στα σύνορά τους και ρίχνουν καταπάνω στους εισορμούντες πεινασμένους. Ο πεινασμένος, όταν φτάσει σε απελπισία, δεν σταματιέται με κανέναν τρόπο, προτιμά να πεθάνει παρά να συνεχίσει την άσκοπη και τυρρανισμένη ζωή του. Παρακάτω θα δούμε, ότι με την προβλεπόμενη ανεργία, η εισβολή εκατοντάδων εκατομμυρίων οικονομικών προσφύγων, θα δημιουργήσει το τέλειο χάος στις οικονομίες των ανεπτυγμένων χωρών, χώρια τα άλλα προβλήματα που θα προκύψουν από την εισβολή αυτή.

Η πέμπτη  « πληγή » είναι η επέκταση του ήδη υπάρχοντος προβλήματος της ανεργίας. Οι στατιστικολόγοι έχουν και πάλι  τον λόγο. Προβλέπουν για το έτος 2050, παγκόσμια ανεργία της τάξης του 37 %. Στις « αναπτυσσόμενες - υπανάπτυκτες » χώρες, το ποσοστό αυτό θα υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό, στις ανεπτυγμένες το εικοσιπέντε τοις εκατό, μεγαλύτερο ενδεχομένως για τις νεαρές ηλικίες.

Η έκτη  « πληγή » είναι το πρόβλημα που θα προκύψει με την εξάντληση των πηγών πετρελαίου στην επόμενη πεντηκονταετία. Είναι απ΄αρχής γνωστό ότι τα αποθέματα πετρελαίου δεν είναι ανεξάντλητα και δεν μπορούν να διαρκέσουν επ΄άπειρον. Η υπερβολική κατανάλωση πετρελαίου τον τελευταίο αιώνα, έκανε το πρόβλημα αυτό να έλθει νωρίτερα απ΄ότι υπελογίζετο. Το αν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με άλλες πηγές ενέργειας, είναι υπό συζήτηση. Η πυρηνική ενέργεια μέχρις ενός ορίου  θα συμβάλει στη λύση, παρά τις παρενέργειες που προκύπτουν απ΄ τη χρήση της. Ισως να γίνει εφικτή μέχρι τότε η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας με σύντηξη αντί με σχάση, αν κι αυτό φαίνεται επί του παρόντος δύσκολο. Οσο για τις μη αναλώσιμες πηγές, όπως η ηλιακή και η αιολική, αυτές μπορούν να καλύψουν μικρό μόνο ποσοστό της απαιτούμενης ενέργειας.

Την έβδομη « πληγή » δεν μπορεί κανείς εύκολα να τη φανταστεί - τίποτε φαινομενικά δεν την προδίδει. Και όμως. Η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας είναι μιά σημαντική πιθανότητα, έτσι λένε οι ειδικοί περί τα οικονομικά. Φυσικά, είναι πολύ νωρίς για να γίνουν προβλέψεις για μιά εποχή μετά από πενήντα χρόνια. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις προηγούμενα αναφερθείσες « πληγές ». Τα φαινόμενα σε ανώμαλες περιόδους μπορούν να πάρουν τη μορφή της  « ντόμινο αλληλεπίδρασης », το ένα πρόβλημα να επιδεινώνει ένα άλλο, φαινομενικά  άσχετο προς το πρώτο. Εξ άλλου, εδώ και λίγα χρόνια κρούεται ο κώδων της πιθανής αιφνίδιας κατάρρευσης της Ιαπωνικής οικονομίας, αυτό το επισημαίνουν Ιάπωνες οικονομολόγοι. Η επίδραση μιάς τέτοιας εξέλιξης, θα έχει πολύ μεγάλες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία και κατά κανόνα μετά ένα τέτοιο crush - σαν κι  εκείνο στη Γουώλλ Στρήτ το 1929 - ακολουθεί βαθειά οικονομική ύφεση, που μάλιστα κάτω από άλλες δυσμενείς συνθήκες μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα.

Η όγδοη « πληγή » είναι η αύξηση της εγκληματικότητας σε βαθμό που να μην μπορεί να ελεγχθεί. Η πιθανότητα μιάς τέτοιας εξέλιξης είναι μεγάλη, αν λάβουμε υπ΄ όψιν την κατάσταση κάτω από την οποία θα βρίσκεται ο κόσμος τότε. Μεγάλες δαπάνες για τον περιορισμό της, πολλές φυλακές και ανάλογο προσωπικό, ίσχυρές δυνάμεις ασφάλειας με μεγάλους προυπολογισμούς που δεν θα μπορούν να διατίθενται από τις χώρες, όλα αυτά δεν προοιωνίζουν καλά πράγματα.

Η ένατη πληγή νομίζω - με βάση τα τωρινά δεδομένα - ότι θα είναι η αδυναμία να προσφέρονται από την κρατική ασφάλιση της κάθε χώρας η κατάλληλη ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη. Οι κοινωνικές παροχές στις Ευρωπαικές χώρες, ήσαν μέχρι τώρα τώρα δεδομένες, όμως τώρα βλέπουμε χώρες όπως η Σουηδία και η Γερμανία, να δείχνουν ότι περιορίζουν τις παροχές αυτές, κι αυτό βέβαια λόγω οικονομικής αδυναμίας. Μελλοντικά, λόγω της  αναμενόμενης αύξησης της ανεργίας, θα  προκύψει πιθανώς - έτσι λένε οι αρμόδιοι - και πρόβλημα με τις συντάξεις, ήδη ετοιμάζονται να υψώσουν τα όρια των ηλικιών για συνταξιοδότηση σε αρκετές χώρες, και αργότερα ίσως προκύψει πλήρης αδυναμία να πληρώνονται συντάξεις.

Η δέκατη - αλλά απλώς υποθετική - « πληγή », είναι οι πιθανές επιδημίες  που μπορεί να εμφανιστούνε, μάλιστα η προοπτική αυτή αυξάνεται πολύ με την εισβολή μεγάλων μαζών οικονομικών μεταναστών που ίσως φέρουν τροπικές και άλλες ασθένειες στις Δυτικές κοινωνίες. Ηδη, υπάρχει πρόβλημα σημαντικό με τη φυματίωση - που εμφανίζεται μάλιστα ανθεκτική στη θεραπεία - που φέρνουν πρόσφυγες από την Ανατολική Ευρώπη, το φαινόμενο αυτό μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις αργότερα.

Αυτά είναι λοιπόν τα δέκα σημαντικότερα προβλήματα, οι « πληγές » που πρέπει στο προσεχές ή το μακρυνό μέλλον να αντιμετωπιστούν. Μπορεί να υπάρξει μιά συνολική λύση σ΄αυτά ; Η ρήση λέει ότι « όπου υπάρχει πρόβλημα, υπάρχει και λύση ». Ας δούμε λοιπόν, ποιές λύσεις μπορούν να θεωρηθούν πρακτικά εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές.

Για το περιβάλλον αναφέρθηκε - και επ΄αυτού υπάρχει μιά γενικότερη ομοφωνία - ότι η βλάβες που υπέστη δεν είναι αναστρέψιμες. Μήπως όμως είναι ; Μπορούν να ξαναγίνουν τα μεγάλα δάση όπως ήτανε ; Μπορεί να  « καθαρίσει » η ατμόσφαιρα από τους ρύπους ; Ως προς τα δάση, η μόνη λύση  που φαίνεται ορατή είναι η μετατροπή  των αγρών σε καινούργιο έδαφος απαλλαγμένο από καλλιέργειες, τούτο δε σημαίνει απομάκρυνση εκατομμυρίων κατοίκων από τη γή τους. Πώς θα γίνει αυτό με ταυτόχρονη επιβίωση των κατοίκων που είναι οι καλλιεργητές αυτής της γής ; Φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την - είναι άκρως λυπηρό να λεχθεί - εξόντωση των ανθρώπων αυτών. Γίνεται όμως να εξοντωθούν τόσα εκατομμύρια ανθρώπων χάριν της αποκατάστασης του περιβάλλοντος ; Καμμιά λογική δεν επιτρέπει να γίνει και απλή μόνο αναφορά σε ένα τέτοιο σχέδιο. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πριν λίγες σχετικά δεκαετίες, ο κόσμος δοκίμασε τις μεθόδους του Ναζισμού, που μάλιστα θεμελιώθηκαν σε δήθεν επιστημονικές βάσεις. Δεν ξέρουμε τι είναι δυνατόν να προκύψει από μιά αναβίωση τέτοιων  « επιστημονικών »  θεωριών.

