Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

ΟΠΟΙΟΣ ΒΙΑΖΕΤΑΙ, ΣΚΟΝΤΑΦΤΕΙ

Πασίγνωστη η λαϊκή αυτή παροιμία, την ξέρουν απαξάπαντες οι Ελληνες, αυτό είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Αλλά από παροιμίες δεν έχουμε καθόλου έλλειψη, από εφαρμογές των παροιμιών πάσχουμε, είτε θετικά, εφαρμόζοντας αυτά που πρέπει, είτε και αρνητικά, απόφεύγοντας αυτά που δεν πρέπει να κάμνουμε. Μεταξύ των παραβατών αυτών - το ομολογώ με μεγάλη μου ντροπή - είναι και ο γράφων αυτές τις γραμμές, δάσκαλε που δίδασκες και νόμον δεν εκράτης. ( Αυτό το είπε ο Πλάτωνας, το είπε κι ο Σωκράτης, για να κάνουμε και τη γνωστή ρίμα ).
Eχω ένα ραντεβού γύρω στις έξι το απόγευμα, μιά μέρα του Οκτωβρίου του 1987, αλλά έχω αργήσει κάπου δέκα λεπτά, πολλές φορές η βιασύνη με την οποία ενεργούμε, οφείλεται σε προηγούμενη καθυστέρηση, που προσπαθούμε να την καλύψουμε. Κατεβαίνω με μεγάλη ταχύτητα τη σκάλα, και ιδού το αποτέλεσμα : Καθώς δεν κρατιέμαι απ΄τα κάγκελα στη γρήγορη κάθοδο, σε κάποιο σκαλοπάτι απογειώνομαι, και αφού ξεπερνώ πεντε ή έξι σκαλοπάτια σαν μοντέρνος Ικαρος, κάμνω ανώμαλη προσγείωση στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου και τραυματίζομαι σοβαρά. Τι θα πεί σοβαρά ; Απλούστατα, σπάζω το αριστερό μηριαίο κόκκαλο, ακριβώς στο χειρότερο σημείο του : Στον αυχένα της κεφαλής του μηριαίου, ένα από τα πιό δύσκολα κατάγματα που συναντούν οι Ορθοπεδικοί.
Είμαι από τους ανθρώπους που γενικά βιάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις, χωρίς αυτό αναγκαίως να οδηγεί στο να σκοντάφτω, αλλά το γεγονός παραμένει ότι θέλω να βρίσκομαι πάντοτε έγκαιρα στον προορισμό μου. Ας πούμε ότι έχω να κάνω ένα ταξείδι, μακρινό ή κοντινό. Με το τραίνο, το αεροπλάνο ή οποιοδήποτε άλλο μέσο εκτός από τον αραμπά, που και να θέλεις να τον χρησιμοποιήσεις, είναι μάλλον αδύνατον να τον βρείς, χώρια που δεν σε πάει πέρα από λίγα χιλιόμετρα.
Λοιπόν, το τραίνο ξεκινά - ας πούμε -στις εννέα και δεκαεπτά λεπτά το πρωϊ. Μπορεί κανείς να είναι θαυμάσια στο σταθμό στις εννιά παρά τέταρτο, και να περιμένει μισή ώρα μέχρι την ώρα της διέλευσης της αμαξοστοιχίας, να ανέβει σ΄αυτήν, και καλό δρόμο και να πηγαίνεις απ΄ το πεζοδρόμιο. Αυτό πρόκειται να κάνω ; Οχι, δεν θα το κάνω με καμμιά κυβέρνηση, πρέπει να βρίσκομαι στο σταθμό στις οκτώ και τέταρτο, μιά ώρα δηλαδή πριν από την ώρα της αναχώρησης. ( Χωρίς να λογαριάσουμε και την πιθανή καθυστέρηση που συχνά
παρουσιάζει ο σιδηρόδρομος στη χώρα μας ). Μήπως η βιασύνη μου αυτή, θα με αναγκάσει ενδεχομένως να σκοντάψω, όπως το λέει η παροιμία ; Οχι, ή παροιμία δεν έχει εφαρμογή σε τέτοιου είδους βιασύνες. Εξηγηθήκαμε.
Οι παλιοί άνθρωποι ( όχι βέβαια οι παλιάνθρωποι ), νομίζω ότι δεν έδειχναν και πολλή βιασύνη στην καθημερινή τους ζωή που κυλούσε μάλλον αργά και ήρεμα. Είχαν να κάνουν κάποιες δουλειές ; Μάλιστα, θα τις κάνουμε μόλις μπορέσουμε, υπάρχει καμμιά βία, μας κυνηγάει κανένας ; Δεν μας κυνηγάει. ( Όλα έχουν τις εξαιρέσεις τους, συμβαίνει να σε κυνηγάνε, και μάλιστα αγρίως, όταν λ.χ. τους χρωστάς χρήματα που δεν θέλεις ή δεν μπορείς να τους τα δώσεις. Αλλοτε πάλι - σε πολεμικές περιόδους - σε βάζουν στο κυνήγι οι εχθροί, είτε όντας άμαχος πολίτης, είτε νικημένος στρατιώτης. Αλλά όλες αυτές είναι ειδικές περιπτώσεις, δεν συμβαίνουν καθόλου συχνά ).
Γιαβάς γιαβάς, αυτή είναι η τουρκική έκφραση, και σύμφωνα μ΄αυτήν πορευτήκαμε επί αιώνες μαζύ με τους κατακτητές μας. Αλλά αυτή η αντίληψη του « σπεύδε βραδέως », ήταν από τα αρχαία χρόνια σύμφυτη με τον Ελληνα, και - όπως νομίζω - και με τους άλλους λαούς. Ο γνωστός Μεξικάνικος τρόπος της αργής κίνησης και της « σιέστας », πρέπει να ήταν διαδεδομένος σε όλους τους λαούς, κυρίως των τροπικών και ημιτροπικών περιοχών, όπου τους θερινούς μήνες και όχι μόνο, οι καιρικές συνθήκες επιβάλλουν αυτόν τον τρόπο του ζήν, για τους κατοικούντες στα ψυχρά κλίματα το πράγμα μπορεί να διαφέρει.
Αλλά, ας εξετάσουμε το πράγμα και από την αντίθετη του πλευρά. Ο ίδιος ο Ελληνικός λαός, λέει και μιά άλλη παροιμία, διαμετρικά αντίθετη στο νόημα απ΄ την πρώτη : « To γοργόν και χάριν έχει ». Είναι όμως πραγματικά σε αντίθεση με την πρώτη ; Φαινομενικά ναι, όσο πιό γρήγορα, τόσο το καλύτερο, αυτό θέλει να πεί, αυτή είναι τουλάχιστον η πρώτη εντύπωση. Όμως, μπορούμε να εξετάσουμε, αν υπάρχουν εφαρμογές του λαϊκού αυτού αποφθέγματος σε κάποιες περιπτώσεις. Και στις οποίες, η βιασύνη δεν προκαλεί ανατροπές ή οτιδήποτε άλλο δυσάρεστο.
Ενας άνθρωπος βρίσκεται σοβαρά άρρωστος ή τραυματίας, και έχει ανάγκη άμεσης μεταφοράς σε νοσοκομειακό κέντρο. Είναι προφανές, ότι το « όποιος βιάζεται, σκοντάφτει », δεν έχει καμμιά απολύτως εφαρμογή στην περίπτωση αυτή. Κάθε λεπτό καθυστέρησης, μπορεί να αποβεί μοιραίο για τον άνθρωπο αυτό, είναι αναγκαίο να γίνει η μεταφορά του με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο, με το ταχύτερο μεταφορικό μέσον. Εδώ, « το γοργόν και χάριν έχει », είναι απόλυτα λογικό, και η βιασύνη στις ενέργειές μας, είναι απόλυτα επιβεβλημένη. Δίνουμε λοιπόν μιά γερή κλωτσιά στο πρώτο ρητό, και ακολουθούμε με σχολαστικότητα το δεύτερο, σωστό δεν είναι αυτό ;
Είμαστε μέσα στην αίθουσα όπου πρόκειται να δώσουμε γραπτές εξετάσεις σε κάποιο μάθημα. ( Εξυπακούεται, ότι είμαστε μαθητές ή φοιτητές, αυτό είναι αυτονόητο ). Μας δίνουν τέσσερα θέματα, και μας λένε ότι πρέπει να γράψουμε τα τρία απ΄αυτά. Παρεχόμενος χρόνος είναι οι δυό ώρες. Τι κάμνουμε τώρα ; Καθόμαστε και ξύνουμε το κεφάλι μας, σκεφτόμαστε το πώς θα συμπληρώσουμε το δελτίο Προ - πο, που θα καταθέσουμε όταν βγούμε απ΄την αίθουσα ; Η μήπως πέφτουμε σε ρωμαντική ονειροπόληση πάνω σε κάποιο άσχετο ζήτημα ; Οχι βέβαια. Συγκεντρωνόμαστε στα θέματα που μας έδωσαν, και προσπαθούμε να γράψουμε τις απαντήσεις μας, όσο πιό γρήγορα - αλλά και σωστά - γίνεται. Φυσικά δεν εφαρμόζουμε το « γοργόν και χάριν έχει » σε όλο του το πλάτος, πρέπει αυτά που θα γράψουμε γρήγορα, να είναι καρπός ώριμης και όχι επιπόλαιας σκέψης. Φαίνεται ότι εδώ - όπως και σε άλλες περιπτώσεις - εφαρμόζονται και οι δυό παροιμίες μαζύ, όσο κι αν αυτό φαίνεται αντιφατικό από πρώτη όψη.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο πρώτο ρητό μας. Τι βλέπουμε σήμερα στον « δυτικό » τρόπο ζωής ; Μιά βιασύνη που χαρακτηρίζει τις πράξεις μας, τους σχεδιασμούς μας, άγνωστη στις παλιές εποχές. Ολοι τρέχουν ολημερίς κι ολονυχτίς, κυνηγώντας κάτι που φαίνεται ότι πάντοτε το κυνηγούν και πάντοτε τους ξεφεύγει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι γίνεται ένα ακατάπαυστο κυνηγητό του χρήματος, ενός πράγματος που πολλοί το κυνηγούν, αλλά λίγοι το αρπάζουν. Ένα μοντέρνο σπορ με το οποίο ασχολούνται οι σημερινοί άνθρωποι, που δεν φαίνεται να γνωρίζουν ότι όλα αυτά που θα αποχτήσουν με το ανηλέητο αυτό κυνήγι, θα τα αφήσουν σε κάποιους άλλους που δεν κόπιασαν καθόλου γι αυτά, και που καρφί δεν τους καίγεται αν τα ξοδέψουν με την ταχύτητα του ήχου, μήπως αυτοί κουράστηκαν στο κυνηγητό που τα έφερε ;
Όταν παρατηρεί κανείς τους δρόμους και τις αγορές μιάς σύγχρονης πόλης, και ιδίως μεγαλούπολης, βλέπει κίνηση σε ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κυρίως οχημάτων, αλλά και πεζών. Αν έχει τον χρόνο να καθήσει και να χαζέψει, θα δεί τους ανθρώπους να πηγαίνουν και να έρχονται σαν ορμητικά ποτάμια, να διασχίζουν τις διαβάσεις, να σταματούν στα κόκκινα φανάρια κάθε ενάμισυ λεπτό και να περιμένουν υπομονετικά - κατ΄ επίφασιν τουλάχιστον - να ανάψει το πράσινο φανάρι για να προχωρήσουν λίγα μέτρα, και να σταματήσουν και πάλι απ΄την αρχή. Το πράγμα φαίνεται να είναι τελείως « κουφό », για να μεταχειριστούμε μιά μοντέρνα έκφραση της « αργκό ». Πρόκειται άραγε για ανθρώπους που νοσηλεύονταν σε ψυχιατρεία και δραπέτευσαν ομαδικά, ( όπως συμβαίνει κατά πυκνά διαστήματα στις ελληνικές φυλακές « υψίστης ασφαλείας » ), και ξαμολύθηκαν στους δρόμους ; Αν αυτό θα μπορούσαμε να το υποθέσουμε για τους πεζούς - που είναι σαφώς λιγότεροι από τους επωχούμενους σε αυτοκίνητα- δεν μπορούμε να κάνουμε την ίδια υπόθεση και για τους αυτοκινούμενους, αυτοί δεν ήσαν βεβαια κλεισμένοι σε ψυχιατρικές κλινικές, που άλλωστε δεν θα μπορούσαν να έχουν τόσο πολλούς τόπους παρκαρίσματος αυτοκινήτων. Ετσι, αποκλείεται να πρόκειται για τρελλούς, οι άνθρωποι είναι απόλυτα καλά στα μυαλά τους. Μπορεί να φαίνονται κάπως « ανώμαλοι » στα μάτια ενός άνθρώπου που ήλθε από μιά απομονωμένη ζούγκλα, αλλά ο έμπειρος κάτοι-κος της σύγχρονης πόλης, ξέρει ότι πρόκειται για απόλυτα φυσιολογικούς ανθρώπους, αν εξαιρέσουμε τους αρκετούς, που έχουν τους τελευταίους καιρούς ψυχολογικά προβλήματα.
Και ιδού η μεγάλη αντίθεση προς το λαϊκό ρητό που αναφέρεται στη βιασύνη : Παρ΄όλο ότι όλοι αυτοί οι σύγχρονοι άνθρωποι βιάζονται, και βιάζονται μάλιστα πολύ, εν τούτοις φαίνεται ότι δεν σκοντάφτουν.΄Η μήπως σκοντάφτουν και δεν το καταλαβαίνουνε ; Πάντως, όπως και να έχουν τα πράγματα, το γεγονός είναι ότι η πολλή βιασύνη δεν είναι τόσο πολύ αποδοτική, ότι κάμνει κανείς με προχειρότητα και βιαστικά, πάνω στο γόνατο, δεν θα βγάλει κάτι καλό. Σ΄αυτό πρέπει να είμαστε απόλυτοι. Αλλωστε, μιά αρχαία ρήση που δεν ξέρω ποιός την είπε, συμφωνεί απόλυτα με το ρητό των νεοελλήνων. Λέει : « Σπεύδε βραδέως ». Και αυτόν τον κανόνα πρέπει να ακολουθούμε.