Η λύση για τον υπερπληθυσμό φαίνεται να είναι κάπως παρόμοια μ΄  αυτήν που αναφέρθηκε για το περιβάλλον. Αν επικρατήσουν οι ιδέες που προαναφέρθηκαν, τίποτε δεν είναι ευκολώτερο από του να γίνει αρχικά μιά « αποκάθαρση » των πληθυσμών - άλλωστε πρόκειται για ανθρώπους εσχάτης κατηγορίας - και κατόπιν μπορεί να γίνει μια υποχρεωτική στείρωση - πάντα κατά τα ναζιστικά πρότυπα - που θα εμποδίσει την εκ νέου αύξηση των πληθυσμών αυτών. Ζητώ συγγνώμην από τον αναγνώστη για τις « βάρβαρες » εκφράσεις που χρησιμοποίησα, αλλά αυτές δεν είναι δικές μου ιδέες,  κάποιοι άλλοι  « πολιτισμένοι » τις έχουν χρησιμοποιήσει αλλά και εφαρμόσει.

Η πείνα και η εξαθλίωση  λύνονται αυτόματα με τα ίδια μέτρα που θα εφαρμοστούν στις δυό προηγούμενες περιπτώσεις, αυτό είναι πασιφανές. Εν μέρει, αυτά τα μέτρα ίσως εμποδίσουν και την « εισβολή » των οικονομικών προσφύγων, αλλά αν τελικά δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί, τότε τα ίδια μέτρα μπορούν να εφαρμοσθούν και εδώ, είναι ζήτημα πολιτικής και ιδεολογικής γραμμής και τίποτε άλλο, ο πνιγμένος απ΄ τα μαλλιά του πιάνεται, η ανάγκη για την επιβίωση των  « πολιτισμένων »  προέχει υπεράνω όλων.

Το ενεργειακό πρόβλημα είναι θέμα των επιστημόνων, όχι των πολιτικών θέσεων. Οπωσδήποτε, μπορούμε να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στους  επιστήμονες, που πάντα βρίσκουν λύσεις και στα δυσκολώτερα προβλήματα. Το πιό πιθανό είναι ότι και σ΄αυτό το μείζον πρόβλημα, θα βρούνε την κατάλληλη - έστω και δαπανηρή στην αρχή - λύση.

Η ανεργία και οι απειλές  για κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας, φαίνεται  να είναι αλληλένδετες, και η λύση και πρόληψη τους είναι θέμα που αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους οικονομολόγους, πέραν της πολιτικής βούλησης, που εδώ θα παίξει μικρότερο ρόλο.

Το θέμα της αύξησης της εγκληματικότητας είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, και το ίδιο φαίνεται να είναι δύσκολη και η λύση του. Όμως, αν εφαρμοσθούν τα μέτρα που ίσως ισχύσουν για τα πρώτα τέσσερα προβλήματα, είναι πολύ πιθανόν ότι η λύση και αυτού του προβλήματος δεν θα συναντήσει ιδιαίτερες δυσκολίες, επί πλέον θα καταργηθούν και οι φυλακές με όλα τα έξοδα προσωπικού τους και της συντήρησής τους.

Για το θέμα της αδυναμίας - με τις σημερινές προδιαγραφές - προσφοράς καλής ιατροφαρμακευτικής  και νοσοκομειακής περίθαλψης, που σχετίζεται  αμεσώτατα με τα ζητήματα της οικονομίας, της ανεργίας και της δυνατότητας των πολιτών να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για τους σκοπούς αυτούς, θα επιλεγεί σίγουρα μια λύση που είναι μέσα στις τότε δυνατότητες. Πρέπει όμως να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι λύση σ΄αυτό το πρόβλημα θα δοθεί οπωσδήποτε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και εδώ δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και μιά επί πλέον μέθοδος  « αποκάθαρσης » από μέλη της κοινωνίας που προσθέτουν μεγάλο βάρος πάνω στο κοινωνικό σύνολο, δηλαδή των μόνιμα αναπήρων, των χρονίως πασχόντων, των ανίκανων προς εργασίαν, των « ελαττωματικών » - κατά τη ναζιστική ιδεολογία - ατόμων, με παράλληλη στείρωσή τους για να μην μεταδώσουν κληρονομικά την ελαττωματικότητά »  τους .

Η πιθανότητα μεγάλων επιδημιών, τέτοιων όπως αυτών που προκαλούνται και σήμερα από τους γνωστούς και μη εξαιρεταίους ιούς, καθώς και της αναζωπύρωσης προϋπαρχόντων λοιμωδών νοσημάτων, δεν μπορεί ούτε να υποστηριχθεί, ούτε να αποκλειστεί. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτε σχετικό, άλλωστε η ιατρική θεωρείται ικανή να αντιμετωπίσει, αν όχι αμέσως, τουλάχιστον μετά από κάποιο διάστημα, πολλά από τα ιατρικά προβλήματα, αρκεί να της δίνονται τα μέσα για την έρευνα. Και αυτό θα γίνει, δεν πρέπει να έχουμε καμμιά αμφιβολία γι αυτό.

Η εικόνα που παρουσιάσαμε στο μελλοντικό  αυτό χρονικό, θα χαρακτηριστεί - και είναι πράγματι έτσι -σαν εφιαλτική, κάτι αντίστοιχο αλλά σε υπερθετικό βαθμό από την εικόνα που είχε παρουσιάσει ο Τζωρτζ΄Οργουελλ με το μυθιστόρημά του « 1984 ». Η προφητική εκείνη εικόνα δεν πραγματοποιήθηκε βέβαια το χρόνο που είχε προβλέψει ο συγγραφέας,αλλά τίποτε δεν αποκλείει να εμφανιστεί στο μέλλον. Και οι προβλέψεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν αποκλείεται να μείνουν απλώς προβλέψεις όπως δεν αποκλείεται και να επαληθευτούνε, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι μπορεί να συμβεί μετά από μακρά περίοδο χρόνου, όταν άλλες συνθήκες ενδεχομένως θα επικρατούν. Eνα πάντως είναι βέβαιο. Όπως αυτούς τους καιρούς γίνεται συνεχώς λόγος για την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, έτσι συμβαίνει και  με όλες τις άλλες παραμέτρους του σύγχρονου κόσμου. Τα προβλήματα που άλλοτε ήσαν περιορισμένα σε μιά χώρα, έπαψαν πιά να είναι περιωρισμένα - έχουν μπεί κι αυτά σε μιά                      παγκοσμιοποίηση, ότι είναι να συμβεί στον κόσμο, θα αφορά κατ΄ επέκταση όλους μας.



 

Η ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΣΧΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η    Δ Ο Ξ Α    Κ Α Ι    Τ Ο     Α Ι Σ Χ Ο  Σ    Τ Η Σ    Ε Υ Ρ Ω Π Η Σ



Σε μιά ένδοξη χώρα κατοικούμε, αυτή  που έβγαλε  τους μεγάλους  καλλιτέχνες, φιλόσοφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, ιστορικούς, πολέμαρχους και τους μεγάλους κατακτητές της Ασίας, μάλιστα, σε μιά τέτοια χώρα  κατοικούμε. Και θα έπρεπε κανονικά να είμαστε περήφανοι γι αυτό. Αλλά δεν  είμαστε. Τί συνέβη λοιπόν και  έχουμε ένα τέτοιο λαμπρό παρελθόν, και ένα τόσο  άσχημο παρόν ; Ποιός μας  έχει ματιάσει και φτάσαμε σε μιά κατάσταση, όπου όλοι οι Ευρωπαίοι - τουλάχιστον της Ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά και άλλοι - να μας οικτίρουν και να μας ελεεινολογούν ;

Δεν συνέβη τίποτε απολύτως, δεν μας έχει ματιάσει κανένας. Απλώς, μέσα από τα πολλά χρόνια που πέρασαν  από την αρχαία εποχή, πολύ νερό κύλησε κάτω από τη γέφυρα. Και μέσα στα πολλά αυτά χρόνια, πολλές ήσαν οι επιδράσεις που δεχτήκαμε από άλλους λαούς, και  ιδιαίτερα από τους φίλους και γείτονές  μας, στα τετρακόσια  και πλέον χρόνια που μας είχαν κάτω από τον  έλεγχό τους. Και  μέσα  στους τέσσερις αυτούς  αιώνες, βρήκαμε τον καιρό να αντιγράψουμε πολλά από τα συνήθεια  τους. Και δεν  ήσαν μόνο αυτοί  οι γείτονες, ήσαν και οι άλλοι γείτονες από τα δυτικά  μας, οι Βενετσιάνοι  και οι άλλοι  της Ιταλικής χερσόνησου, που μας έμαθαν  πολλά. Με την  κατοχή πολλών  νησιών για πολλά  χρόνια., αλλά  και με τις ναυτιλιακές και  εμπορικές  επαφές που  διατηρήσαμε  επί αιώνες. Κι οπως  ξέρουμε, είναι κι αυτοί, άσσοι στις  κομπίνες, και οι ιδρυτές  της Μάφια. ( Το είπαμε  και το ξαναλέμε, ο τόνος πέφτει στην πρόπαραλήγουσα, όχι στην παραλήγουσα  « Μαφία » ).

Μπαξίς λέγεται στα τουρκικά, το φιλοδώρημα για  παρασχεθείσα υπηρεσία, μιά καθ΄όλα νόμιμη  ανταπόδοση  μιάς υπηρεσίας  που μας δόθηκε. Όμως, όπως  ξέρουμε, συχνά οι λέξεις παίρνουν με τον καιρό και άλλες σημασίες. Ετσι, το μπαξίσι έγινε από φιλοδώρημα, ένα είδος δωροδοκίας, που δεν είναι μεν απαιτητή  από τον  « μπαξιζόμενο », είναι  όμως αναγκαία για τον  « μπαξίζοντα ». Με τον τρόπο αυτό, σου ανοίγονται  εύκολα πόρτες που αλλοιώς θα ήταν δύσκολο να τις παραβιάσεις. Και ευκολίες που δεν σου δίνονται  χωρίς το « φιλοδώρημα » αυτό, δίνονται πολύ εύκολα με τη χορήγησή του.

Αυτό ήταν ένα από  τα πολλά πράγματα που μάθαμε όλα εκείνα τα χρόνια. Ένα άλλο σημαντικό πράγμα  που μάθαμε τότε, ήταν  και το ρουσφέτι, αυτό  που χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα, τόσο  κατά τη διάρκεια  των τεσσάρων  αιώνων κατοχής, όσο  και κατόπιν. Τί σημαίνει ο  όρος  « ρουσφέτι » ; Σε πρώτη  και πρωτότυπη  ανάγνωση, την  παροχή από έναν κυβερνητικό - και σήμερα  κομματικό - αξιωματούχο, προς έναν  φίλο του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, αλλά και που μπορεί να βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Το γιατί γίνεται αυτή η  παροχή - διορισμός  και άλλες  υπηρεσίες - είναι  κατανοητό και για  τον πλέον     καθυστερημένο στο μυαλό, πόσο περισσότερο στους έξυπνους συμπατριώτες μας.

Με τα λίγα και με τα πολλά, γίναμε με τον καιρό, πολύ αποτελεσματικοί απατεώνες, τόσο καλοί, που φτάσαμε και ξεπεράσαμε και τους Ιταλούς δασκάλους της τέχνης αυτής. Υπάρχει στη λαϊκή γαλλική γλώσσα, μιά ερμηνεία της λέξης          « g r e q u e », δηλαδή  « Ελληνας », που σημαίνει : Aπατεωνίσκος, χαρτοκλέφτης, ματσαράγκας και  διάφορα άλλα παρόμοια.  Στην  έκδοση του  γαλλικού  εγκυκλοπαιδικού  λεξικού  « L a r o u s s e »  του 1908, είχαν περάσει στο λεξικό αυτό κι αυτές οι δευτερεύουσες  έννοιες. Κι αυτό, επειδή, ο γαλλικός λαός χρησιμοποιούσε τον  όρο  « Ελληνας »  και με αυτές  τις έννοιες, φανταστείτε κατάντημα που είχαμε φτάσει. Και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της τότε Ελληνικής κυβέρνησης, κατέστη αδύνατο να απαλειφθούν οι έννοιες αυτές από το λεξικό.

Επειδή η απάτη δεν είναι προνόμιο καμμιάς φυλής, παντού υπάρχουν οι απατεώνες και οι χαρτοκλέφτες του γαλλικού  λεξικού, θα αφήσουμε αυτόν τον  χαρακτηρισμό κατά μέρος, αν και δεν παραβλέπουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχει ο Ελληνας στον τομέα αυτό. Και θα έλθουμε αμέσως σε μερικά σύγχρονα  και επίκαιρα  πράγματα, που βάζουν τους Ελληνες και τη χώρα τους, σε μιά κατάσταση που δεν θα θέλαμε να τη χαρακτηρίσουμε αξιοζήλευτη. Πρόκειται για κάποιες θέσεις  που κατέχει η χώρα μας σε μερικούς τομείς, σε σχέση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές  χώρες. Ιδιαίτερα  της Ευρωπαϊκής  Ενωσης, όπως  είναι σήμερα με τα δεκαπέντε μέλη, και θα είναι του χρόνου  εικοσιπέντε. Πρόκειται για  επίσημες διαπιστώσεις που έχουν γίνει από αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα.

Αυτοί οι κακοήθεις Ευρωπαίοι, κατηγορούν την Ελλάδα ότι  είναι πρώτη στα θέματα διαφθοράς του δημόσιου  βίου. Λένε ότι  υπάρχει έντονο  στοιχείο διαφθοράς  σε πολλές από τις δημόσιες υπηρεσίες, πράγμα που το αποκρούουν μετά βδελυγμίας οι εδώ  αρμόδιοι, δεν είναι δυνατό λένε να είναι τέτοια η κατάσταση στη χώρα μας. Υπάρχουν - λένε - κάποιοι λίγοι, που εργάζονται στο δημόσιο τομέα, που λειτουργούν  κατά τρόπο ανέντιμο, οι μεγάλη όμως πλειοψηφία των δημόσιων λειτουργών, είναι αφοσιωμένοι στα καθήκοντά τους με ευσυνειδησία. Δηλαδή - λένε οι αρμόδιοι - πρόκειται περί καθαρών συκοφαντιών.

Οι Ευρωπαίοι έκαναν  και μερικές άλλες διαπιστώσεις, πολύ δυσμενείς για τη χώρα μας. Διαπιστώσανε - έτσι λένε - ότι είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη στο εμπόριο της λευκής σάρκας. Μα δεν  καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, ότι τα κορίτσια  έρχονται  εδώ, επειδή τους πέφτει πιό σύντομος ο δρόμος ; Ρουμάνες, Βουλγάρες, Ουκρανές, Ρωσίδες, είναι πιό εύκολο να  κατέβουν προς τα νότια - όπου και το κλίμα  είναι  καλύτερο, και  η χώρα πιό όμορφη - παρά να πάνε, ας πούμε, στη Δανία, στην Ολλανδία, στη Γαλλία και στη μακρυνή Ισπανία. Βέβαια, οι ημέτεροι διαθέτουν και  καλά οργανωμένα κυκλώματα εμπορίας αυτού του  « προϊόντος », επομένως και η διακίνηση  του εμπορεύματος προς τη χώρα μας και στη συνέχεια προς τις άλλες χώρες της Ευρώπης, να γίνεται πολύ πιό μεθοδικά από ότι θα την έκαμναν οι αμαθείς περί τα τοιαύτα Ευρωπαίοι.