AΡΓIA, MHTHΡ ΠAΣHΣ KAΛOΠEΡAΣHΣ

Βαδίζω στο δρόμο, και μετρώ με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια τα πεζοδρόμια. Είναι τα ίδια όπως και χθες και προχθές, δεν έχουν αλλάξει καθόλου από αμνημονεύτων ετών. Είναι βέβαια σε κάποια σημεία στενά κι αυτό εμποδίζει την ακώλυτη κίνηση, αλλά η πόλη είναι παλιά, πολύ παλιά, και καινούργιο σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί Υπήρχε ένα σχέδιο πόλης πριν από πολλές δεκαετίες, αλλά με τις συνεχείς παραβιάσεις του από τους συμπολίτες μας, και με την ανοχή και ενθάρρυνση των τοπικών αρχόντων, κατάντησε σε τέτοιο χάλι που άφησε την πόλη - εννοώ την παλιά πόλη χωρίς τους συνοικισμούς της - στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί της εποχής του διάσημου συμπολίτη μας, του στρατηγού Μαχμούτ πασά Δράμαλη - αυτουνού που πιάστηκε στα χέρια με τον Κολοκοτρωνη - κι ακόμα πιό προηγούμενα.
Πάντως, υπάρχουν και δρόμοι - έστω και μαιανδρικά χαραχμένοι - και πεζοδρόμια που αλλού είναι κάπως φαρδυά και αλλού στενά. Και βαδίζοντας επάνω στα πεζοδρόμια αυτά, βλέπω κατά διαστήματα, καφενεία παλιά και αρχοντικά, αλλά και καινούργια, μέσα στα οποία κάθονται αναπαυτικά, κάποιοι συμπολίτες μας, οι περισσότεροι κάποιας ηλικίας και μάλλον συνταξιούχοι. Και κάποιοι απ΄αυτούς, παίζουν τα επιτρεπόμενα από το νόμο καφενειακά παιχνίδια, όπως τάβλι, ξερή, κοντσίνα κι άλλα παρόμοια. Οι άνθρωποι αυτοί δεν εργάζονται καθόλου, αυτό είναι ολοφάνερο. Και αυτή η απραξία, αυτή η έλλειψη απασχόλησης, δεν φαίνεται να τους στεναχωρεί καθόλου, μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο, είναι φανερό ότι το διασκεδάζουν το πράγμα. Και γιατί να μην το διασκεδάζουν ; Μιά ζωή εργαζόντουσαν, και τί κατάλαβαν με τις εργασίες τους ; Κουράστηκαν πολύ και χαϊρι δεν είδαν οι άνθρωποι, τώρα με την απλωμένη αρίδα τους, περνάνε πολύ καλύτερα.
Εκτός από τα καφενεία παλαιού τύπου, υπάρχουν εδώ και αρκετά χρόνια, και οι καφετέριες, που δεν διαθέτουν τα « αθλητικά » παιχνίδια των καφενείων, αλλά που ενώ ξεκίνησαν - υποτίθεται - από τον τύπο της αμερικάνικης καφετέριας, δεν έχουν και πολλά κοινά μ΄αυτήν, καθώς οι αμερικάνικες καφετέριες προσφέρουν και γεύματα - μάλλον τύπου « σνακ » - ενώ οι ελληνικές προσφέρουν μόνο καφέ και διάφορα ποτά, αναψυκτικά και αλκοολούχα. Και ενώ τα καφενεία παλαιού τύπου συχνάζονται από ανθρώπους κάποιας ηλικίας, οι καφετέριες έχουν νεανική κατά το πλείστον πελατεία. Αλλά είτε πρόκειται για καφενεία είτε για καφετέριες στις οποίες συχνάζουν αργόσχολοι κι άνεργοι, γεγονός είναι ότι οι πελάτες των κέντρων αυτών, περνούν ευχάριστα τις ώρες τους παίζοντας κάποιο παιχνίδι ή απλώς κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων.
Σε όλη την υπόλοιπη πόλη, οι άνθρωποι εργάζονται πυρετωδώς, με προθυμία - σπανίως - ή και χωρίς αυτήν, για να κερδίσουν τον επιούσιον, να εξωφλήσουν τα χρέη τους προς τις τράπεζες, την εφορία, και ίσως και για να αγοράσουν και κάποιες μετοχές. Που ίσως να τους δώσουν μερικά κέρδη, και πιό πιθανόν, να τους κάνουν να « εγκλωβιστούν » σε χαμηλά επίπεδα τιμών και να μην μπορούν να απεγκλωβιστούν με καμμιά κυβέρνηση, « σοσιαλιστική » ή συντηρητική. Εργάζονται λοιπόν, θέλοντας και μη θέλοντας, και όταν τους βλέπω, μου έρχονται στο νού οι στίχοι του παλιού εκείνου αρχοντορεμπέτικου :

Ό λ η μ έ ρ α ε ρ γ α σ ί α,
κ ο ύ ρ α σ η κ ι ο ρ θ ο σ τ α σ ί α,
κ ι α π ό τ η ζ έ σ τ η ρ έ ζ η μ ι ά,
ν α σ ο ύ ΄ρ χ ε τ α ι λ ι π ο θ υ μ ι ά, κ.λ.π.

Και κάθομαι και σκέφτομαι. Γιατί ρε άνθρωπε να χρειάζεται να εργάζεσαι όλη μέρα με ή χωρίς ορθοστασία, για να αποχτήσεις χρήματα, με τα οποία θα καλύψεις ένα πλήθος από ανάγκες, που εσύ - αυτό το « εσύ » δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα - που εσύ επαναλαμβάνω δημιούργησες ; Γιατί να είσαι υποχρεωμένος να ξυπνάς στις εξήμισυ το πρωϊ για να ξυριστείς - αν είσαι άντρας - ή να καλλωπιστείς - αν είσαι γυναίκα - να κάνεις και τις άλλες προετοιμα-μασίες, πρόγευμα κ.λ.π., να ξεκινήσεις από τα άγρια χαράματα να πάς στη δουλειά σου, προσωπική ή υπαλληλική, να κάθεσαι στη δουλειά σου με τις ώρες που κυλούν ατέλειωτες, σαν τις μέρες που κάνει κανείς στη φυλακή, περιμένοντας να τελειώσουν γιά να βγή και να ξανάβρει την ελευθερία του ; Πώς έγινε και μπήκες και σύ - όχι προσωπικό επαναλαμβάνω, απλώς γενικό - μπήκες στο λούκι και τραβάς το δρόμο σου σαν να είσαι μέσα σε ένα κοπάδι προβάτων που ακολουθεί τον τσομπάνη του ;
Και τρέχει ο νούς μου προς τα περασμένα, και σκέφτομαι τους πρωτόγονους εκείνους προγόνους μας, αυτούς που κατοικούσαν στα σπήλαια και στις καλύβες που ήσαν φτιαγμένες με κλαδιά δέντρων, που ήσαν ίσως και ανθρωποφάγοι. ( Για τους μη γνωρίζοντας, το ανθρώπινο κρέας είναι καταπληκτικής γεύσης, δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο, ίδίως όταν είναι καλοψημένο στη σούβλα ). Εκείνοι λοιπόν οι πολύ μακρυνοί πρόγονοί μας, δεν είχαν ανάγκη να εργάζονται με το τακτικό ωράριο που έχουν οι σημερινοί τους απόγονοι. Ηθελαν κρέας για το φαγητό τους ; Επαιρναν το τόξο και τα βέλη τους, και ξαμολιόντουσαν στα πέριξ, κυνηγώντας ότι κινείται, και όταν έβρισκαν τη λεία τους, επέστρεφαν οίκαδε, παρέδιδαν το κρέας στις συζύγους που περίμεναν με ανυπομονησία αλλά και με πείνα να καταφθάσει το φαγητό τους, να το ετοιμάσουν στο φούρνο τους ή στη σχάρα ή όπως αλλοιώς ήθελαν, να το πάρουν με τα χέρια - τα πηρούνια άργησαν πολύ να ανακαλυφθούν - και να καλμάρουν την πείνα όλων των μελών της οικογένειας. ( Πρέπει να έχουμε υπ΄ όψιν, ότι οικογένειες υπήρχαν και τότε, τώρα είναι που πάνε για διάλυση ).
Ολη αυτή η διαδικασία που γινότανε με σκοπό την προμήθεια τροφής, δεν είχε τίποτε το καταναγκαστικό, ήταν περισσότερο ένα « χόμπυ » παρά εργασία με την έννοια που της δίνουμε σήμερα. Ο υποτιθέμενος « εργαζόμενος » για να εξασφαλίσει τον επιούσιον, περισσότερο έπαιζε ή διασκέδαζε παρά εργαζόταν, όχι βέβαια πάντοτε, υπήρχαν και αντίξοες περιστάσεις, κυρίως λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών. Τώρα, αν εκείνον τον πρωτόγονο, τον φέρναμε με κάποιο μαγικό τρόπο στη σημερινή εποχή, και έβλεπε το πώς βγάζουν οι άνθρωποι τα χρήματα που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν τις βιοτικές ανάγκες τους, σίγουρα θα απορούσε βλέποντας να γίνεται τόσο μεγάλη φασαρία, για να μπορούν οι μεταγενέστεροί του να επιβιώσουν μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο. Και βέβαια, θα το έβαζε αμέσως στα πόδια για να επιστρέψει πίσω στην εποχή του, μη μπορώντας να αντέξει το απαράδεκτο αυτό θέαμα.
Ας καθήσουμε να σκεφτούμε τώρα, πόσοι από αυτούς που εργάζονται, κάμνουν την εργασία τους με ενθουσιασμό, με χαρά, με αγάπη γι αυτό που κάμνουν. Βέβαια, θα υπάρχουν και κάποιοι που θα εργάζονται χωρίς να νοιώθουν καμμιά καταπίεση, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε στο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων, θεωρεί τη δουλειά του λίγο ή πολύ σαν αγγαρεία. Μερικοί θα προτιμούσαν να κάνουν ένα άλλο επάγγελμα, άλλοι θα προτιμούσαν να είναι εισοδηματίες που θα εισέπρατταν τα αναγκαία προς το ζήν μέσω των εισοδημάτων τους. Αλλοι θα ήθελαν να κάνουν τουρισμό, και αρκετοί θα έμεναν ευχαριστημένοι αν δεν έκαμναν τίποτε απολύτως, εκτός βέβαια από το να διασκεδάζουν.
Ετσι, θα πρέπει να σκεφτούμε αν η δουλειά είναι κάτι το φυσικό στον άνθρωπο. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι, εσείς όμως μπορείτε να έχετε διαφορετική γνώμη και δεν σας αδικώ. Θα παραθέσω όμως τα επιχειρήματά μου, με τα οποία στηρίζω την άποψή μου. Ένα απ΄αυτά, είναι το γεγονός ότι όλοι - ή σχεδόν όλοι - δεν θέλουμε να τελειώνουν οι θερινές διακοπές μας, οι μέρες της άδειάς μας, δυσανασχετούμε και με μόνη τη σκέψη ότι σε λίγες μέρες ή αύριο, πρέπει να επιστρέψουμε στην εργασία μας. Ένα άλλο επιχείρημα που θα παραθέσω, είναι το ότι περιμένουμε με ανυπομονησία την ώρα που θα σταματήσει η εργασία της ημέρας, για να του δίνουμε δρόμο. Θα μπορούσαν να παρατεθούν και άλλα επιχειρήματα, αλλά προς το παρόν μου τέλειωσαν. Θα προσθέσω μόνο, ότι η λέξη « δουλειά », δεν είναι τίποτε άλλο από τη « δουλεία », μόνο μιά αλλαγή τονισμού υπάρχει στη νεοελληνική γλώσσα. Μ΄ άλλα λόγια, στα ελληνικά τουλάχιστον, το να εργάζεσαι σημαίνει ότι είσαι δούλος, μάλιστα αυτό συμβαίνει. Βέβαια, αυτό το βλέπουμε στην ελληνική γλώσσα, δεν ξέρω αν σε καμμιά άλλη γλώσσα θα μπορούσε να υπάρχει μιά τέτοια ταύτιση εννοιών.
Ο γνωστός Γάλλος ευθυμογράφος και θεατρικός συγγραφέας των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, ο Τριστάν Μπερνάρ, είχε κάποτε γράψει τα εξής για την εργασία. ( Παραθέτω τη σκέψη του, όχι τα λόγια του με την ακριβή τους σειρά, δεν μπορώ να τα θυμάμαι ύστερα από δεκαετίες ). Είπε λοιπόν - και μάλλον θα το επανελάμβανε αυτό συχνά - ο Μπερνάρ : « Mπορούμε να πηγαίνουμε στο θέατρο να δούμε μιά παράσταση, αλλά κανένας δεν μας πληρώνει για να πάμε. Μπορούμε να πάμε ταξείδι για τουρισμό, αλλά κανένας δεν μας πληρώνει γι αυτό. Μπορούμε να πάμε σε μιά ταβέρνα για να διασκεδάσουμε, αλλά κανένας δεν μας πληρώνει γι αυτό. Αλλά για να μας υποχρεώσουν να εργαστούμε, αναγκάζονται να μας πληρώνουν, είναι το μόνο πράγμα για το οποίο είναι υποχρεωμένοι να δώσουν χρήματα, γιατί κανένας δεν θα εργαζότανε αν δεν τον αποζημίωναν με χρήμα ».
Αυτά έλεγε ο Γάλλος ευθυμογράφος, και αν το σκεφτούμε καλά, μάλλον θα τον δικαιώσουμε. Αλλά, ας ακούσουμε και μιά άλλη γνώμη, που την διατύπωσε ένας αμερικανός συγγραφέας που το όνομά του δεν το θυμάμαι. Είπε λοιπόν ο άνθρωπος αυτός κάμνοντας χιούμορ : « Οι πίθηκοι θα μπορούσαν να μάθουν γράμματα αλλά δεν το κάνουν, γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι τότε θα τους βάλουν να εργαστούν ». Ισως οι πίθηκοι να είναι πιό ενημερωμένοι σχετικά με το τι σημαίνει « εργασία », μπορεί να είναι και έτσι.
Εδώ θα κάνω μιά παρατήρηση. Οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι ποιητές, οι συγγραφείς και μερικοί άλλοι που έχουν πάθος μ΄αυτό που κάμνουν και δεν το θεωρούν αγγαρεία, δεν πρέπει να θεωρούνται σαν αληθινοί εργαζόμενοι, το « χόμπυ » τους κάνουν οι άνθρωποι, κανένας δεν τους υποχρεώνει να το κάνουν, και δεν τους κουράζει ποτέ να « εργάζονται » γι αυτόν το σκοπό. Αλλά αυτοί είναι λίγοι σε σχέση με τους πολλούς, έτσι δεν είναι ;