Μας είπαν ακόμη, ότι οι πόλεις μας είναι πολύ βρώμικες, ότι μ΄αυτό τον τρόπο μολύνουμε το περιβάλλλον. Ότι οι δρόμοι των πόλεών μας, είναι γεμάτοι από σκουπίδια, και ότι ο καθένας Ελληνας πολίτης, ρίχνει ότι έχει στα χέρια του - πακέτα τσιγάρων  και άλλα άχρηστα - καταμεσίς του δρόμου. Και λοιπόν, γιατί ανακατεύονται σε ζητήματα  αυστηρως προσωπικά, έτσι μας αρέσει, έτσι κανουμε. Δεν θέλουμε κεχαγιά πάνω στο  κεφάλι μας. Να μας αφήσουν στην ησυχία μας, αυτό θέλουμε από αυτούς. Μήπως εμείς τους μπαίνουμε ποτέ στο ρουθούνι για κάποια πράγματα που αυτοί κάμνουν και που δεν μας αρέσουν καθόλου ; Αφού λοιπόν δεν τους ενοχλούμε  εμείς, γιατί να μας κάνουν αυτοί μιά  τοσο σκληρή και  βάρβαρη κριτική για τους δρόμους μας που τους βλέπουν βρώμικους ;

Ένα άλλο που μας καταμαρτυρούν, είναι ότι είμαστε η πιό ακριβή χώρα από όλες τις άλ-λες της Ευρωπαίκής Ενωσης. Ότι τα  οπωρολαχανικά μας  που πουλιούνται  στις αγορές μας, ακόμα και στις λαϊκές, είναι πολύ ακριβώτερα απ΄ότι στις άλλες  χώρες. Ότι το εμφιαλωμένο νερό το πουλάμε  σε μιά τιμή, σαν να επρόκειτο για σαμπάνια. Ότι γενικά το κόστος ζωής είναι πολύ υψηλό, πολύ πιό ψηλό απ΄όλες τις χώρες της Ευρώπης. Και  λοιπόν ; Γούστο και καπέλλο μας είναι, αν δεν  τους αρέσει, ας μην  έρχονται να μας επισκεφθούν. Και θα βάλουμε τη σκούπα μας να κλαίει.

Είστε πολύ φτωχοί - μας λένε - οι πιό φτωχοί  στην Ευρώπη των δεκαπέντε ( και των αυριανών άλλων δέκα, σύνολο εικοσιπέντε ). Δεν είστε σε θέση  να βγήτε στην αγορά, ούτε και στη λαϊκή, και να γεμίσετε τις τσάντες  σας με όλα τα υπάρχοντα αγαθά. Μάλιστα, το ξέρουμε αυτό πολύ καλά. Αλλά πρέπει κι αυτοί να ξέρουν, ότι όσο πιό λιτοδίαιτος είναι ένας λαός, τόσο περισσότερα χρόνια ζούνε οι άνθρωποί του, τόσο μεγαλύτερο είναι το προσδόκιμο της ζωής των ανθρώπων του. Λίγο είναι αυτό το πράγμα ;

Μας λένε και άλλα πολλά. Ότι η ατμόσφαιρα των πόλεών μας είναι πάρα πολύ μολυσμένη, ότι χρησιμοποιούμε πολύ το  « οχτωκίνητό » μας στις μετακινήσεις μας και δεν αίρνουμε τα λαμπρά μέσα  μαζικής μεταφοράς. Αλλά πώς θα πάρετε - λένε - αυτά τα μέσα, όταν ουσιαστικά δεν τα έχετε ; Πού είναι οι  πολλές γραμμές του υπόγειου μετρό, που μόλις κάνατε τα πρώτα χιλιόμετρα και σε μιά μονάχα πόλη, πανηγυρίζετε σαν νεόπλουτοι. Ενώ έπρεπε να τα έχετε - και μάλιστα σε μήκος δεκάδων  χιλιομέτρων - εδώ και πολλές  δεκαετίες. Και που τις έχετε αυτές τις δυό γραμμές, τί βλέπουμε ; Πάλι με τα οχτωκίνητά σας κυκλοφορείτε, σας έχει γίνει  πάθος, εξάρτηση, τοξικομανία αυτό το πράγμα και να απεξαρτηθείτε δεν μπορείτε. Αποτέλεσμα ; Βρώμικη και η ατμόσφαιρά σας. Μπορεί να το πήρα κάπως χιουμοριστικά το ζήτημα, αλλά ασφαλώς είναι ιστορίες που δεν σηκώνουν και  πολύ χιούμορ. Ότι έχουμε τα μαύρα χάλια μας, το ξέρουμε όλοι εμείς που κατοικούμε σ΄αυτή τη γωνιά της Ευρώπης. Και διόρθωση της κατάστασης αυτής δεν βλέπουμε στο βάθος του τούννελ. Και φαίνεται, ότι έτσι θα συνεχιστεί αυτή η εικόνα που δίνουμε προς τα έξω, αλλά που την  καταλαβαίνουμε  πολύ καλά και εκ των ένδον. Κι αυτά που αναφέρθηκαν, είναι πολύ λίγα σε σχέση μ΄αυτά που στην πραγματικότητα υπάρχουν.

Αλλά ένας λαός  δεν μπορεί να  έχει μόνο αρνητικά, πρέπει να έχει και τα θετικά.του σημεία. Και λοιπόν, ο Ελληνας  έχει τέτοια, και μάλιστα που δεν τα έχουν οι λοιποί Ευρωπαίοι φίλοι μας. Είναι πονόψυχος, αυτό είναι  πασίγνωστο. Νοιώθει αληθινή συμπάθεια προς τους αδικημένους, συντρεχει στις ανάγκες των  φτωχών ( που είναι  και πολλοί ). Κι όταν δεί έναν άνθρωπο πεσμένο στο δρόμο, δεν  θα προσπεράσει  αδιάφορα, όπως  κάνουν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι. Αυτά τα έχει ο Ελληνας, και μάλιστα με το παραπάνω.

Ο Μπλαίζ Πασκάλ, είχε  πεί πριν από  τέσσερις αιώνες το  γνωστό γνωμικό  του : « Ο ανθρωπος είναι η  δόξα και το αίσχος του σύμπαντος ». Θα μπορούσε ( αν ζούσε  στη σημερινή εποχή ),να αλλάξει τις λέξεις  « άνθρωπος » και « σύμπαν », με το  « Ελληνας » και  « Ευρώπη ». Και να  πεί, παραλλάσοντας τη ρήση  του, « ο Ελληνας είναι  η δόξα και  το αίσχος της Ευρώπης ». Θα είχε άδικο ;



Ο ΜΑΪΝΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΑΜΙΕΣ

Ο     Μ  Α  Ϊ  Ν  Τ  Α  Ν  Ο  Σ     Κ  Α  Ι     Ο  Ι     Μ  Π  Α  Μ  Ι  Ε  Σ



Ηταν βαρύς ο χειμώνας, ο περισινός  χειμώνας με τα πολλά κρύα. Πρόβλημα δημιουργήθηκε τότε με τα οπωροκηπευτικά, η αγορά δεν είχε αρκετό εφοδιασμό. Να μαζέψεις τα λαχανικά από τους  μπαξέδες ήταν  δύσκολο πολύ εξ αιτίας  του χειμώνα. Από την άλλη μεριά, τα προϊόντα από τα θερμοκήπια είχαν υψηλό  κόστος, κι αυτό είναι φυσικό, τα έξοδα ενός θερμοκήπιου είναι πολύ  μεγαλύτερα από εκείνα  ενός λαχανόκηπου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα προϊόντα που ερχόντουσαν  στην αγορά, είχαν μεγάλο κόστος, όσο μικρότερη και δαπανηρότερη είναι η παραγωγή  ενός προϊόντος, τόσο και ανεβαίνει η τιμή του. Όταν αντίθετα υπάρχει αυξημένη παραγωγή και με μικρές δαπάνες, είναι απόλυτα φυσικό ότι η τιμή του προϊόντος θα πέσει χαμηλά.

Η άνοδος των τιμών  των οπωροκηπευτικών  ήταν μεγάλη. Αλλά  υπήρχε και ένας άλλος παράγοντας, που έκανε τις τιμές αυτές να φτάσουν σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα. Μόλις είχε γίνει αλλαγή στο  νόμισμα εκείνη  την εποχή, μήνας Ιανουάριος. Η δραχμή πήρε των ομματιών της και έφυγε, ένα  καινόυργιο νόμισμα  της Ευρωζώνης, πήρε  τη θέση της. Οι άνθρωποι δεν ήσαν  αρκετά γεροί  στα μαθηματικά  και στις μεταβολές  των τιμών από  το ένα.νόμισμα στο άλλο. Και επειδή οι Ελληνες έχουν από τα  αρχαία χρόνια, φήμη  αετονύχηδων, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, έσπευσαν  να επωφεληθούν  της αμάθειας των απλών ανθρώπων περί τα μαθηματικά, για να πάνε  τις τιμές - ευκαιρίας  δοθείσης - σε πολύ μεγαλύτερα  ύψη. Όταν έχεις την ευκαιρία, πρέπει να την εκμεταλλευτείς, δεν θα  σου δοθεί άλλη ευκαιρία. Και την άρπαξαν απ΄τα μαλλιά.

Είχε έλθει η στιγμή να εμφανιστεί το  φαινόμενο  « μαϊντανός ». Είναι  το χορταρικό που το βάζουμε σε πολλά φαγητά, για να τα δίνει μιά ιδιαίτερη γεύση. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε γίνει τόσο μεγάλος  θόρυβος γι αυτό το μικρό φυτό, και τώρα ήταν το πρώτο θέμα στην ειδησεογραφία. Πόσο πάει  ο μαϊντανός, ποσο είχε πριν την αλλαγή του νομίσματος, γιατί ανέβηκε η τιμή του σε δυσανάλογα μεγάλο ύψος ; Αυτά  ακούγαμε κάθε μέρα και πολλές φορές τη μέρα, ο μαϊντανος  είχε γίνει το  πρωτο θέμα  στα δελτία ειδήσεων  της τηλεόρασης, μάλιστα, αυτό το μικρούλικο φυτό, είχε σχεδόν εκτοπίσει όλα τα άλλα θέματα της επικαιρότητας.

Πριν αλλάξει το νόμισμα, η τιμή του μαϊντανού ήταν εκατό  δραχμές, λίγο πάνω ή λίγο κάτω. Δηλαδή τριάντα λεπτά του  καινούργιου  νομίσματος. Με τη βαρυχειμωνιά, όλα είχαν πάρει τον ανήφορο, τον είχε πάρει και ο μαϊντανός. Εν τάξει, είπαμε, όταν θα στρώσει ο καιρός, θα  επιστρεψει  κι αυτός - μαζύ με  άλλα προϊόντα - στη  βάση του. Δεν  μπορεί πάντα οι καιρικές συνθήκες να είναι τέτοιες, πού θα πάει, θα στρώσουν. Αυτά είπαμε τότε.

Αλλά είχαμε λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο. Ο καιρός αποκατασταθηκε κάποτε, ο μαϊντανός όμως έμενε ακλόνητος στη θέση του. Τα άλλα προϊόντα της γής ανέβαιναν κάποιες φορές - όταν ήσαν πρώϊμα και εκτός της κανονικής  εποχής - και κατόπιν  έπεφτε η τιμή τους σε κάποια λογική ( ή κάποτε  και παράλογη ) τιμή, κατά κανόνα  πάντως γινόντουσαν πολύ φτηνότερα Αλλά ο μαϊντανός είχε μουλαρώσει, δεν έλεγε να το κουνήσει ρούπι από τη θέση του, κι ας γινόντουσαν διαρκώς  διαμαρτυρίες από τους φτωχούς που  δεν είχαν πολλά  περιθώρια στις  αγορές τους. Και στη  χώρα αυτή  όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, υπάρχουν πάρα πολλοί φτωχοί, δεν έχουμε καθόλου έλλειψη από αυτούς. Μάλιστα, οι  ευρωπαϊκές στατιστικές, μας λένε ότι είμαστε η φτωχότερη χώρα της Ευρωζώνης, επομένως είναι απόλυτα φυσικό να έχουμε και περισσότερους φτωχούς.

Μετά το μαϊντανό, μας  πρέκυψαν αυτές τις μέρες και οι  μπάμιες, που σε σχέση με τα άλλα κηπευτικά, έχουν τη θέση των  διαμαντιών. Προηγούμενα, τη θέση  αυτή την είχαν τα κεράσια και οι ντομάτες, αλλά αυτό οφειλότανε στο ότι ήσαν προϊοντα πρώϊμα, πριν από την εποχή τους. Αλλά  κατόπιν οι  τιμές τους  κατέβηκαν, όχι βέβαια στα επίπεδα της εποχής της δραχμής, αλλά αρκετά χαμηλά. Οι μπάμιες όμως δεν είναι εκτός εποχής, τώρα είναι ο καιρός τους. Γι αυτές υπάρχει το επιχείρημα - που μάλλον  έχει βάση - ότι παράγονται σε μικρές ποσότητες, και όπως  είπαμε, όσο  σπάνιο είναι ένα  πράγμα, τόσο  και η τιμή του  είναι υψηλή, παράδειγμα τα διαμάντια, τα σπάνια γραμματόσημα ( για τους συλλέκτες βέβαια ), και πολλά άλλα πράγματα. Αλλά θα μου πείτε ότι οι μπάμιες δεν είναι και τόσο περιζήτητο προϊόν, λοιπόν, όσοι έχουν τα οβολα ας τις παίρνουν, για τους αλλους μικρή είναι η ζημιά.

Για να επανέλθουμε όμως στον μαϊντανό. Εχει αποδείξει το μικρό αυτό φυτό, ότι είναι το σταθερότερο σε τιμή προϊόν από οτιδήποτε πουλιέται στην αγορά. Και δεν ξέρω πώς μου ήλθε η ιδέα στο κεφάλι, αλλά άρχισα να υπολογίζω την τιμή των πραγμάτων σε μαϊντανούς. Ας πούμε, ότι ένα αντικείμενο έχει αξία πενήντα  ευρώ. Λοιπόν, αμέσως  εκτιμώ την αξία του σε μαϊντανούς, λέω λοιπόν ότι αξίζει εκατό μαϊντανούς. Πρόσφατα  πλήρωσα στην εφορία χιλια τριακόσια δεκαεννιά Ευρώ, λοιπόν ήσαν δυό χιλιάδες εξακόσιοι τριάντα οκτώ μαϊντανοί. Εκανα τον μαϊντανό ένα  είδος νομισματικής  μονάδας, εκεί έχω καταντήσει. Είδατε τί έχει καταφέρει να κάνει ένα τόσο μικρό φυτό ; Ούτε διαμάντια, ούτε χρυσάφι να ήτανε, αυτή είναι η εντύπωση που έχω  αυτόν τον καιρό. Και θα το δείτε. Όλων των  πραγμάτων η τιμή θα πέσει μιάν των ημερών, το μαϊντανού όμως όχι.