EN TH ΠAΛAMH KAI OYTΩ XEIΡOYΡΓHΣΩMEN

Τα παλιά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι είχαν περιωρισμένες ανάγκες και δεν έτρεχαν τόσο πολύ πίσω από το χρήμα, τότε που δεν υπήρχε το σημερινό άγχος κι ο ανταγωνισμός, η πάλη της επικράτησης απέναντι των αντιπάλων σου, και οι καθημερινές πιέσεις που σου ερχονται από πολλές μεριές και δεν ξέρεις πώς να τα βγάλεις πέρα μ΄ όλα αυτά, την παλιά εκείνη εποχή - που βεβαια δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακή, ας μη λέμε ψέμματα, ο πολύς κόσμος ήταν στερημένος από πολλά, ακόμα κι από τα στοιχειώδη- λοιπόν, υπήρχαν και τότε γιατροί, αυτοί οι άνθρωποι στους οποίους πηγαίνεις όταν αρρωσταίνεις και ζητάς τη βοήθειά τους. Οι γιατροί των όχι μακρυνών εκείνων εποχών, ήσαν αυτό που λέμε « οικογενειακοί γιατροί », που παρακολούθούσαν την κατάσταση της υγείας όλων των μελών της οικογένειας, απ΄τους μικρούς - όπου δεν υπήρχαν παιδίατροι -μέχρι τους μεγάλους.
Η ιατρική την εποχή εκείνη, λίγα πράγματα μπορούσε να προσφέρει στους ανθρώπους, Πριν από εβδομήντα χρόνια, δεν υπήρχε κανένα χημειοθεραπευτικό φάρμακο εκτός από τη Σαλβαρσάνη και την εξελιγμένη μορφή της, τη Νεοσαλβαρσάνη, φάρμακα που εχρησιμοποιούντο στη θεραπεία της συφιλίδας, της μάστιγας - μαζύ με τη φυματίωση και την ελονοσία - των παλιών εποχών. Από αντιβιοτικά, τίποτε απολύτως. Όταν δεν έχει ο γιατρός τα κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις λοιμώδεις ασθένειες, τότε, το μόνο που μπορεί να προσφέρει, είναι η θεραπεία των παθήσεων που δεν προκαλούνται από ιούς ή μικρόβια. Άντε να κάνει κάποια θεραπεία για το έλκος του στομάχου, να κάνει και καμμιά εγχείριση, από αυτές που μπορούσαν να γίνουν την εποχή εκείνη. Ετσι ήταν λοιπόν η κατάσταση. Κάποιο φώς φάνηκε στον ορίζοντα στις αρχές της δεκαετίας του 1930, με την ανακάλυψη στη Γερμανία της Ερυθράς Προντοζίλης, του πρώτου δηλαδή αντιμικροβιακού χημειοθεραπευτικού φαρμάκου, της πρώτης σουλφοναμίδης. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια, για να μπή σε εφαρμογή η πρώτη αντιβιοτική ουσία, η πενικιλλίνη.
Γιατροί υπήρχαν από χιλιάδες χρόνια πριν, άλλοι σπουδαίοι - ας μην ξεχνάμε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό - άλλοι μέτριοι και άλλοι σκάρτοι, κομπογιαννίτες. Και υπήρχαν και γιατροί που εκμεταλλευόντουσαν τους ασθενείς τους, δεν πρέπει να κρύβουμε την αλήθεια. Πιστεύω όμως, ότι οι περισσότεροι γιατροί ήσαν έντιμοι και αποφεύγανε κάθε μορφή εκμετάλλευσης των ανθρώπων που καταφεύγανε σ΄ αυτούς. Οι ανέντιμοι ήσαν μειοψηφία, αυτό μπορούν να το βεβαιώσουν στοιχεία που έχουν καταγραφεί τις παλιές εκείνες εποχές.
Πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε να χαλάει το πράγμα. Και άρχισε να χαλάει από μέρους των ασθενών, όχι των γιατρών, και μιλάμε μόνο για την Ελλάδα, και μάλιστα μόνο για την πρωτεύουσα. Όταν κάποιος πήγαινε από την επαρχία, από κάποιο χωριό συνήθως, σε κάποιο Νοσοκομείο, οι συγγενείς του αρρώστου, νομίζοντας ότι οι « πρωτευουσιάνοι » γιατροί δεν θα έδιναν και πολλή σημασία στον άνθρωπό τους, έκριναν πολλές φορές ότι έπρεπε να πηγαίνουν στον αρμόδιο γιατρό κάποιο δώρο, το « πεσκέσι » όπως το λέγανε. Τι ήταν αυτό το πεσκέσι ; Ενας τενεκές ελαιόλαδο, ένας τενεκές τυρί, και κάποια τέτοια σχετικά « δώρα ». Η πράξη αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σαν δωροδοκία, ούτε σαν « φακελλάκι », αυτό είναι και ηλίου φαεινότερο. Ο γιατρός μπορεί να δεχόταν αυτό το μάλλον ασήμαντο δωράκι, κυρίως για να μην προσβάλει με την άρνησή του τον συγγενή του αρρώστου, ή για να τον καθησυχάσει ότι ο άνθρωπός του θα είχε την κατάλληλη φροντίδα από τον ίδιο και το νοσηλευτικό προσωπικό, αυτό ήταν το νόημα των πραγμάτων. Πάντως, τα μικρά αυτά « δωράκια », δεν πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελέσανε τον πρόδρομο των όσων έμελλαν να γίνουν σε κάποιες πολύ κατοπινές εποχές.
Και οι κατοπινές αυτές εποχές έφτασαν τη δεκαετία του 1970, όταν άρχισαν να γίνονται χειρουργικές επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς, τόσο στην Θεσσαλονίκη, όσο - και μάλλον αργότερα, αν δεν κάνω λάθος - και στην Αθήνα. Ησαν τα γνωστότατα τα τελευταία χρόνια σε όλους σχεδόν B y p a s s. ( Ας το γράψουμε και με Ελληνικά γράμματα Μ π α ϋ π ά ς ). Οι γιατροί που έκαμναν αυτές και άλλες επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς, ήσαν ελάχιστοι στη χώρα, και μόνο στις δυό μεγάλες πόλεις. Και αμέσως, έστησαν τα κυκλώματά τους. Ηταν η ομάδα που έπαιρνε μέρος στην εγχείριση, ο κυρίως χειρουργός, ο βοηθός του, ο αναισθησιολόγος και ίσως κάποια βοηθητικά μέλη της ομάδας.
Πήγαινε ο ασθενής να υποβληθεί στην επέμβαση. Ο κατάλληλος « γραμματέας » και ταυτόχρονα « ταμίας » της ομάδας, του έλεγε : « Ξέρετε ότι δεν έχετε κανονικά σειρά να μπήτε στο χειρουργείο, προηγούνται πριν από σας, ογδόντα έξι άλλοι υποψήφιοι για την επέμβαση αυτή. Πρέπει να περιμένετε λοιπόν τη σειρά σας ». « Και πότε θα έλθει η σειρά μου ; », ρωτούσε ο άρρωστος. « Ε, τουλάχιστον οκτώ με δέκα μήνες, δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα ».
Τώρα, όταν ο άνθρωπος φοβάται για την υγεία και τη ζωή του, ακούει αυτά τα λόγια και καταλαμβάνεται από φόβο, από πανικό. Να πάει πουθενά αλλού, δεν μπορεί. Τι να κάνει λοιπόν ; Καταφεύγει σε πλάγια μέσα. « Μα δεν μπορεί να γίνει τίποτε ; Είμαι σε πολύ άσχημη κατάσταση, δεν θα μπορέσω ν΄αντέξω τόση καθυστέρηση ». « Μάλιστα, κάτι μπορεί να γίνει, αλλά ξέρετε, για να ξεπεράσουμε όλη αυτή τη σειρά των υποψήφιων για το χειρουργείο, θα πρέπει να κάνετε και σεις μιά αβαρία. Πρέπει να βάλετε κάποιο χρηματικό ποσό για την ομάδα, ξέρετε ότι κάμνουν χατήρι με το να ξεπερνούν άλλους αρρώστους, κι αυτό δεν είναι νόμιμο ».
« Και πόσο θα στοιχίσει αυτή η παράκαμψη, παρακαλώ ; ». Ο γραμματέας - ταμίας της ομάδας, σκέπτεται εμβριθώς, σημειώνει κάτι στα χαρτιά που έχει μπροστά του, και δηλώνει απεριφράστως : « Ολο το ποσό που θα απαιτηθεί, είναι μόλις δυό εκατομμύρια δραχμές, αυτό είναι όλο, μήπως σας φαίνεται υπερβολικό ; ( Το ποσό αυτό ήταν βέβαια αρκετά μικρότερο εκείνη την εποχή, εδώ έχει μεταφερθεί σε σημερινό χρήμα, έγινε δηλαδή αποπληθωριστική επεξεργασία ).
Το ποσό είναι αρκετά μεγάλο, έτσι δεν είναι ; Ισως ο άνθρωπός μας να μην έχει πρόχειρο αυτό το ποσό. Αλλά κάτι θα γίνει, θα πουλήσει εκείνο το χωραφάκι αν δεν μπορέσει να συμπληρώσει το ποσό με δανεικά από τους φίλους ή τους συγγενείς. Τέλοσπάντων κάτι θα γίνει και θα προχωρήσει το ζήτημα. « Εν τάξει, θα βρεθεί το ποσό που μου ζητάτε. Λοιπόν, ποιά μέρα θα γίνει η εγχείριση ; » « Σε δυό μέρες από σήμερα, μεθαύριο, θα εισαχθείτε στο Νοσοκομείο και μετά από δυό - τρεις μέρες θα μπήτε στο χειρουργείο, σύμφωνοι ; »
Φτάσαμε λοιπόν στη συμφωνία. Η ομάδα θα βρίσκεται παρούσα και με πλήρη παράταξη την κανονισμένη μέρα. Πριν γίνει η εισαγωγή στο χειρουργείο, θα « πέσει » το παραδάκι, δεν γίνεται διαφορετικά, πρέπει να τηρούνται οι κανονισμοί. Βέβαια, οι γιατροί είναι κρατικοί και η μισθοδοσία τους γίνεται απ΄το Κρατικό ταμείο, δηλαδή από τους ανθρώπους του λαού, δηλαδή κι από τον ίδιο τον μέλλοντα να χειρουργηθεί. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να πάρουν καμμιά έξτρα αμοιβή, αυτό το απαγορεύει ο νόμος. Αλλά τι να γίνει, να πάει και να τους καταδώσει στην αστυνομία ή στον εισαγγελέα ; Ετσι όμως δεν θα γίνει η εγχείριση, και υπάρχει μεγας κίνδυνος να μετακομίσει ο άνθρωπός μας στας αιωνίους μονάς. Ετσι, πείθεται να προχωρήσει το πράγμα, εδώ ανάγκα και θεοί πείθονται, δεν θα πεισθεί ο ανθρωπάκος μας ;
Ετσι ξεκίνησαν τα πράγματα, από τις επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς. Για πολύ καιρό, δεν ακούγαμε για πρόσθετες « επιβαρύνσεις » για άλλα πράγματα ιατρικής -δηλαδή χειρουργικής-φύσεως, όλη η ιστορία αφορούσε μόνο τις καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις και τίποτε άλλο.
Πέρασαν μερικά χρόνια έτσι. Αλλά τα μεγάλα κέρδη των καρδιοχειρουργών - που στο μεταξύ είχαν γίνει περισσότεροι με την άφιξη και άλλων απ΄την Αμερική - προκάλεσαν τη ζήλεια και το φθόνο και άλλων μεγαλοχειρουργών - πάντα μιλάμε για τα μεγάλα κέντρα, όπου ασκούν το επάγγελμα οι « διασημότητες » της ιατρικής. Που βέβαια δεν πηγαίνουν να μείνουν σε μικρές πόλεις, εκεί που έχουν ευρύτατο πεδίο δράσης είναι τα κεντρα, όπου μάλιστα βρίσκονται και τα Πανεπιστημια αλλά και οι μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Στις οποίες συρρέουν άρρωστοι από όλη τη χώρα, αυτοί που έχουν τα σοβαρά προβλήματα, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στα επαρχιακά νοσοκομεία.
Λοιπόν, φτάσαμε και στην εποχή, κατά την οποία, και για μικρότερες χειρουργικές επεμβάσεις, χρειάστηκε να δίνεται και το σχετικό « φακελλάκι », πολύ μικρότερο βέβαια απ΄ ότι στις μεγάλες καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις - άλλα τα μάτια του λαγού, κι άλλα της κουκουβάγιας - και αυτό από ορισμένους μόνο « μεγαλογιατρούς », και απαιτούμενο συνήθως από επαρχιώτες που ήσαν ακατατόπιστοι ως προς τα τεκταινόμενα στα μεγάλα κέντρα.
Αυτά όλα βέβαια, εν κρυπτώ και παραβύστω. Αλλά πριν από, μερικές εβδομάδες, έσκασε το κανόνι σε ένα νοσοκομείο του Πειραιά. Μαιευτήρας - γυναικολόγος, του οποίου το μικρό όνομα θυμίζει ήρωα της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας - όνομα και μη χωριό - ζητούσε για κάθε γυναικολογική χειρουργική επέμβαση, το μάλλον μικρό ποσό των τριακοσίων χιλιάδων δραχμών, κάπου εννιακόσια Ευρώ δηλαδή, αστείο μάλλον ποσό. Αλλά, φασούλι το φασούλι, γεμίζει το σακκούλι, έτσι δεν είναι ; Ομως μιά κακοήθης ασθενής που επρόκειτο να την χειρουργήσει, το έβαλε αμέτι μουχαμέτι να τον « καρφώσει », γιατί δηλαδή, για κορόϊδα μας περνά αυτός ο τύπος ; Και τον κατέδωσε η εν λόγω ασθενής. Του έδωσε τα εννιακόσια Ευρώ, σημαδεμένα εκ των προτέρων απ΄ την αστυνομία, και να΄τος στη φάκα ο ποντικός. Και βέβαια, ο ποντικός αρνήθηκε ότι έφαγε το τυρί, αλλά η αστυνομία που είχε τοποθετήσει το τυρί η ίδια, είχε άλλη γνώμη. Και τον παρέπεμψε στον εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Και ίδωμεν την εξέλιξη της υπόθεσης.
Τώρα, θα τεθεί το εύλογο ερώτημα : Γιατί φτάσαμε εμείς οι Ελληνες - πρώτοι μεταξύ πρώτων - να απαιτούμε από τους φουκαράδες τους ασθενείς να μας ακουμπάνε το φακελλάκι, για να τους προσφέρουμε τη βοήθειά μας ; Γιατί να βάζουμε και σε κίνδυνο ακόμα τη ζωή των ανθρώπων που ζητούν τη συνδρομή μας, αν δεν έχουν το παραδάκι να μας το προσφέρουν εκόντες άκοντες για να γίνει η δουλειά τους ; Γι αυτό το λόγο πήγανε στην Ιατρική σχολή, με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν στις σπουδές τους ; Για να καταδυναστεύουν τον κοσμάκη - μιλάμε κυρίως για τους φτωχούς, τους χαμηλών εισοδημάτων ανθρώπους, αλλά και της μέτριας οικονομικής κατάστασης, που είναι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ;
Είναι ολοφάνερο. Ολοι το καταλαβαίνουν. Ο άνθρωπος αυτός - φυσικά δεν είναι η πλειοψηφία των γιατρών, είναι μιά μειοψηφία - είναι ο κυνηγός του χρήματος, όπως πάρα πολλοί άλλοι στην εποχή μας. Κυνηγός χρήματος, όπως ήσαν οι πάλαι ποτέ χρυσοθήρες. Είναι ένας μοντέρνος χρυσοθήρας, με τη διαφορά, ότι οι παλιοί εκείνοι χρυσοθήρες, δεν εκμεταλλεύονταν άλλους για να βγάλουν το χρυσάφι απ΄τη γή ή το ποτάμι. Με χίλια δυό βάσανα, με στερήσεις πολύ μεγάλες το έβγαζαν, όχι στην πλάτη άλλων.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

ΤΩΝ ΟΙΚΙΩΝ ΥΜΩΝ ΕΜΠΙΜΠΡΑΜΕΝΩΝ....