ΠΕΡΙ " ΚΟΙΝΟΥ ΝΟΟΣ " Ο ΛΟΓΟΣ

Π  Ε  Ρ  Ι    «  Κ  Ο  Ι  Ν  Ο  Υ     Ν  Ο  Ο΄ Σ  »    Ο     Λ  Ο  Γ  Ο  Σ

Από τα αρχαία χρόνια, από την εποχή των Ελλήνων φιλόσοφων - αλλά και από άλλες περιοχές του κόσμου, όπως η Κίνα με τους δικούς της φιλόσοφους - πολλοί ασχολήθηκαν με το ανθρωπινο μυαλό, με τον  πολύπλοκο τρόπο  με τον οποίο  σκέπτεται ο άνθρωπος. Τους τρόπους με τους οποίους επεξεργάζεται  τις λέξεις, τις φράσεις, και ότι αυτές εννοούν. Ολη αυτή η έρευνα, γινότανε με βάση εμπειρικούς κανόνες, η λειτουργία  των εγκεφαλικών κέντρων, η μεταξύ τους σύνδεση, και το  τελικό αποτέλεσμα όλης αυτής της σύνδεσης, όλα ήσαν  εντελώς άγνωστα τότε. Μόνο η  σημερινή επιστήμη  κατάφερε - ως ένα  σημείο βέβαια - να  εισχωρήσει στα απύθμενα βάθη του ανθρώπινου μυαλού, που είναι ίσως το πιό  πολύπλοκο σύστημα που υπάρχει, όχι μονάχα  στους ανθρώπους  που κατοικούν σ΄αυτόν τον  πλανήτη, αλλά και σε οποιοδήποτε έλλογο όν  που μπορεί να κατοικεί σε αλλους, άγνωστους τελείως κόσμους.

Η έρευνα της λειτουργίας της σκέψης, που είχε αρχίσει από τα παλιά εκείνα χρόνια, συνεχίστηκε με μεγάλο  ζηλο μέχρι και σήμερα, και όλη αυτή η έρευνα, απασχόλησε μέχρις εσχάτων, μόνο τους φιλόσοφους. Στην έρευνα  αυτή, πρωταθλητες  αναδείχτηκαν οι Γερμανοί φιλόσοφοι, που γέμισαν με τις ιδέες τους εκατοντάδες και χιλιάδες  τόμους. Αν διαβάσει κανείς τα όσα γράφτηκαν  πάνω σ΄αυτό το  θέμα  τους τελευταίους  κυρίως αιώνες, με πρώτα από όλα τα έργα του Χέγκελ, του Γερμανού  φιλόσοφου που  δημιούργησε  ολόκληρο σύστημα φιλοσοφικής σκέψης, αν διαβάσει λοιπόν  όλους αυτούς τους  τόμους, θα χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, τόσο μπερδεμένα και ακατανόητα είναι όλα αυτά.

Είναι λοιπόν πολύ μπερδεμένος ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται ο άνθρωπος. Θα περίμενε κανείς, ότι με τον ίδιο αριθμό δεδομένων που δέχεται ο εγκέφαλος από εξωτερικές πληροφορίες, ότι όλοι οι  άνθρωποι που  δέχονται  αυτές τις  πληροφορίες, θα έφταναν  στα ίδια - ή περίπου τα ίδια -συμπεράσματα. Όταν διαφορετικοί άνθρωποι έχουν τα ίδια δεδομένα για μιά συγκεκριμένη κατάσταση, είναι  μάλλον φυσικό  να φτάνουν  στις ίδιες αντιλήψεις πάνω στα δεδομένα αυτά, στα ίδια δηλαδή συμπεράσματα.

Αλλά δεν γίνεται αυτό, γιατί σε διαφορετική επεξεργασία υποβάλλονται τα δεδομένα αυτά. Αποτέλεσμα της διαφορετικής επεξεργασίας αυτής, είναι ότι τα συμπεράσματα στα οποία φτάνουν αυτοί που δέχονται αυτά τα ίδια δεδομένα, είναι πολύ  διαφορετικά  Αυτό συμβαίνει επειδή ο καθένας εκτιμά τα δεδομένα σύμφωνα με μιά αντίληψη, μιά  κοσμοθεωρία  που έχει  πλάσει εντός  του επί πολλά  χρόνια, επί  δεκαετίες. Και  συνεπώς  τα βλέπει με  διαφορετικό  μάτι, υπάρχει δηλαδή  έντονο το υποκειμενικό στοιχείο που θα αξιολογήσει τα πράγματα. Εκτός απ΄αυτό, θέλει να βλέπει τα δεδομένα μονοδιάστατα, δεν προσπαθεί ή  δεν θέλει να τα δεί  σφαιρικά. Ετσι, δημιουργούνται  καινούργιες  ιδέες, διαφορετικές  στον ένα από ότι στον άλλο, κι όλα αυτά οφείλονται στο διαφορετικό τρόπο  επεξεργασίας των  δεδομένων, μ΄άλλα λόγια στο διαφορετικό τρόπο σκέψης του καθενός.

Το ζητημα που τίθεται  τώρα, είναι το πόσο  είναι το όφελος  από την επιμελημένη διείσδυση στο βάθος των  πραγμάτων, στην λεπτομεριακή ανάλυση  γεγονότων και  στοιχείων, με τα οποία εφοδιάζεται  το ανθρώπινο μυαλό. Είπαμε, ότι  οι μεγάλοι δάσκαλοι της αναλυτικής σκέψης, είναι οι Γερμανοί. Τα εξετάζουν όλα βαθυστόχαστα και λεπτομεριακά, για να φτάσουν στο σωστό συμπέρασμα. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ περίεργο εδώ, που θα προσπαθήσουμε να το αναπτύξουμε ευθύς αμέσως.

Μέσα στον εικοστό  αιώνα, οι Γερμανοί με τη μεγάλη σχολή επιστημονικής σκέψης, που αφορούσε και την  λογική, στην οποία εθεωρούντο  « αυτοκράτορες », ξεκίνησαν δυό παγκόσμιους πολέμους. Πολλή σκέψη πρέπει να είχαν όταν μελετούσαν τα πιθανά ενδεχόμενα πριν ξεκινήσουν τους πολέμους  αυτούς. Όλα όμως  τα θεωρητικά  συστήματα λογικής, κατέρρευσαν στους δύο  αυτούς πολέμους, στους οποίους βγήκαν ητττημένοι και εξευτελισμένοι. Οι μεγάλοι δάσκαλοι  της λογικής, δεν στάθηκαν  ικανοί να κάνουν  τους Γερμανούς να προβλέψουν τις ήττες που  υποχρεωτικά θα  είχαν στα τέλη των  πολέμων αυτών. Ενώ απλοί άνθρωποι ήσαν βέβαιοι για τα αποτελέσματα που η απλή  λογική, όχι η  εμπεριστατωμένη, υπαγόρευε να γίνει ασφαλής πρόβλεψη, άσχετα με τη ροή των επιχειρήσεων τα πρώτα χρόνια.

Τί είναι αυτό που  έλειπε από τους  μεγάλους αυτούς δάσκαλους της λογικής ; Ένα πράγμα μόνο, η ορθή κρίση, ή αυτό που  ονομάζουμε  « κοινός νούς ». Όταν  βρίσκεται ο άνθρωπος κυκλωμένος από πλήθος θεωριών, του ξεφεύγει πάντοτα αυτός ο κοινός νούς. Για τον οποίο ο  καθηγητής  της ιατρικής  Αθανάσιος Μέρμηγκας, διάσημος για  τα χιουμοριστικά του σχόλια επί πολλών και διαφόρων ζητημάτων, έλεγε « Αγαπητοί μου φοιτητές, ο κοινός νους, δεν είναι τόσο κοινός, όσο  κ ο ι ν ώ ς  θεωρείται ».