Τ Ω Ν Ο Ι Κ Ι Ω Ν Υ Μ Ω Ν Ε Μ Π Ι Μ Π Ρ Α Μ Ε Ν Ω Ν . . . .

Το έτος 1903, ήταν η χρονιά της πρώτης επιτυχημένης πτήσης του αεροπλάνου από τους αδελφούς Ορβιλλ και Ουίλμπουρ Ράϊτ. Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας από τότε, και σήμερα γίνονται πτήσεις χιλιάδων ή και δεκάδων χιλιάδων αεροπλάνων την ημέρα, περιλαμβανομένων και των πολεμικών, μεταγωγικών και λοιπών χρήσεων, χώρια τα ελικόπτερα, που κι αυτά είναι ένα είδος αεροπλάνου. Οι ουρανοί γέμισαν από ιπτάμενα αντικείμενα γνωστής ταυτότητας, όχι τα UFO, που είναι « αγνώστου ταυτότητας » ιπτάμενα αντικείμενα, αν υπάρχουν αληθινά τέτοια βέβαια.
Για να κινηθεί ένα σώμα, να ξεκινήσει από την κατάσταση « αδράνειας », και να συνεχίσει να κινείται παρά τις αντιστάσεις που φέρνουν άλλες δυνάμεις - όπως η βαρύτητα - το σώμα αυτό χρειάζεται την κατανάλωση ενέργειας, αυτό το ξέρουμε όλοι. Δεν μπορείς να κινήσεις μιά βωδάμαξα, αν δεν την τραβήξουν τα βώδια, που κι αυτά πρέπει να φάνε την τροφή τους που κατόπιν θα μετατραπεί σε κίνηση των μυών τους, και η κίνηση των μυών αυτή θα τραβήξει τη βωδάμαξα.Ομοια, για να κινηθεί ένα αυτοκίνητο, χρειάζεται να καεί βενζίνη, που θα κινήσει τα πιστόνια της μηχανής, που κι αυτά θα περιστρέψουν τον στρόφαλο του κινητήρα, που κι αυτός με τη σειρά του θα στείλει την κίνηση στον άξονα, και από εκεί στους τροχούς.
Αλλά βέβαια, ο σκοπός μας δεν είναι να παραδώσουμε μαθήματα Φυσικής - και μάλιστα Μηχανικής - που όλοι σας τα ξέρετε απ΄ έξω κι ανακατωτά. Είναι να καταδείξουμε σε ποιό απότέλεσμα μας οδηγεί η κίνηση όλων αυτών των ιπτάμενων συσκευών. Λοιπόν, αυτές οι συσκευές, καίνε - όπως όλοι ξέρουμε - προϊόντα πετρελαίου, δηλαδή βενζίνη, κηροζίνη και τα παρόμοια. Αλλά δυστυχώς, η καύση των πετρελαιοειδών παραγώγων, δημιουργεί παραγωγή διαφόρων αερίων, ήκιστα υγιεινών και τα μάλα ανθυγιεινών, όπως το μονοξείδιο του άνθρακα, το διοξείδιο του άνθρακα, το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του μολύβδου και το διοξείδιο του αζώτου. ( Ισως, κάποιο απ΄ τα τελευταία να είναι μονοξείδιο, δεν θυμάμαι καλά, αλλά το πράγμα δεν έχει και τόση σημασία, τί μαύρος σκύλος, τί άσπρος σκύλος, σκύλοι είναι και οι δυό ).
Αυτά τα αέρια, έχουν την πολύ κακή συνήθεια να μην διασπώνται, παραμένουν στην κατάσταση των οξειδίων στον αιώνα τον άπαντα. Και όπως και αν τα μετρήσει κανείς - είτε με κυβικά μέτρα, είτε με τόννους - συγκροτούν τεράστιες ποσότητες για την κάθε μέρα. Και βέβαια, δεν είναι μόνο αυτά, μάλιστα είναι τα λιγότερα. Απείρως περισσότερα είναι τα αέρια που εκπέμπονται από τις πάσης μορφής μηχανές - εσωτερικής ή εξωτερικής καύσης -όπως τα αυτοκίνητα, τα εργοστάσια και τα πάσης φύσεως άλλα μηχανήματα. Όλα αυτά τα αέρια, δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα. Πρέπει να έχουμε υπ΄ όψιν μας, ότι η ατμόσφαιρα της γής, είναι πολύ λεπτή σε πάχος, ουσιαστικά δεν ξεπερνά το πάχος των δέκα χιλιομέτρων, τόσο λεπτή είναι. Πάνω από απ΄ το ύψος αυτό, ο αέρας δεν είναι αναπνεύσιμος λόγω του ότι η πυκνότητα του οξυγόνου είναι χαμηλή. Λοιπόν, αυτό το λεπτό στρώμα της ατμόσφαιρας, το κατάστρέφουμε συνεχώς και αδιαλείπτως καθημερινά, κι όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται μέρα με τη μέρα, δεν παύει η ατμόσφαιρα να καταστρέφεται κατά αριθμητική πρόοδο.
Αυτό το στρώμα των μη μεταβαλλόμενων αερίων που αναφέραμε, σχηματίζει πάνω από τη γή ένα είδος « ομπρέλλας », που φυλακίζει την ηλιακή θερμότητα, και δεν την αφήνει να διαχυθεί στο διάστημα. Αποτέλεσμα, το γνωστότατο « φαινόμενο του θερμοκηπίου », και συνέπεια αυτού είναι η βαθμιαία - πολύ αργή αλλά σταθερή - αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη με όλες τις συνέπειες που έχει αυτή η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω στο κλίμα. Όλα αυτά και πολλά άλλα που είτε δεν τα ξέρω, είτε τα παραλείπω ως ευκόλως εννοούμενα, κάνουν την καϋμένη την ατμόσφαιρά μας που τόσα και τόσα τραβάει, να ξεσπά πάνω στη γή με όποιο τρόπο μπορεί, με τυφώνες, με πλημμύρες και άλλα τοιαύτα, ( που προκαλούνται και από τον συνδυασμό και ενός άλλου πλήθους παραγόντων βέβαια ). Αλλά οι δηλητηριαζόμενοι ανθρωποι, περί άλλα τυρβάζουν. Ενώ καίγονται τα σπίτια τους, αυτοί τραγουδάνε, έτσι λέει το αρχαίο απόφθεγμα που είναι παρμένο από έναν μύθο του Αισώπου.
Και το όζον, πώς έγινε και το ξεχάσαμε το όζον ; Αυτό το στρώμα που βρίσκεται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και εμποδίζει την είσοδο στην επιφάνεια της γής μεγάλης ποσότητας υπεριώδους ακτινοβολίας, που είναι εξαιρετικά βλαπτική, και που το στρώμα αυτό έχει λεπτυνθεί πάρα πολύ εσχάτως από τις εκπομπές των αερίων που προαναφέθηκαν ; Και που έχει και κάτι τρύπες πάνω από ορισμένα σημεία της γής, και γίνεται η κατάσταση ακόμα χειρότερη και δεν πρόκειται να καλυτερέψει με καμμιά κυβέρνηση ; Τα ξεχάσαμε περιέργως αυτά τα πράγματα. Αλλά τί να πρωτοθυμηθεί κανείς, έχουν αρχή και άκρη αυτά τα προβλήματα ;
Λίγο ή πολύ, όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει με το πρόβλημα των σκουπιδιών και των διαφόρων απόβλητων των βιομηχανιών και άλλων σχετικών εγκαταστάσεων. Τακτικά βλέπουμε εικόνες από χώρους αποκομιδής σκουπιδιών, τις λεγόμενες « χωματερές », και τις φασαρίες που δημιουργούνται με τους κατοίκους των παρακείμενων οικισμών, που δεν θέλουν βέβαια τα σκουπίδια μέσα ή κοντά στις αυλές τους, κορόϊδα είναι οι άνθρωποι ; Μήπως μπορεί κανείς άλλωστε να αντέξει τις ευωδίες που εκπέμπονται από τα πάσης φύσεως
απορρίματα ; Για να δεχτούν οι περίοικοι όλη αυτή τη βρωμιά, απαιτούν χρήματα, πολλά χρήματα, και βέβαια τους τα δίνουν, αν μπορούν ας κάνουν κι αλλοιώς. Ετσι, για ένα διάστημα, η κατάσταση φαίνεται να περπατάει κάπως. Αλλά το ζήτημα επανέρχεται και επανέρχεται συνεχώς, και οριστική λύση του δεν μπορεί να δοθεί, παρ΄όλο που σε κάποιο βαθμό - όχι ικανοποιητικό - γίνεται σε κάποιες λίγες χώρες, ανακύκλωση των απορριμάτων.
Όταν βλέπουμε τις εικόνες αυτές και μαθαίνουμε τις λεπτομέρειες του προβλήματος, για λίγο μας απασχολεί το θέμα. Αλλά γρήγορα αποδιώχνουμε απ΄ τη σκέψη μας το οχληρό αυτό ζήτημα, καλό είναι να μην στεναχωριούμαστε μ΄ αυτά τα πράγματα, έτσι δεν είναι ; Ας πάνε να τα λύσουν αυτά τα προβλήματα οι ειδικοί, εμείς θα τα λύσουμε ; Κι αν δεν μπορούν να τα λύσουν, ε, τί να κάνουμε ; Δεν θα καθήσουμε να χολοσκάσουμε γι αυτά, αυτό μας έλειπε τώρα να
ασχολούμαστε και με τα όζοντα και τα άλλα σχετικά που μας φέρνουν πονοκέφαλο.
Να και ένα άλλο πρόβλημα που μας προέκυψε τις τελευταίες δεκαετίες. Οι παραλίες και οι θάλασσες που έχουν μολυνθεί από διάφορες αιτίες, βιομηχανικά απόβλητα, χυμένα πετρέλαια, αποχετεύσεις που χύνονται σε λίμνες και ποταμούς - κι από εκεί στη θάλασσα - και άλλα τέτοια παρόμοια. Πριν από μερικές δεκαετίες ή έναν αιώνα, τέτοιο πρόβλημα ουσιαστικά δεν υπήρχε, μάς προέκυψε με την αύξηση του καταναλωτισμού, τουτέστιν τον υπερκαταναλωτισμό. Πόθεν μας προέκυψε ο υπερκαταναλωτισμός ; Από την πληθωρα των προϊόντων. Ποιός παράγει αυτή την πληθώρα που πηγαίνουμε και την αγοράζουμε ύστερα εμείς ; Την δημιουργεί η βιομηχανία. Λοιπόν, για να φτιάξει η βιομηχανία αυτά τα προϊόντα, δημιουργεί μαζύ τους και πολλά υποπροϊόντα - τα βιομηχανικά κατάλοιπα - που κάπου πρέπει να τα ρίξει. Και τα ρίχνει όπου βρεί, συνήθως μέσα σε λίμνες ή σε ποτάμια, είτε έτσι όπως είναι, είτε μετά από βιολογικό καθαρισμό.( Με τον οποίο - όταν γίνεται - η ζημιά είναι πολύ μικρή, έτσι τουλάχιστον μας λένε ).
Κάτι ακόμα σχετικό με την μόλυνση των θαλασσών. Πολλές από τις θάλασσες είναι - όπως τις λένε - κλειστές θάλασσες, κάτι σαν λίμνες. Για παράδειγμα, η Μεσόγειος θάλασσα, η οποία στην πραγματικότα είναι μιά μεγάλη λίμνη, απ΄ τη μιά μεριά το στενό του Γιβραλτάρ, με πλάτος δεκαπέντε χιλιόμετρα, απ΄την άλλη, η διώρυγα του Σουέζ, πλάτος εκατό μέτρα και κάτι. Ποιά ανανέωση των νερών της Μεσόγειου μπορεί να γίνει απ΄αυτούς τους δυό « σωλήνες » ; Ομοια, το ίδιο συμβαίνει στον ακόμα πιό κλειστό Εύξεινο Πόντο - που κι αυτός ανήκει στην ευρύτερη Μεσόγειο θάλασσα - και μέσα στον οποίο χύνονται πάμπολλοι και μεγάλοι ποταμοί, ο Δούναβις, ο Δνείστερος, ο Δνείπερος, ο Κουμπάν, ο ΄Αλις και κάποιοι μικροί ποταμοί, και όλοι αυτοί κατεβάζουν στη Μαύρη θάλασσα, εκατόμμύρια τόννους απόβλητα πάσης φύσεως. Αντε λοιπόν να βρείς ψάρια στον Εύξεινο Πόντο, αλλά και στη Μεσόγειο, όπου οι ψαράδες αγκομαχούν να κάνουν μιά υποφερτή ψαριά, και η κατάσταση συνεχώς χειροτερεύει, μ΄όλα τα μέτρα που παίρνονται.( Είναι και η παράνομη αλιεία που καταστρέφει σε σημαντικό βαθμό την ιχθυοπαραγωγή, πρέπει να την έχουμε υπ΄όψιν μας κι αυτή ).
Μόνο στη Μεσόγειο παρατηρείται αυτή η κατάσταση ; Οχι, και άλλες θάλασσες παρουσιάζουν το ίδιο πρόβλημα. Η Βαλτική είναι κι αυτή μιά κλειστή θάλασσα, το ίδιο και η Ερυθρά θάλασσα, και υπάρχουν και άλλες που δεν χρειάζεται να αναφερθούν. Ακόμα, πλήθος από λίμνες - μεγάλες και μικρότερες - παρουσιάζουν την ίδια κατάσταση, πρόκειται για χιλιάδες λίμνες που μόνο λίγες απ΄ αυτές μπορούμε να αναφέρουμε, την Κασπία, την Αράλη, την Ονέγκα, την Λαντόγκα, την Βικτόρια, την Ταγκανίκα, κι αυτό, επειδή οι λίμνες αυτές είναι οι μεγαλύτερες από τις χιλιάδες μικρότερες.
Πρέπει να ανησυχούμε γι αυτή την κατάσταση των θαλασσών και των λιμνών που όσο πάει και μολύνονται από όλα όσα ρίχνονται μέσα σ΄αυτές ; Οι ειδικοί μας λένε ότι πρέπει να ανησυχούμε ιδιαίτερα γι αυτό το φαινόμενο. Αλλά, δεν βαρυέσαι, ειδικοί είναι αυτοί, είναι ανάγκη να τους παίρνουμε στα σοβαρά ; Δεν πάνε να κουρεύονται και να μας αφήσουν ήσυχους ; Επί τέλους, τι θέλουν και μπερδεύονται συνεχώς στα πόδια μας με τις απειλές τους ; Εξ άλλου, κι αν έχουν δίκηο, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε ν΄ αλλάξουμε την κατάσταση αυτή ; Μάλλον τίποτε. Ας καθήσουν λοιπόν στ΄αυγά τους οι άνθρωποι και να να μην μας ενοχλούν με τις φλυαρίες τους. Και τι θα γίνει αν δεν τρώμε ψάρια, όπως μας συνιστούν ολόθερμα οι γιατροί επειδή κατεβάζουν τη άτιμη τη χοληστερίνη ; Εμάς δεν μας καίγεται καρφί, ας ανέβει η χοληστερίνη όσο θέλει, κι ας κάνει και τη ζημιά της. Ακολουθούμε με συνέπεια το ρητό : Eνώ τα σπίτια μας καίγονται, εμείς το ρίχνουμε στο τραγούδι, έτσι δεν είναι καλύτερα, σας παρακαλώ ;
Κάτι μας λένε οι στατιστικολόγοι εσχάτως, σχετικά με το πρόβλημα της απασχόλησης και της ανεργίας, όπως βλέπουν την εξέλιξη των πραγμάτων στις επόμενες δεκαετίες. Αυτοί οι άνθρωποι που φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνεις, μας λένε, ότι μετά από πενήντα χρόνια - δηλαδή μετά από πάρα πολύ καιρό - η ανεργία σε παγκόσμια κλίμακα θα φτάσει το τριανταεφτά τοις εκατό του πληθυσμού, μάλιστα, στις αναπτυσόμενες ( διάβαζε : Υποανάπτυκτες ) χώρες, θα είναι γύρω στο πενήντα τοις εκατό. Τώρα, τι θέλουν και ανακατεύονται αυτοί οι άνθρωποι μ΄αυτά τα ζητήματα, και πώς μπορούν να κάνουν τέτοιες προβλέψεις μετά τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, μήπως παριστάνουν τους Εβραίους προφήτες του όγδοου και έβδομου π.Χ. αιώνα ; Ποιός ξέρει τί μπορεί να γίνει μετά από τόσο καιρό, και γιατί βάλθηκαν να μας τρομάζουν από τώρα ; Λοιπόν, τους γράφουμε κανονικά στα παλιά μας τα παπούτσια, αυτό πρέπει να κάνουμε, άλλωστε τί μας νοιάζει για το πόσοι θα είναι οι άνεργοι τις εποχές εκείνες τις μακρυνές, και πόσοι θα εργάζονται ; Αυτά ας τα σκεφτούν οι αρμόδιοι και οι αναρμόδιοι την προσεχή και πολύ μακρυνή εκείνη εποχή.
Κάποιοι άλλοι - κι αυτοί στατιστικολόγοι - μας λένε, ότι θα υπάρξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, λίγων δεκαετιών, ένα τεράστιο πρόβλημα υπερπληθυσμού στον πλανήτη. Αυτό το φαινόμενο - μας λένε - δεν θα παρουσιαστεί στις « πεπολιτισμένες » χώρες, όπου οι πληθυσμοί μένουν στάσιμοι και μάλιστα ελαττώνονται συνεχώς, αλλά στις « αναπτυσσόμενες » χώρες, όπου η αύξηση των πληθυσμών είναι εκτός παντός ελέγχου. Σαν ένα πρόχειρο παράδειγμα, μπορεί να αναφερθεί η αύξηση του πληθυσμού της Ινδίας. Η χώρα αυτή, στην απογραφή του 1961 - πριν τριανταεννιά χρόνια δηλαδή - είχε πληθυσμό τετρακοσίων τριάντα δύο εκατομμυρίων κατοίκων. Σήμερα, ο πληθυσμός της φτάνει το ένα στρογγυλό δισεκατομμύριο, τόσος είναι να μην τον βασκάνουμε. Και μετά από πενήντα χρόνια, δηλαδή το έτος 2050, θα πρέπει να είναι πάνω από δύο δισεκατομμύρια, ίσως και δυόμισυ, όσος ήταν ο πληθυσμός όλου του πλανήτη το 1900. Εχουν γίνει πολλές προσπάθειες από την κυβέρνηση της Ινδίας να ελαττωθεί ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, αποτέλεσμα όμως δεν υπήρξε και ούτε φαίνεται στον ορίζοντα ότι θα υπάρξει. Παρόμοιο πρόβλημα υπάρχει και σε ένα μεγάλο πλήθος από χώρες της Ασίας και της Αφρικής.
Και λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό το ζήτημα ; Τίποτε απολύτως, αν θέλουν να αυξηθούν τόσο πολύ αυτοί οι πληθυσμοί, δικαίωμά τους, σ΄ αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να ανακατεύεται κανείς, πρόκειται για ζητήματα « προσωπικών δεδομένων », όπως συνηθίζεται εσχάτως να λέγεται. Θέλετε λιγοστεύετε, θέλετε περισσεύετε, δική σας υπόθεση είναι αυτή, σ΄έμάς δεν πέφτει κανένας λόγος. Θα μου πείτε τώρα, τι θα τρώνε όλοι αυτοί οι πληθυσμοί που και τώρα δεν έχουν να φάνε. Μάλιστα, δεν θα έχουν να φάνε, αλλά γιατί να χολοσκάμε, μήπως πρόκειται να γίνουν ανθρωποφάγοι και να έλθουν να φάνε εμάς ; ( Αν και αυτή η πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως ). Ας έλθει λοιπόν εκείνη η εποχή, και τότε θα σκεφτούμε τι θα κάνουμε, ψέμματα ;
Με την ευκαιρία, θα αναφέρω και κάποιες προβλέψεις που γίνονται εξ αιτίας της μεγάλης αύξησης των πληθυσμών, και που τις διατυπώνουν διάφοροι ή οι ίδιοι κύκλοι που αναφέρθηκαν. Λένε ότι σε κάποια προσεχή φάση - κοντινή ίσως - τεράστια κύματα των εξαθλιωμένων αυτών και πεινασμένων πληθυσμών, θα εισβάλουν στις δυτικές χώρες, και μάλιστα αυτό άρχισε να γίνεται ήδη, και θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν μέσα στις ανεπτυγμένες αυτές κοινωνίες. Αυτό - λένε οι ίδιοι ειδικοί - μπορεί να ανεβάσει την εγκληματικότητα στα ύψη, κι από την άλλη μεριά, να γίνει αφορμή δημιουργίας σε ολόκληρη τη Δύση, ξενόφοβων ή και ρατσιστικών κινημάτων και ο Θεός να βάλει το χέρι του. ( Αν δεν το βάλει κάποιος ανθρωπος, ίσως ο αναμενόμενος B i g B r o t h e r ) . Αλλά, σας ρωτώ : Μπορούμε να κάνουμε τίποτε εμείς, τα ανθρωπάκια ; Δεν μπορούμε, άστα λοιπόν να πάνε στο καλό και να μας γράφουν.
Άλλο πάλι που μας λένε συνεχώς και ακαταπαύστως οι περιβαλλοντολόγοι - καινούργιο φρούτο κι αυτοί της εποχής μας - είναι και η καταστροφή των μεγάλων κυρίως, αλλά και των μικρότερων δασών του πλανήτη, πράγμα - που όπως μας δηλώνουν - έχει ήδη πολύ μεγάλες επιπτώσεις στο κλίμα του πλανήτη, που εκδηλώνονται με μεγάλες πλημμύρες, υπερεκχειλήσεις των ποταμών, πολύ συχνούς κυκλώνες και τυφώνες και τα παρόμοια. Χαρακτηριστικά - μας λένε -από τις ζούγκλες της Αφρικής, έχει απομείνει μόνο το πέντε τοις εκατό, το ίδιο και από τη ζούγκλα των Ιμαλαϊων, και σε λίγο, το ίδιο θα συμβεί και με την τέως τεράστια ζούγκλα του Αμαζόνιου, κυρίως το άλλοτε απόρθητο Μάτο Γκρόσσο. Θα έχουν απομείνει μόνο τα μεγάλα δάση της Σιβηρίας και του Καναδά, περιοχές ακοτοίκητες κατά το πλείστον που όμως δεν μπορούν - λένε - να κρατήσουν το κλίμα σε κάποια ισορροπία. Μάλιστα, αυτά μάς λένε οι άνθρωποι αυτοί, οι περιβαλλοντολόγοι και πάσης φιλολογίας προφέσσορες.
Το κλίμα λοιπόν αλλάζει. Και επειδή αλλάζει - προς το χειρότερο μας λένε - θα πρέπει να το βάλουμε μαράζι ; Μα θα καταποντιστούμε απ΄ τις πλημμύρες και τους τυφώνες, θα πάθουμε των παθών μας τον τάραχο. Ε, λοιπόν, και τί μ΄ αυτό ; Ας βρέξει ότι κατεβάσει, κατά τη λαϊκή ρήση, κι αν είναι να πνιγούμε, έχουμε να πούμε εκείνο το λεχθέν απ΄τον ποιητή (δε θυμάμαι ποιόν ) : « Αν είναι να ΄ρθει, ας διαβεί, αλλοιώς ας προσπεράσει ». Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον, λέει άλλο απόφθεγμα. ( Τώρα, τι μου ήρθε κάθομαι και να αραδιάζω ρητά στη σειρά δεν ξέρω, μυστήριο πράγμα μου φαίνεται ).
Και τα ναρκωτικά, τι γίνεται με τα ναρκωτικά ; Άλλος μπελάς που μας βρήκε αυτές τις τελευταίες δεκαετίες. Κάποιοι κακοήθεις λένε, ότι τα ναρκωτικά τα παράγουν και τα διακινούν τα μεγάλα και βαρύγδουπα οικονομικά συμφέροντα - ίσως κάποιοι λίγοι βασιλιάδες του χρήματος και του χρηματιστηρίου, όχι πολλοί πάντως - για να προκαλέσουν παγκόσμια αναταραχή, στην οποία εν καιρώ δέοντι θα εμφανιστούν οι ίδιοι - ή κάποιος δικός τους - για να σώσει τους λαούς από το ολέθριο αυτό εμπόριο που προκαλεί τις γνωστές τοις πάσι δραματικές καταστάσεις. Δεν μπορεί κανένας να ξέρει ποιά είναι η αλήθεια, πάντως το πρόβλημα είναι τεράστιο. Και ψάχνουν για τη λύση του. Αλλά όπως φαίνεται, λύση δεν είναι κατωρθωτή, κι αφού δεν μπορεί να γίνει τίποτε, γιατί να χαλάμε τη ζαχαρένια μας ; Αλλωστε, ο καθένας έχει τη δυνατότητα επιλογής, να κάνει ή να μην κάνει χρήση ουσιών, αυτό ανήκει στην υπόθεση των « προσωπικών δεδομένων », βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.
Μας λένε και για άλλα πολλά ζητήματα, για τα οποία πρέπει να χάσουμε τον ύπνο μας, επειδή είναι πολύ σοβαρά και απειλούν την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ένα από αυτά είναι και η παγκόσμια κυριαρχία του χρήματος και των εχόντων αυτό το χρήμα, που έχουν ήδη αναλάβει την διακυβέρνηση του κόσμου, εκτοπίζοντας στην ουσία τις εθνικές κυβερνήσεις των χωρών του κόσμου. Αυτό - λένε - είναι πολύ κακό, γιατί θα εξαφανίσει τις διαφορετικότητες που υπάρχουν από χιλιάδες χρόνια ανάμεσα στις φυλές των ανθρώπων, που έτσι θα γίνουν μιά ομοιόμορφη μάζα, ένα είδος ρομπότ που θα υπακούουν στα κελεύσματα της οικονομικής συνασπισμένης ολιγαρχίας. Ωραία λοιπόν, ας πούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αντί να έχουμε έθνη και εθνικές κυβερνήσεις, θα έχουμε καμμιά πεντακοσαριά πολύ πλούσιους που θα κυβερνάνε τον κόσμο ολόκληρο. Πρέπει όμως γι αυτό, να βάλουμε τη σκούπα μας να κλαίει ; Λοιπόν, δεν την βάζουμε, και γαία πυρί μιχθήτω.
Υπάρχει και κάποιο « φακέλλωμα » που γίνεται από κάποιους σκοτεινούς κύκλους, με τα κωδικά ονόματα Σέγκεν και Έσελον ( E c h e l o n ), με το οποίο φακέλλωμα μας λένε ότι μας γράφουν στα κιτάπια τους. Και γράφουν τι καπνό φουμάρουμε - μάλιστα, και τη μάρκα των τσιγάρων που καπνίζουμε, κι αυτή τη γράφουνε - και γράφουν και όλα όσα ξέρουμε για τον εαυτό μας, και όσα δεν τα ξέρουμε. Μάλιστα, λένε, ότι αυτά τα κιτάπια θα τα χρησιμοποιήσει εν καιρώ δέοντι ο « μεγάλος αδελφός », ο Β i g B r o t h e r που μας τον περιγράφει ο Τζωρτζ Όργουελλ στο μυθιστόρημά του με τον τίτλο « 1984 ». Ετσι λοιπόν, μάς γράφουνε. Αλλά και εμείς μπορούμε να τους γράψουμε στα παλιά μας τα παπούτσια, έτσι δεν είναι ; Υπάρχει λόγος να στεναχωριόμαστε ; Δεν υπάρχει.
Άλλο πάλι ετούτο. Ο πλανήτης είναι γεμάτος από πυρηνικά εργοστάσια που δίνουν φτηνό ρεύμα, αλλά και έχουν και κάποιους κινδύνους να τιναχτούν στον αέρα, και μαζύ τους να τινάξουν και πολύ κόσμο. Ακόμα, είναι και μερικές χώρες -που είναι και αρκετές - που έχουν πυρηνικά οπλοστάσια, και κάποτε μπορεί κανένας παλαβός Πακιστανός ή Ινδός ή οποιοσδήποτε άλλος, να εξαπολύσει κάμποσους πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές και να τα κάνει όλα λίμπα. Λοιπόν, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, και φτηνό ρεύμα, και ασφάλεια, έτσι δεν είναι ; Ας το παρακάμψουμε κι αυτό το πρόβλημα, ένα κοντά στα άλλα.
Να πούμε και για τις μεταλλαγμένες τροφές, για κάτι κοτόπουλα που έχουν μέσα τους διοξίνες, τις ίδιες διοξίνες που υπάρχουν σ΄ ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο, ύστερα από τους « ανθρωπιστικούς » βομβαρδισμούς του πρόσφατου παρελθόντος ; Θα τα πούμε κι αυτά, αλλά και πάλι, δεν μας τρομάζουν των εχθρών τα βόλια. Κι αν είναι κι άλλα που ξέχασα να τα αναφέρω ή που θα μας προκύψουν στο μέλλον, εμάς το αυτί μας δεν ιδρώνει από κάτι
τέτοια μικροπράγματα. Κι ας μας λένε το ρητό που αναφέρθηκε στην αρχή : « Tων οικιών υμών εμπιμπραμένων, υμείς άδετε ». Μάλιστα, άδωμεν, κι αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλοιώς.