Αυτό που πρέπει να έχει ο άνθρωπος  πάνω απ΄όλα, είναι  αυτός ο κοινός νούς, ο συνηθισμένος και πρακτικός  νούς. Είναι  γνωστό, ότι ο  μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας Μπέρναρντ Σώου, σατίριζε  συνεχώς και  ακαταπαύστως τους Αγγλους για τα πολλά  ελαττώματα που έχουν. Ο Σώου δεν συμπαθούσε τους Αγγλους σαν Ιρλανδός που ήταν. Ελεγε όμως γι αυτούς, την εξής ρήση : « Οι Αγγλοι δεν σκέφτονται. Και δεν σκέφτονται, γιατί δεν έχουν ανάγκη να σκεφτούν, έχουν τον κοινό νού κι αυτός τους φτάνει ». Αυτό τον κοινό νού χρειαζόμαστε, όχι τα πολυπλοκα συστήματα σκέψης. Ενας παλιός φίλος γιατρός, που δεν υπάρχει πιά ανάμεσά μας, μου έλεγε κάποτε : « Kαλός δεν  είναι ο γιατρός εκείνος που έχει μόνο τις πάρα πολλές γνώσεις. Είναι αυτός που έχει κρίση, κι ας μην έχει και πάρα πολλές γνώσεις ». Και είναι απόλυτα σωστό αυτό, όχι μόνο για τους γιατρούς, αλλά και για πολλές ακόμα περιπτώσεις.



ETΣI EINAI, AN ETΣI NOMIZETE

Ε Τ Σ Ι     Ε Ι Ν Α Ι,     Α Ν     Ε Τ Σ Ι     Ν Ο Μ Ι Ζ Ε Τ Ε



Το καταλάβατε αμέσως, έτσι δεν είναι ; Ο τίτλος είναι κλεμμένος από το θεατρικό έρ-γο του Λουϊτζι Πιραντέλλο  « Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε ». ( Στα ιταλικά  «  c o s i   é   s e   v i   p a r e »). Πήγα να σας  ξεγελάσω, αλλά το κόλπο δεν πιάνει, όλοι - ή  σχεδόν όλοι -γνωρίζουν τον  τίτλο του παράξενου  αυτού έργου του μεγάλου Ιταλού θεατρικού συγγραφέα, όπου αναπτύσσεται  μιά ιστορία με τρεις διαφορετικούς τρόπους, όλους το ίδιο πειστικούς.

Αν θυμάμαι καλά - το έργο το είχα δεί πριν πολλά χρόνια - ο συγγραφέας ήθελε να τονίσει ότι  για το ίδιο  πράγμα  υπάρχουν  διαφορετικές  απόψεις, ανάλογα  με τον άνθρωπο που παίρνει θέση  απέναντι  στο θέμα. Αν είναι  έτσι, τότε η  άποψη αυτή  συμπίπτει με τη γνώμη των σοφιστών της  αρχαιότητας, που δεν πίστευαν ότι υπάρχει  αντικειμενική αλήθεια σε κανένα  πράγμα, το μόνο που δίνει υπόσταση στα πράγματα είναι η υποκειμενικότητα. « Πάντων χρημάτων ( δηλαδή  πραγμάτων ) μέτρον άνθρωπος  », έλεγε ο μεγαλύτερος από τους σοφιστές, ο Πρωταγόρας, που καταγόταν από τα Αβδηρα της Ξάνθης όπως κι ο Δημόκριτος. Αλλά δεν ξέρω γιατί οι Αβδηρίτες  εθεωρούντο από  τους αρχαίους σαν χαζοί και ανόητοι, εξ ού και ο όρος  « Αβδηριτισμός » που χρησιμοποιούσαν τότε.

Η υποκειμενικότητα, όχι η αντικειμενικότητα λοιπόν είναι η ουσία των πραγμάτων, όχι αυτό που φαίνεται, αλλά  αυτό που νομίζουμε  ότι φαίνεται. Γι αυτό και οι διαφορετικές απόψεις πάνω στο ίδιο ζήτημα. Υπάρχει ένα ποτήρι  με νερό μέχρι τη μέση του. Ο ένας λέει ότι το ποτήρι είναι μισοάδειο, ο άλλος το χαρακτηρίζει  μισογεμάτο. Μπορούμε να πούμε ότι ο πρώτος είναι ο λεγόμενος   « απαισιόδοξος », που τα βλέπει όλα άσχημα, ο δεύτερος είναι ο  « αισιόδοξος », αυτός που τα βλέπει όλα ρόδινα.

Σχετικό είναι και το παρακάτω ανέκδοτο : Δυό αντιπρόσωποι, πλασιέ παπουτσιών, φτάνουν ταυτόχρονα σε ένα νησί που κατοικείται από απολίτιστους άγριους. Ολοι οι κάτοικοι του νησιού αυτού - αυτό το παρατηρούν αμέσως και οι δυό πλασιέ - περπατούν ξυπόλυτοι, όπως θα περίμενε κανείς από ανθρώπους στους οποίους δεν έχει φθάσει ακόμα ο  « πολιτισμός ». Ο ένας από τους πλασιέ, τηλεγραφεί αμέσως στην εταιρεία του : « Κατάσταση απόγοητευτική για εμπόριο παπουτσιών. Ολοι εδώ περπατούν  ξυπόλητοι ». Ο δεύτερος τηλεγραφεί στη δική του εταιρεία, που επίσης  κατασκευάζει παπούτσια : « Κατάσταση πολύ ευνοϊκή για εμπόριο παπουτσιών. Ολοι εδώ περπατούν  ξυπόλυτοι ». Η  ίδια κατάσταση, ιδωμένη με διαφορετικό  μάτι, με διαφορετική νοοτροπία, του απαισιόδοξου απ΄τη μιά μεριά, του αισιόδοξου απ΄την άλλη.

Ποιός τύπος από αυτούς τους δύο  ανθρώπους αντιμετωπίζει πιό ικανοποιητικά τα καθημερινά προβλήματα της ζωής ; Εκ πρώτης όψεως  ο αισιόδοξος. Βλέπει τα πράγματα με μεγαλύτερο θάρρος και  ψυχραιμία, επομένως  έχει καλύτερη ψυχολογία για να τα αντιμετωπίσει. Ερχεται αντιμέτωπος με μιά σοβαρή δυσκολία, είτε αυτή είναι οικονομικής φύσεως, είτε είναι  πρόβλημα  υγείας, είτε είναι οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα. Εχει μιά στάση θετική  απέναντι στο  ζήτημά του, είναι ψύχραιμος  απέναντι σε  κάθε αντιξοότητα που είναι δυνατόν να παρουσιαστεί. Επομένως έχει καλύτερες προοπτικές να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Από την άλλη μεριά έχουμε τον απαισιόδοξο που αντιμετωπίζει το ίδιο ή τα ίδια προβλήματα που έχει  και ο αισιόδοξος. Αυτός  τα βλέπει όλα  μαύρα, οι  ελπίδες του  να παρακάμψει τις δυσκολίες του, είναι γι αυτόν ελάχιστες. Η στάση του αυτή δεν είναι η κατάλληλη για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με την οποιαδήποτε δύσκολη γι αυτόν κατάσταση, δεν έχει την κατάλληλη  « υποδομή », αν  μπορούμε να  χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο. Επομένως, έχει πολύ μεγάλη ροπή να οδηγηθεί στην αποτυχία.

Όλα αυτά πάνω σε ένα θεωρητικό πλαίσιο. Είναι όμως έτσι τα πράγματα  όταν φτάσει η στιγμή της πρακτικής εφαρμογής τους ; Λοιπόν, ο αισιόδοξος μαθαίνει ότι έχει μιά μεγάλη οικονομική υποχρέωση την οποία πρέπει να  τακτοποιήσει μέσα σε  μικρό διάστημα, ας πούμε  τρεις μέρες. Το γεγονός ότι αυτός βλέπει τα πράγματα με αισιόδοξη προοπτική, δεν φαίνεται να τον ευκολύνει  να λύσει  το πρόβλημά του που δεν  παίρνει  καμμιά αναβολή. Πρόκειται γιά ένα σημαντικό ποσό χρημάτων που του είναι αδύνατον να βρεί σε τόσο μικρό διάστημα. Ο άνθρωπος  που τα βλέπει όλα  απλά και εύκολα πριν  φτάσουν στο  κεφάλι του, αναγκάζεται σε ανώμαλη προσγείωση.Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν πρόκειται για ένα ζήτημα υγείας ή οποιοδήποτε άλλο.