ΔΙ΄ Α Σ Η Μ Α Ν Τ Ο Ν Α Φ Ο Ρ Μ Η Ν

Δ Ι΄ Α Σ Η Μ Α Ν Τ Ο Ν Α Φ Ο Ρ Μ Η Ν
Ακούω στο δελτίο ειδήσεων πριν από λίγες μέρες. Σε ένα καφενείο του χωριού Χ. του νομού Ψ., ήλθαν σε έντονη φραστική διαφωνία, δυό κάτοικοι του χωριού. Ο ένας απ΄αυτούς, έφυγε απ΄ το καφενείο, πήγε στο σπίτι του, πήρε την κυνηγετική καραμπίνα του, και γυρνώντας στο καφενείο πυροβόλησε και σκότωσε τον άνθρωπο με τον οποίο είχε έλθει στα λόγια λίγο νωρίτερα. Ολοι ακούμε κάποια τέτοια είδηση από καιρού εις καιρόν. Και να εξηγήσου-με το φαινόμενο αυτό δεν μπορούμε.
Πριν από πολλά χρόνια, ένας ευθυμογράφος της εποχής, είχε γράψει το παρακάτω σχόλιο σχετικό με μιά παρόμοια - και άλλες τέτοιες - υπόθεση : « Διάβασα ότι κάποιος σκότωσε έναν συντοπίτη του δι΄ ασήμαντον αφορμήν. Σκεφθείτε τί θα γινότανε αν επρόκειτο περί σημαντικής αφορμής ! » Αυτό το σχόλιο εκφράζει μιά αληθινή πραγματικότητα. Αν για τόσο ασήμαντες αφορμές, αφαιρούμε τη ζωή των άλλων, τότε τί θα πρέπει να κάνουμε όταν οι αφορμές είναι κάπως πιό σημαντικές ή πάρα πολύ σημαντικές ; Να τους ψήσουμε στη σούβλα και κατόπιν να τους φάμε ; Ετσι φαίνεται.
Ένα πράγμα είναι σχεδόν βέβαιο : Ο ευέξαπτος άνθρωπος, που δεν μπορεί ή δεν έχει μάθει να χαλιναγωγεί τις παρορμητικές τάσεις του σε έκρυθμες καταστάσεις, είναι έτοιμος να κάνει μιά πράξη που ξεφεύγει εντελώς απ΄τα όρια της λογικής. Δεν καταφέρνει να κάνει να δουλέψει το μυαλό του εκείνες τις στιγμές, και όταν δεν λειτουργεί το μυαλό, λειτουργούν τα όπλα, αυτό είναι και ηλίου φαεινότερο. Τώρα, το γιατί δεν μπορεί να ελέγξει κανείς με το - υποτιθέμενο - μυαλό του την κατάσταση, να αυτοσυγκρατηθεί για λίγα, ελάχιστα λεπτά της ώρας, λοιπόν, νομίζω ότι είναι ζήτημα κακής οργάνωσης της νοητικής λειτουργίας του, πράγμα που θα μπορούσε ίσως κανείς να το αποδώσει σε κληρονομικούς παράγοντες, αλλά προσωπική μου γνώμη - που μπορεί βέβαια να είναι λαθεμένη - είναι, ότι η αυτοπειθαρχία είναι ένα πράγμα που ο άνθρωπος μπορεί να το το καλλιεργήσει, και να το διαμορφώσει σε τρόπο σκέψης του, σε νοοτροπία του.
Είναι πάντως αλήθεια, ότι σε πολλούς ανθρώπους, συμβαίνει να ενεργούν - συχνά ή αραιότερα - κατά τρόπο παρορμητικό, με τον τρόπο που πιθανώς θα ενεργούσε ο πρωτόγονος άνθρωπος των σπηλαίων, ο άνθρωπος που βάσιζε μεγάλο μέρος των ενεργειών του στο ένστικτο. Η παρορμητικότητα χαρακτηρίζει γενικά όλα τα είδη του ζωϊκού βασιλείου, επομένως κατά κάποιο τρόπο και τον άνθρωπο. Αλλά ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ζώα, - τον βάζω κι αυτόν ανάμεσα στα ζωα, δεν μπορώ να το αποφύγω αυτό - έχει τη δυνατότητα που δεν έχουν τα άλλα ζώα, να διαμορφώνει διαφορετικούς τρόπους σκέψεις, να αλλάζει τους τρόπους με τους οποιους σκέφτεται, να δημιουργεί άλλα πρότυπα συμπεριφοράς που τα ζώα αδυνατούν να δημιουργούν, επειδή κινούνται με βάση το ένστικτο και όχι τη σκέψη. Και όσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από τη « ζωώδη » συμπεριφορά του και ενεργεί με βάση την οργανωμένη σκέψη και όχι το ένστικτο, τόσο και λιγότερες παρορμητικές πράξεις θα κάμνει. Δεν χρειάζεται πολλή σοφία κανείς για να το καταλάβει αυτό, ακόμα και ένα παιδί τεσσάρων χρονών θα μπορούσε να το εννοήσει.
Καταλαβαίνω πολύ καλά, ότι έχω πατήσει σε ξένα χωράφια, στα χωράφια των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων, χωρίς να διαθέτω αρκετά εφόδια γι αυτή την υπόθεση. Αλλά είναι πολύ αργά για να σπουδάσω ψυχολογία και κοινωνιολογία, όλα τα πράγματα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο, έτσι δεν είναι ; Αλλά, επειδή στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις, έτσι δηλώνω ότι και ψυχολόγος είμαι και κοινωνιολόγος, αρέσει ή δεν αρέσει στους ειδικούς πάνω σ΄αυτές τις επιστήμες.
Το ότι το είδος αυτό των παρορμητικών πράξεων που οδηγούν και στο έγκλημα, παρουσιάζεται εντονώτερο παραδοσιακά σε ορισμένες περιοχές της χώρας - που δεν θέλω να τις κατονομάσω, αλλά που τις ξέρουν όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ - δείχνει ότι πρόκειται ακριβώς για ζήτημα νοοτροπίας, αυτό είναι και το πιό πιθανό συμπέρασμα. Η ατομική νοοτροπία υποτάσσεται στην ομαδική ή την παραδοσιακή νοοτροπία, που με τη σειρά της οδηγεί στις παρορμητικές αυτές πράξεις.
Ο όρος « ασήμαντη αφορμή », δεν είναι ακριβώς καθορισμένος, τουλάχιστον για όλους τους ανθρώπους. Αυτό που για τους πολλούς είναι « ασήμαντο », μπορεί για κάποιους άλλους να είναι πολύ σημαντικό. Για πολλούς ανθρώπους, μιά κληρονομική διαφορά, ένα κομμάτι γής ή και λίγα δέντρα που διεκδικούνται, μπορούν να σημαίνουν πολλά, και κυρίως το πλήγμα κατά του εγωϊσμού τους που θίγεται από την « αδικία » που τους γίνεται. Οχι λίγες φορές, ζητήματα τέτοια, εξελίχθηκαν σε « ασήμαντες » αφορμές για φόνους, και μάλιστα όχι « εν βρασμώ ψυχής », αλλά προμελετημένους εν ψυχρώ.
Αλλά όταν μιλάμε για « ασήμαντες » αφορμές, δεν πρέπει να περιοριζόμαστε μόνο στους φόνους, υπάρχουν τέτοιες αφορμές και για άλλου είδους προστριβές ανάμεσα σε ανθρώπους, είτε είναι αυτοί συγγενείς, είτε συνεργάτες, είτε ακόμα και φίλοι, το τελευταίο πάντως είναι σπάνιο. Μιά ψύχρανση των σχέσεων, μπορεί εύκολα να προκύψει από κάποια τέτοια « ασήμαντη » αφορμή.
Υπάρχει μιά μερίδα ανθρώπων έτοιμων να παρεξηγήσουν το παραμικρό, είναι ο χαρακτήρας τους τέτοιος, που μέσω μιάς παρανοϊκής πολλές φορές συμπεριφοράς, δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν καλά την έννοια των λέξεων και των φράσεων. Ολοι ξέρουμε τέτοια δείγματα ανθρώπων, και βέβαια ξέρουμε επίσης να προσέχουμε τα λόγια μας όταν ασχολούμαστε μ΄ αυτούς, αν και είναι προτιμώτερο να μην ασχολούμαστε καθόλου με τέτοιους τύπους, γιατί είναι επίσης γνωστό ότι « όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα, τον τρών οι κότες ».
Για να επανέλθουμε στις ασήμαντες αφορμές, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι άνθρωποι που κάμνουν εγκληματικές πράξεις ξεκινώντας από μιά « ασήμαντη » αφορμή, σχεδόν πάντοτε μετανοούν αμέσως μετά την ενέργειά τους αυτή, και επικαλούνται, όχι άδικα, το επιχείρημα, ότι τη στιγμή εκείνη ήσαν τελείως εκτός εαυτού, δηλαδή ανίκανοι στο να έχουν κρίση πάνω στα γεγονότα. Είναι άτομα εξαιρετικά ευέξαπτα, αρπάζονται με το παραμικρό - αυτό σημαίνει και ο όρος « δι΄ασήμαντον αφορμήν » - και δεν έχουν την υπομονή να συγκρατηθούν για το μίνιμουμ των λίγων κρίσιμων δευτερολέπτων που χρειάζονται για να μπορέσουν να κάνουν μιά στοιχειώδη σκέψη, που θα τους απέτρεπε από του να κάνουν μιά ολωσδιόλου απερίσκεπτη και παράλογη πράξη. Ευθύς αμέσως « έρχονται στα σύγκαλά » τους, και αντιλαμβάνονται τι έκαναν « δι΄ασήμαντον αφορμήν ». Αλλά τότε είναι αργά, πολύ αργά, ο
αστυνομικός επεμβαίνει στην υπόθεση αυτή που ξεκίνησε από την « ασήμαντον αφορμήν », και κατέληξε εκεί που κατέληξε, τον παραπέμπει στον εισαγγελέα, γίνεται ανάκριση σε βάθος, σχηματίζεται δικογραφία, επακολουθεί δίκη, και ο απερίσκεπτος και εν βρασμώ ψυχής δράσας άνθρωπος, αποστέλλεται στο φρέσκο, όπου θα ξεκουραστεί για αρκετά χρόνια, και θα έχει όλον τον καιρό να κάθήσει και να σκεφτεί καλά τα πράγματα. Αλλά αν καθόταν πρωτύτερα και τα σκεφτότανε, δεν θα ήταν πίσω από τα σίδερα, που είναι μεν για τους λεβέντες, αλλά είναι και για τους νευρικούς και τους αχαλιναγώγητους.

Γ Ι Α Μ Ι Α Φ Ο Υ Χ Τ Α Ρ Ο Υ Π Ι Ε Σ

Γ Ι Α Μ Ι Α Φ Ο Υ Χ Τ Α Ρ Ο Υ Π Ι Ε Σ

Η ιστορία αυτή έγινε πριν από κάμποσο - όχι πολύ - καιρό. Και έλαβε χώραν σε μιά μεγάλη Ασιατική χώρα, την Ινδία, δεύτερη σε πληθυσμό χώρα της γής, που πλησιάζει να ύποσκελίσει την Κίνα, και να γίνει η πιό πολυάνθρωπη χώρα. Και όλοι ξέρουμε ότι πολύ φτωχή είναι η Ινδία, κάποιοι που πήγαν εκεί έτσι την περιγράφουν, αλλά είναι γνωστη η φτώχεια της και από άλλες, πιό αξιόπιστες πηγές.
Πριν από μερικά χρόνια, έγινε γνωστό στον κόσμο ένα επεισόδιο που δείχνει τη φτώχεια αυτής της χώρας, που το ογδόντα τοις εκατό των κατοίκων της είναι ίδιας καταγωγής με τους Ευρωπαίους. Ηταν μιά ιστορία ενός παιδιού, που εργαζόταν σε βιοτεχνία ταπητουργίας, και στις βιοτεχνίες αυτές, χρησιμοποιούνται κατά απόλυτη προτίμηση μικρά παιδιά, οκτώ και δέκα χρόνων, επειδή έχουν πολύ λεπτά δάχτυλα, κατάλληλα για την κατασκευή των χαλιών, ειδικά εκεί που δένονται οι κόμποι στα χαλιά. Ο μικρός εκείνος, συνεργάστηκε με μιά οργάνωση που είχε σαν σκοπο την καταπολέμηση της παιδικής εργασίας στη χώρα, και πιό πολύ στο είδος αυτό της εργασίας που εξοντώνει τα παιδιά πριν να φτάσουν στην εφηβεία.
Ο μικρός αυτός βραβεύτηκε σε ειδική συνεδρίαση μιάς αρμόδιας επιτροπής στις Πολιτείες, αλλά επιστρέφοντας στην Ινδία, βρέθηκε δολοφονημένος σε ένα παραλιακό χωριό. Κάποιοι άγνωστοι - που δεν θα ήσαν και τόσο άγνωστοι - τον πυροβόλησαν μέσα από αυτοκίνητο, και ο λόγος ήταν προφανής. Είχε δημιουργήσει διεθνές ζήτημα σχετικά με την παιδική εργασία που σε πολύ μεγάλη έκταση γίνεται στη χώρα, και έφερε πτώση στις παραγγελίες Ινδικών χαλιών από τους αγοραστές του εξωτερικού. Η ιστορία του μικρού αυτού, έγινε
περισσότερο γνωστή, από μιά ιταλική ταινία που είχε τον χαρακτήρα ντοκυμανταίρ.
Μιά άλλη σχετικά πρόσφατη ιστορία, είναι αυτή με τις μεταμοσχεύσεις οργάνων, που έχει γίνει αληθινή βιομηχανία στην Ινδία. Εξ αιτίας της φτώχειας τους, πολλοί ή αρκετοί Ινδοί,
προσφέρουν ένα από τα όργανα του σώματός τους - από αυτά βέβαια που είναι διπλά, όπως οι νεφροί - για μεταμόσχευση. Οσο κι αν ακούγεται άσχημα, έτσι είναι η κατάσταση. Υπάρχουν ειδικοί μεσάζοντες, που τριγυρνούν στα χωριά, μαζεύουν τους χωρικούς στην πλατεία, και διαλαλούνε την πρόθεσή τους να αγοράσουν όργανα από τους έχοντες οικονομική ανάγκη, έναντι πινακίου φακής. Κάποιοι παρουσιάζονται, και οδηγούνται στα ειδικά κέντρα μεταμοσχέυσεων, όπου τους παίρνονται τα στοιχεία, για να δούνε με ποιούς ασθενείς που έχουν ανάγκη μοσχευμάτων έχουν συμβατότητα. Αν δεν έχουν με κανένα από τους « πελάτες » των κέντρων, κρατούνται τα στοιχεία τους, και όταν παρουσιαστεί κάποιος έχων ανάγκη μοσχεύματος, που να είναι συμβατός με το δότη, τον καλούνε από το χωριό του και γίνεται η μεταμόσχευση. Εννοείται, ότι επίσημα είναι απαγορευμένο αυτό το εμπόριο, γίνεται όμως με την ανοχή των αρχών.
Η ιστορία αυτή, έγινε πιό γνωστή στο ελληνικό κοινό, με την αφήγηση μιάς κυρίας που είχε πάει από τη χώρα μας στην Ινδία γι αυτό το σκοπό, να υποβληθεί δηλαδή σε μιά μεταμόσχευση νεφρού. Είχε από πριν τις πληροφορίες της, και απευθύνθηκε στον κατάλληλο γιατρό για τα περαιτέρω. Από εκεί και μετά, βρέθηκε ο κατάλληλος και συμβατός δότης, και έγινε η μεταμόσχευση. Η κυρία αυτή - καθώς και άλλοι που πέρασαν από τα κέντρα αυτά μεταμοσχεύσεων - δήλωσε ότι οι Ινδοί γιατροί που τα επανδρώνουν, είναι εξαιρετικής κατάρτισης επιστημονικής, αν δεν ήσαν, θα γινόταν γνωστό και δεν θα είχαν την πελατεία τους αυτή. Ένα σημαντικό στοιχείο στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν και το εξής : Οταν η κυρία αυτή, ρώτησε το δότη του νεφρού, για ποιό λόγο και για ποιό ποσό, έδωσε το νεφρό του, της αποκρίθηκε ο νεαρός Ινδός : « Για να αγοράσω μιά δίκυκλη μοτοσυκλέττα, και μ΄αυτή να συντηρήσω την οικογένειά μου ». Μάλιστα, αυτή ήταν η απάντηση του δότη, που δηλώνει μιά κατάσταση πραγμάτων.
Το τελευταίο περιστατικό που ήλθε στο φώς πριν από λίγο καιρό, ήταν η πώληση από τη μητέρα του ενός μικρού παιδιού, μάλλον ενός βρέφους. Και λίγο πολύ, ακούμε από τα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, για μερικά κυκλώματα άγοραπωλησίας βρεφών που δρουν και στη χώρα μας. Και πιθανόν αυτό να γίνεται και σε άλλες χώρες, εξ αιτίας κυρίως της γραφειοκρατικής δυσκολίας της υιοθεσίας βρεφών, που παραμένουν επί καιρό στα βρεφοκομεία και σε άλλα ιδρύματα. Στην ελληνική αγορά, είναι σχεδόν σίγουρο ότι για να αγοράσεις ένα βρέφος, πρέπει να καταβάλεις τουλάχιστον εννιά με δέκα χιλιάδες Ευρώ, κάπου τρία εκτομμύρια παλιές δραχμές ( που τις νοσταλγούμε έντονα, αλλά πίσω δεν ξανάρχονται ). Μιά τέτοια -ανάμεσα βέβαια σε πολλές παρόμοιες - ιστορία, ανακοινώθηκε πρόσφατα ότι έγινε στην Ινδία.
Υπάρχει τίποτε το παραδοξο σε μιά τέτοια ιστορία ; Που καθημερινά μάλλον γίνεται στην πολυάνθρωπη και φτωχή αυτή χώρα ; Μάλιστα, υπήρξε ένα παράδοξο, πολύ παράδοξο στην όλη αυτή υπόθεση. Και ήταν αυτό, η διατίμηση που μπήκε σ΄αυτή την αγοραπωλησία. Που ήταν παρακαλώ, κάποιο ποσό σε ρουπίες - το εθνικό νόμισμα της Ινδίας - που μεταφραζόμενο καταλλήλως, ήταν έντεκα Ευρώ. Μάλιστα, τόσο εκτιμήθηκε η αξία του βρέφους αυτού, που αναγκάστηκε η μητέρα του - με τη σύμφωνη βέβαια γνώμη και του πατέρα του - να το πουλήσει σε κάποιον που ήθελε να το αγοράσει. Εντεκα Ευρώ, αυτό ήταν το όλο τίμημα.
Τί να συμβαίνει άραγε στη χώρα αυτή, ώστε να αναγκάζονται κάποιοι να πουλάνε, σε τέτοιες μάλιστα τιμές, τα παιδιά τους ; Μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις, μιάς και δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε, ούτε για τη γενικώτερη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα αυτή, αλλά ούτε και τις κάποιες ιδιαιτερότητες στην προκειμένη περιπτωση. Δεν ξέρουμε λόγου χάριν, αν στην περίπτωση αυτή, επρόκειτο για μιά γυναίκα, που θα μπορούσε να πεί, όπως έλεγε σ΄εκείνο το ρεφραίν του παλιού ρεμπέτικου τραγουδιού :

T ώ ρ α ε ί μ α ι μ ι ά μ η τ έ ρα
μ ε π α ι δ ί χ ω ρ ι ς π α τ έ ρ α.

Δηλαδή μιά γυναίκα, που την εγκατέλειψε ο εραστής της με ένα μωρό στην αγκαλιά. Οχι, δεν είναι καθόλου πιθανό να συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είναι η Ινδία μιά χώρα όπου συμβαίνουν τέτοια πράγματα, εκτός σπανιωτάτων βέβαια εξαιρέσεων. Το σχεδόν βέβαιο, είναι ότι και πατέρα είχε το μωρό, και ότι συγκατένευσε κι αυτός σ΄αυτήν την απόφαση της πώλησης του παιδιού. Είναι επίσης πολύ πιθανό - σχεδόν βέβαιο - ότι οι άνθρωποι αυτοί, είχαν και άλλα παιδιά, ίσως μάλιστα αρκετά. Όπως συμβαίνει σε πολλές οικογένειες στη χώρα αυτή. Και καθώς δεν είχαν τα οικονομικά μέσα να συντηρήσουν την οικογένεια, συν το καινούργιο μέλος της, αποφάσισαν να το δώσουν σε κάποιον άλλο. Οσο για το τίμημα, φτώχεια μεγάλη επικρατεί όπως φαίνεται στη χώρα, και τόσο λίγο εκτιμήθηκε η αξία του παιδιού, που άλλωστε, και χωρίς χρήματα μάλλον θα το έδιναν.
Μας είναι τελείως άγνωστο, αν δεν επιτρέπεται στη χώρα αυτή, να παίρνονται κάποιες προφυλάξεις για την αποφυγή μιάς ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, όχι βέβαια από τους νόμους του κράτους, αλλά από κάποια θρησκευτικού χαρακτήρα απαγόρευση. Δεν ξέρουμε ακόμα, αν διατίθενται στο εμπόριο κάποια κοινά και στοιχειώδη μέσα προφύλαξης, ή αν έχουν τη δυνατότητα να τα αγοράσουν οι γονείς, προκειμένου να αποφεύγουν τις πολλές εγκυμοσύνες και τα πολλά παιδιά, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες. Ετσι ώστε, να μην φτάνουν στο σημείο.αυτό, να γίνονται τέτοιου είδους πωλήσεις. Κάτι απ΄αυτά πρέπει να συμβαίνει, το λέμε εντελώς υποθετικά αυτό το πράγμα.
Οσο για τα έντεκα Ευρώ, ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουμε τους πολύ φτωχούς της δικής μας χώρας, αν θα πουλούσαν το παιδί τους σε μιά πολλαπλάσια τιμή, παρά την ομολογημένη μεγάλη φτώχεια τους. Κι αν κάποιος απαντήσει θετικά, ότι μάλιστα, θα το έκαμνε αυτό, κανένας δεν πρόκειται να τον πιστέψει. Βέβαια, υπάρχουν κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες μιά μητέρα με παιδί χωρίς πατέρα, πηγαίνει και το αφήνει στην είσοδο μιάς πολυκατοικίας, κι ακόμα χειρότερα, μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Αλλά εκεί πρόκειται για μιά τελείως διαφορετική κατάσταση, στην οποία θα πρέπει να φωνάξουμε έναν ψυχίατρο ή ψυχολόγο να έλθει να βοηθήσει αυτή την απερίσκεπτη μητέρα. Που θα μπορούσε να αφήσει το ανεπιθύμητο παιδί της σε κάποιο άσυλο, να το δώσει σε μιά οικογένεια που δεν έχει παιδιά, ή και να το πουλήσει. Αλλά όχι για έντεκα Ευρώ.