Ο αντίποδάς του, ο απαισιόδοξος, δεν βλέπει ποτέ τα πράγματα να πηγαίνουν με τον επιθυμητό τρόπο, πάντα βλέπει απρόβλεπτες δυσκολίες και στα πιο εύκολα πράγματα. Λοιπόν, του έρχεται ένα πρόβλημα σαν κι αυτά που αναφέραμε για τον αισιόδοξο άνθρωπο. Η σκέψη που κάμνει είναι : « Το ήξερα ότι αυτό το ζήτημα θα πάει στραβά, εγώ δεν γελιέμαι με ψευδαισθήσεις, ότι στραβό είναι να γίνει, θα γίνει σε μένα ». ( Αυτό έρχεται σε συμφωνία με το νόμο του Μ u r p h y, που λέει -κάπως υπερβολικά βέβαια και χιουμοριστικά - « Αν υπάρχει  περίπτωση να  πάει κάτι  στραβά, τότε  θα πάει οπωσδήποτε ». Και με έναν άλλο νόμο, της βουτυρωμένης φέτας : « Αν πρόκειται  να πέσει μιά φέτα ψωμί αλειμμένη με βούτυρο επάνω στο χαλί, οι πιθανότητες να πέσει από τη μεριά που έχει το βούτυρο, είναι ευθέως ανάλογες προς την αξία του χαλιού » ). Μήπως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα σ΄αυτόν ; Και ρωτώ : Τι είναι  προτιμώτερο, να είναι κανείς αισιόδοξος  ή απαισιόδοξος ;  Η μήπως ούτε το ένα ούτε το άλλο ;

Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, ένας από τους μεγάλους  συγγραφείς του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, γράφει στο διεθνώς γνωστό αριστούργημά του « Η σιδηρά διαθήκη » : Ελπίζεις ; Όταν κερδίζεις, έχεις μιά χαρά, αλλά όταν χάνεις, λυπάσαι διπλά. Δεν ελπίζεις ; Οταν χάνεις έχεις μιά λύπη, αλλά όταν κερδίζεις, χαίρεσαι διπλά ».

Με τούτα τα λόγια ο συγγραφέας δηλώνει τη  μεγάλη απογοήτευση  εκείνου του αισιόδοξου που είχε μεγάλη ελπίδα που την βλέπει να διαψεύδεται. Και τη μεγάλη χαρά του απαισιόδοξου που χωρίς να ελπίζει, βλέπει ότι έχει πετύχει σε κάποιο τομέα.

Νομίζω ότι σε γενικές γραμμές και για τα περισσότερα πράγματα, οι σοφιστές είχαν το δίκαιο με το μέρος τους όταν έλεγαν ότι η θεώρηση των πραγμάτων είναι ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Για το ίδιο ζήτημα υπάρχουν ένα πλήθος από διαφορετικές αντιλήψεις. Ταυτότητα αντιλήψεων δεν μπορείς να βρείς παρά μόνο σε ζητήματα που δεν επιδέχονται διαφορετικές  ερμηνείες. Το ότι ένα ύφασμα είναι  πράσινου χρώματος δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση, είναι πράσινο χωρίς συζήτηση. Για τα περισσότερα  όμως άλλα  πράγματα και ζητήματα, ο καθένας έχει τη δική του γνώμη και τη δική του ερμηνεία. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλά οφθαλμοφανή πράγματα, δεν βρίσκεις κάποια ομοφωνία.

Η κακή ιδέα που έχουμε για τους σοφιστές ξεκινά από το ότι οι Πλατωνικοί φιλόσοφοι φρόντισαν να εξαφανίσουν - όπως δείχνουν τα πράγματα - όλα τα συγγράμματα των σοφιστών, επειδή οι δυό σχολές  ήσαν από πρώτη αρχή τελείως  αντίθετες  μεταξύ τους, και οι Πλατωνικοί είχαν  τη δύναμη  να το πετύχουν  αυτό. Αλλοιώς, πώς  να εξηγήσει  κανείς το περίεργο φαινόμενο να μην έχει διασωθεί κανένα από τα βιβλία των σοφιστών, ενώ διατηρήθηκαν πλήθος από βιβλία άλλων συγγραφέων της αρχαιότητας, δεν φαίνεται καμμιά άλλη λογική εξήγηση. Η διαμάχη μεταξύ Πλατωνικών και σοφιστών, είναι γνωστό ότι κράτησε πάρα πολλά χρόνια και ήταν ιδιαίτερα σφοδρή.

Από την αρχαιότητα, κυκλοφορούσαν διάφορα  ανέκδοτα σε βάρος  των σοφιστών, τα οποία όπως φαίνεται, είτε τα  επινοούσαν οι αντίθετοί τους, είτε ήσαν πραγματικά γεγονότα από τα οποία  επωφελούνταν επίσης οι  αντίπαλοί τους για να τους διακωμωδήσουν. Είναι βέβαια γνωστά  σε πολλούς, αλλά  για τους τυχόν μη γνωρίζοντες, παραθέτουμε παρακάτω δυό απ΄αυτά.

Το πρώτο : « Ολοι οι Κρητικοί λένε πάντα ψεμματα κι αυτό το έχει πεί ένας Κρητικός. Επομένως και ο Κρητικός αυτός λέει ψέμματα, κι αυτό που λέει για τους Κρητικούς είναι ψέμμα, άρα οι  Κρητικοί δεν λένε ψέμματα. Αφού λοιπόν  δεν λένε ψέμματα, λέει εδώ την αλήθεια, επομένως όλοι οι Κρητικοί λένε πάντα ψέμματα ». ( Και επαναλαμβάνεται συνεχώς όλη αυτή η διαδοχή των σκέψεων στο διηνεκές ).

Το δεύτερο : Ο Κόρακας, διάσημος σοφιστής από τις Συρακούσες της Σικελίας και δάσκαλος της ρητορικής τέχνης, δηλαδή της δικηγορίας, ανέλαβε να διδάξει έναν μαθητή του την τέχνη της ρητορικής. Κατά τη συμφωνία που έκαναν από τα πριν, ο μαθητής θα πλήρωνε τα δίδακτρα, μόλις κέρδιζε την πρώτη του δίκη. Τα μαθήματα τελείωσαν, αλλά ο μαθητής δεν ανελάμβανε  καμμιά δίκη. Επειδή η υπόθεση αυτή καθυστερούσε πολύ, ο Κόρακας έκανε αγωγή στο μαθητή του και τον έφερε στο δικαστήριο ζητώντας να πληρωθεί για τα μαθήματα που τού εκανε.

Στη δίκη ο Κόρακας δήλωσε : « Είτε με δικαιώσει το δικαστήριο είτε όχι, πάλι θα εισπράξω τα  ζητούμενα. Αν με  δικαιώσει θα τα  πάρω βάσει της απόφασης του δικαστηρίου, αν απορρίψει το αίτημά μου, τότε υποχρεούται να με πληρώσει βάσει της  συμφωνίας μας, αφού θα έχει κερδίσει την πρώτη δίκη του ».

Ο μαθητής - που είχε γίνει ξεφτέρι απ΄το δάσκαλό του -αποκρίθηκε με το εξής εξ ίσου πειστικό επιχείρημα, που αντέστρεφε το επιχείρημα του  δασκάλου του : « Είτε με δικαιώσει το δικαστήριο είτε με καταδικάσει,έτσι κι αλλοιώς δεν πρόκειται να πληρώσω τα δίδακτρα. Αν με δικαιώσει, δεν τα πληρώνω  βάσει της δικαστικής απόφασης, αν με καταδικάσει, τότε δεν τα πληρώνω βάσει  της συμφωνίας μας, αφού θα έχω χάσει την  πρώτη δίκη μου ». Εξυπνα πράγματα, δεν βρίσκετε ;