Σ Χ Ε Τ Ι Κ Α Μ Ε Τ Ο Π Α Ρ Κ Α Ρ Ι Σ Μ Α

Σ Χ Ε Τ Ι Κ Α Μ Ε Τ Ο Π Α Ρ Κ Α Ρ Ι Σ Μ Α

Δεν έχουν περάσει από τότε, παρά μόνο εφτά ή οχτώ δεκαετίες. Ηταν ακόμα οι εποχές που τα μέσα μετακίνησης των ανθρώπων στις μάλλον καθυστερημένες περιοχές σαν τη δική μας επαρχιακή πόλη, ήσαν τα τετράποδα και ότι αυτά μπορούσαν να σέρνουν ξοπίσω τους. Αλογα, μουλάρια, γαϊδούρια - μετά συγχωρήσεως πάντοτε, όπως λέει ο λαός - και μαζύ με αυτά, και κάρρα, οι τουρκιστί λεγόμενοι αραμπάδες. Και μερικά - λιγοστά βέβαια - αμάξια συρόμενα από άλογα, και που ήσαν τα ταξί της εποχής εκείνης και μόνο για τους κάπως ευκατάστατους οικονομικά.
Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς πολύ παλιός, για να θυμάται κάποια τέτοια πράγματα στην πολη μας. Που ήταν ένα μικρό αστικό κέντρο, μιάς αρκετά μεγάλης αγροτικής περιφέρειας. Όπως ήσαν και οι άλλες πρωτεύουσες των νομών της επαρχίας, όλες σχεδόν εκτός από τα δυό μεγάλα κέντρα, την Αθήνα και την σκοπίμως λεγόμενη από τους κατοίκους της Αθήνας « συμπρωτεύουσα » Θεσσαλονίκη. Παντού τα ίδια πράγματα έβλεπες τότε, τα ίδια μέσα μετακίνησης, να κινούνεται πάνω σε καλντιρίμια και - στην καλύτερη περίπτωση - σε κυβολιθοστρωμένους δρόμους.
Όλα αυτά τα μεταφορικά μέσα καθώς και τα ζώα που τα τραβoύσαν, κάπου έπρεπε να μένουν όταν δεν υπήρχε πιά ανάγκη να συνεχίζουν τη μετακίνησή τους. Και βέβαια, δεν πήγαιναν στα μοντέρνα σημερινά « πάρκινγκς », που φυσικά δεν υπήρχαν τότε. Υπήρχαν όμως τα χάνια, τα ελληνιστί λεγόμενα πανδοχεία, κάτι ανάλογο με τα σημερινά « μοτέλς », όπως τα βλέπουμε στις αμερικανικές ταινίες. Στα χάνια αυτά, που ήσαν πλήθος σε κάθε επαρχιακή πόλη, πήγαιναν να διανυκτερεύσουν οι άνθρωποι, όπως πηγαίνουν στα ξενοδοχεία. Αλλά επειδή είχαν και τα τροχοφόρα της εποχής, αντί ξενοδοχείων - που και τέτοια υπήρχαν βέβαια - έπρεπε να πάνε εκεί όπου διέθεταν και χώρους για τα ζώα και τα τροχοφόρα τους.
Το πανδοχείο, είχε σχεδόν πάντα την ίδια διαρρύθμιση. Μιά στενή είσοδο ή δίοδο, από την οποία έμπαινες σε μιά μεγάλη κυκλοτερή ή τετράγωνη αυλή. Υπήρχαν δυό όροφοι στα γύρω αυτής της αυλής, ένα ισόγειο και ένας όροφος πάνω από αυτό. Στον άνω όροφο, αυτόν που ονομάζουμε στις πολυκατοικίες πρώτο, υπήρχαν τα δωμάτια όπου έμεναν για μιά συνήθως μέρα ή νύχτα, οι πελάτες του πανδοχείου. Για παροχή ιδιαίτερων υπηρεσιών, λουτρά και λοιπά, δεν έχω ιδέα, πάντως δεν μπορούσαν τότε να υπάρχουν σπουδαία πράγματα. Υπνος βέβαια, αλλά παραπέρα δεν ξέρω τίποτε, άλλωστε δεν έχω μπή ποτέ σε πανδοχείο για να ξέρω λεπτομέρειες.
Στο ισόγειο του συγκροτήματος, ήσαν οι στάβλοι όπου έμεναν τα ζώα έλξης που είχαν μαζύ τους οι ένοικοι, έτσι το φαντάζομαι το πράγμα. Το πώς είναι φτιαγμένος ένας σταύλος, λίγο πολύ το ξέρουμε, περιττεύει λοιπόν να ασχοληθούμε με το ενδιαίτημα αυτό των μουλαριών, αλόγων, βωδιών - υπήρχαν και βοϊδόκαρρα τότε - και ( μετά συγχωρήσεως πάντοτε ) των γαϊδουριών. Οσο για τα κάρρα με τα οποία οι αγρότες μετέφεραν στην πόλη τα εμπορεύματά τους, σιτάρια, κριθάρια και λοιπά προϊόντα της γής, όλα αυτά τα άφηναν στην αυλή του πανδοχείου, μέχρι να ζέψουν πάλι σ΄αυτά τα ζώα τους, και να αναχωρήσουν για τους τόπους προορισμού τους.
Αυτοί λοιπόν ήσαν οι τότε τόποι παρκαρίσματος των τότε μεταφορικών μέσων, κι αν δεν ήσαν ακριβώς έτσι - το δήλωσα πιό πάνω - δεν ξέρω ακριβώς πώς ήταν. Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ αυτά τα καταλύμματα. Πάντως, η περιγραφή δεν πρέπει να απέχει πολύ από την αλήθεια, έτσι νομίζω. Οσο για τον όρο « πάρκινγκ » - που μάλλον προφέρεται « πάρκιν », δεν τον ήξεραν καθόλου εκείνους τους καιρούς. Ετυμολογικά, είναι ο αγγλικός όρος p a r k, που σημαίνει πλήθος από πράγματα, συναφή όλα μεταξύ τους. Ένα πάρκο με δέντρα, χώρος οπου στοιβάζονται διάφορα πράγματα όπως κανόνια και τα τοιαύτα, και μεταξύ άλλων, και τόπος όπου βάζουν προσωρινά διάφορα οχήματα, αυτοκίνητα και τέτοια.
Πέρασαν αιώνες πολλοί με αυτούς τους χώρους παρκαρίσματος. Και φτασαμε αισίως στο δέκατο ένατο αιώνα. Απ΄τα μέσα περίπου του οποίου, έβαλε ο Αγγλος Στήβενσον την πρώτη ατμομηχανή να τρέξει επάνω σε ράγιες, τη γνωστή r o c k e t, δηλαδή « ρουκέττα », αν και η ταχύτητά της δεν δήλωνε τίποτε σχετικό με τις ρουκέττες, όπως τις ξέρουμε σήμερα. Πάντως, καλό πράγμα ήταν ο σιδηρόδρομος, σε πήγαινε σε μεγάλες αποστάσεις με καλή ταχύτητα, σε σχέση με τα προϋπάρχοντα μεταφορικά μέσα, τα αμάξια και τα κάρρα δηλαδή. Και με την πάροδο του χρόνου, όλο και έτρεχε πιό γρήγορα, και απλώθηκε σ΄ολο τον προηγμένο τεχνολογικά κόσμο.
Δεν πέρασαν σαράντα χρόνια, και κάποιοι διαβολικοί άνθρωποι, κυρίως από τη Γαλλία και τη Γερμανία, έκαναν την παρακάτω σκέψη, που έμελλε πολύ αργότερα να προκαλέσει μεγάλες καταστροφές. Είπανε λοιπόν τα παιδιά την εποχή εκείνη, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1880 : « Ρε σεις, γιατί να αναγκαζόμαστε να μπαίνουμε μέσα σε ένα τραίνο, που μόνο επάνω σε γραμμές, επομένως μόνο πάνω καθορισμένες τροχιές σε πηγαίνει ; Δεν κάνουμε ένα παρόμοιο πράγμα, που όμως να μην έχει ανάγκη από σιδηροτροχιές, που να πηγαίνει πάνω σε χώμα, πάνω σε καλντιρίμια ; Φυσικά, θα χρησιμοποιήσουμε τις ίδιες μηχανές του σιδηρόδρομου, που κινούνται με κάρβουνο, που θα έχουν φουγάρο και τα ίδια με το τραίνο ».
Και έφτιαξαν το πρώτο οχτωκίνητο. ( Είπαμε, ότι ο όρος αυτοκίνητο, είναι το λιγότερο σαχλαμάρα, κανένα τέτοιο όχημα δεν μετακινείται από μόνο του, αν δεν μπή μέσα σ΄αυτό ένας άνθρωπος με δυό πόδια, δυό χέρια, δυό μάτια και δυό αυτιά, σύνολο οκτώ, και το κάνει να προχωρήσει όπου αυτός θέλει. Που δεν μπορείς να σταθείς έξω απ΄αυτό, και να του πείς : « Πήγαινε στο Βελιγράδι και στην οδό Μπουκάλα, αριθμός Τάπα, κι εκεί θα βρείς κάποιον να σε περιμένει ». Οχι δεν γίνεται αυτό, συνεπώς οχτωκίνητο, εξηγηθήκαμε ).
Εγινε ετσι το πρώτο οχτωκίνητο που το κινούσε ο ατμός, όπως το τραίνο. Επειδή έπρεπε να έχει μάλιστα και πολλά κάρβουνα μαζύ του, του έβαλαν και μιά ρεμούλκα, που μέσα της είχε κάρβουνα. Και έτσι μπορούσαν να πάνε σε αρκετά μεγάλες αποστάσεις, φτυαρίζοντας το κάρβουνο και βάζοντάς το μέσα στη μηχανή, στο καζάνι δηλαδή όπου καιγόταν, έκαμνε ατμό, κι ο ατμός κινούσε το όχημα. Ετσι άρχισε η ιστορία. Και σε πολύ λίγο καιρό, τρία - τέσσερα χρόνια, ένας Γερμανός μηχανικός, ο Νταίμλερ, σκέφτηκε να αντικαταστήσει το καζάνι με τον ατμό, με μιά μηχανή που θα έκαιγε βενζίνη. {που ήταν γνωστή ήδη από αρκετό καιρό πριν, και που την έβγαζαν από το πετρέλαιο ).
Ετσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τα οχτωκίνητα. Που ήσαν ελάχιστα τα πρώτα χρόνια, και αυτοί που τα οδηγούσαν, ήσαν οι ίδιοι που τα κατασκεύαζαν, ήσαν δηλαδή « χειροποίητα » κατά μία έννοια. Οι άνθρωποι που τους έβλεπαν να βρίσκονται πολύ συχνά κάτω από τα αμάξια τους να προσπαθούν να επισκευάσουν μόνοι τους τις βλάβες, τους θεωρούσαν σαν ακίνδυνους τρελλούς. Όμως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια και μετά από δεκαετίες, επρόκειτο για επικίνδυνους τρελλούς, οι άνθρωποι της εποχής τους είχαν κάνει λάθος εκτίμηση στο σημείο αυτό. Όταν έγινε αντιληπτό το λάθος τους, ήταν πιά πολύ αργά, ο κόσμος είχε γεμίσει από τα οχήματα αυτά, και κανένας δεν μπορούσε να εμποδίσει τον άκρατο πολλαπλασιασμό τους. Αλλα και κανείς τις πρώτες εποχές, δεν μπορούσε να φανταστεί την καταστροφική επίδραση που θα είχαν στο μέλλον.
Εχουν περάσει από τους πρώτους εκείνους καιρούς, κάπου εκατόν είκοσι χρόνια. Και ακόμα αυτά τα οχτωκίνητα, κινούνται με το ίδιο καύσιμο, τη βενζίνη. Και με το πετρέλαιο, από το οποίο άλλωστε παράγεται και η βενζίνη, ένα σύνολο από υδρογονάνθρακες, που έχουν φυλακιστεί μέσα στα έγκατα της γής - και μερικές φορές και κοντά στην επιφάνειά της - και τους βγάζουν από εκεί με ειδικά μηχανήματα.
Όταν καίς αυτούς τους υδρογονάνθρακες που κυρίως γίνονται βενζίνη, παράγεις έναν ολόκληρο κόσμο από αέρια. Ας αναφέρουμε τα κυριώτερα από αυτά. Είναι το πασίγνωστο διοξείδιο του άνθρακα, που το απορροφούν τα δέντρα και το ξανακάνουν οξυγόνο, έτσι δεν επιβαρύνει σχεδόν καθόλου την ατμόσφαιρα. Σπουδαία αυτή η δουλειά που κάνουν τα δεντρα, που δυστυχώς όσο πάνε και λιγοστεύουν, καίγονται τα δάση και καταστρέφονται και από τη γνωστή « όξινη » βροχή που δημιουργείται από τα εργοστάσια. Αλλά δεν είναι μόνο το καλό αυτό διοξείδιο του άνθρακα, είναι και μερικά πολύ άσχημα άλλα προϊόντα που προκύπτουν από την καύση των προϊόντων του πετρελαίου. Το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του αζώτου, τα οξείδια του μολύβδου. Που είναι όλα αδρανή, δεν διασπώνται ποτέ τους, δεν ενώνονται με άλλα αέρια, και δηλητηριάζουν ακατάπαυστα την ατμόσφαιρα.
Με την πάροδο του χρόνου και με τη μεγάλη παραγωγή των οχτωκίνητων και την έλλειψη κατάλληλων χώρων όπου θα έπρεπε να σταθμεύουν, δημιουργήθηκε ένα ακόμα πρόβλημα, που στην αρχή του ήταν δυσεπίλυτο, για να καταντήσει τελικά άλυτο. Το μέρος όπου θα τα έβαζαν όταν θα τα ακινητοποιούσαν για κάποιο μικρό διάστημα, αυτό που βρισκόταν στα παλιά χάνια δεν μπορούσε να βρεθεί πιά με τον τρόπο που ήσαν φτιαγμένες οι καινούργιες πολεις, που χώρους κατάλληλους δεν θα μπορούσαν να διαθέτουν για τόσο μεγάλο αριθμό οχήμάτων πάσης φύσεως. Ακόμα κι αν υπήρχαν εκατοντάδες καινούργιου τύπου « χάνια », θα ήταν απολύτως αδύνατο να στεγαστούν όλα αυτά τα τροχοφόρα οχήματα. Την εποχή των παλιών πανδοχείων, τα ιππήλατα και γαϊδουροκίνητα οχήματα ήσαν σχετικα λίγα, οι στάβλοι και τα χάνια ήσαν επαρκή για να τα φιλοξενήσουν. Τώρα, αυτό είναι αδύνατο, ειδικά σε χώρες όπου δημιουργείται πρόβλημα « φιλοξενίας » τους.
Μιά από αυτές τις χώρες όπου το πρόβλημα αυτό έχει γιγαντωθεί, είναι και η ιστορική από άλλες απόψεις χώρα μας. Οχι επειδή έχει μεγαλύτερο αριθμό οχτωκίνητων τροχοφόρων από άλλες « προοδευμένες » χώρες, όχι, δεν είναι αυτός ο λόγος. Σε άλλες χώρες, οι άνθρωποι πηγαίνουν στον τόπο της εργασίας τους με άλλα μεταφορικά μέσα, ας πούμε τα τραμ, το μετρό ( όπου αυτό υπάρχει ), τις αστικές λεωφοριακές συγκοινωνίες και τα παρόμοια. Για να πάνε στη δουλειά τους με το δικό τους μεταφορικό μέσο, θα πρέπει να το βάλουν σε ειδικό χώρο πάρκινγκ, πληρώνοντας όμως ουκ ολίγα χρήματα, πράγμα που βέβαια δεν συμφέρει Μόνο οι υψηλά ιστάμενοι από οικονομική άποψη, διευθυντές, στελέχη επιχειρήσεων και άλλοι τέτοιοι, μπορούν να πηγαίνουν με το δικό τους μέσο στους τόπους εργασίας τους. Που έχουν και τον δικό τους αμειβόμενο οδηγό, δεν είναι ανθρωποι που οδηγούν οι ίδιοι τα οχτωκίνητά τους, ούτε τρέχουν να τα πάνε για συντήρηση στα συνεργεία οι ίδιοι τους.
Στις μεγάλες δικές μας πόλεις, το πρόβλημα αυτό έχει πάρει διαστάσεις τεράστιες τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια. Ο αριθμός των οχημάτων έχει πολλαπλασιαστεί, οι δρόμοι παραμένουν οι ίδιοι, χώροι υπαίθριοι για παρακάρισμα δεν υπάρχουν καθόλου, τα λιγοστά σύγχρονα « χάνια », είναι τελείως ανεπαρκή για να φιλοξενήσουν το ένα εκατοστό των τροχοφόρων αυτών. Συνωστισμός μέγας δημιουργείται στους δρόμους, κι αυτό προκαλεί ατέλειωτες σειρές από ακινητοποιημένα ή εξαιρετικά βραδυπορούντα αμάξια, οι άνθρωποι πρέπει να ξεκινάνε δυό και παραπάνω ώρες πριν, για να πάνε στον τόπο της εργασίας τους.
Η σατανική εφεύρεση του δέκατου ένατου αιώνα, δεν είναι υπεύθυνη μονάχα για το χάος της κυκλοφορίας στις πόλεις. Το μεγάλο κακό που προκαλεί, είναι όπως είπαμε η έντονη μόλυνση και επιβάρυνση της ατμόσφαιρας του δύστυχου αυτού πλανήτη, που είχε καταφέρει επί αμέτρητες χιλιάδες και εκατομμύρια χρόνια να διατηρεί το εκπληκτικά όμορφο και υγιεινό περιβάλλον για όλους τους οργανισμούς - ζωϊκούς και φυτικούς - που φιλοξενεί. Και τώρα, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όλα αυτά καταρρέουν με αστραπιαία ταχύτητα.
Το πού θα οδηγήσει αυτή η καταστροφή, για την οποία ευθυνονται και άλλοι μολυσματικοί παράγοντες όπως οι βιομηχανίες, είναι εντελώς άγνωστο. Ένα είναι απόλυτα σίγουρο, ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες που έχουν πολύ μεγάλα συμφέροντα, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από όλα αυτά.