Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Ι Χ Ι Λ Ι Ε Σ Τ Ρ Ι Α Κ Ο Σ Ι Ε Σ Δ Ρ Α Χ Μ Ε Σ

       Ο Ι    Χ Ι Λ Ι Ε Σ     Τ Ρ Ι Α Κ Ο Σ Ι Ε Σ     Δ Ρ Α Χ Μ Ε Σ 

Ακούσαμε πριν από πολύ καιρό - δεν θυμάμαι πόσο - ότι είχε διαπραχθεί μιά ληστεία σε ένα υποκατάστημα Τράπεζας στην Αθήνα. Είδηση που έπρεπε να περάσει  απαρατήρητη, κάθε μέρα σχεδόν  γίνεται  μιά, και πολλές φορές  και περισσότερες  ληστείες Τραπεζών, μιά παραπάνω δεν σημαίνει  απολύτως  τίποτε. Αλλά εδώ  τα πράγματα είχαν μιά σημαντική πρωτοτυπία, το ποσόν που είχε πάρει ο  δράστης, ήταν χίλιες τριακόσιες δραχμές, μάλιστα, τόσο ήταν. Για την ακρίβεια, ο νεαρός  « ληστής », είχε πάει  στον ιευθυντή  της Τράπεζας, και του είχε ζητήσει αυτό το  μικρό ποσό, τόσο χρειαζόταν για να πάρει τη δόση του της ηρωϊνης, ήταν όπως βλέπετε  τοξικομανής. Ο Διευθυντής  του έδωσε το  ποσόν αυτό - έτσι θυμάμαι να έγινε - και κατόπιν ο  « ληστής » συνελήφθη, οδηγήθηκε  στο Δικαστήριο, και καταδικάστηκε σε μερικά χρόνια φυλάκισης, αν  και φαίνεται ότι  δεν επρόκειτο για  ένοπλη ληστεία, αυτή παίρνει αρκετά μεγάλες ποινές.

Λοιπόν, είχαμε ακούσει για ληστείες, για κλοπές και  « ξαφρίσματα » πορτοφολιών, τέτοιο όμως πράγμα δεν είχαμε  ακούσει. Αλλά κάποτε ακούει κανείς  και τα απίστευτα, και ένα από αυτά ήταν και η  « ληστεία » των χιλίων τριακοσίων  δραχμών. Είμαστε  καλά ; Ασφαλώς και δεν είμαστε. Αν  κάποιος βγάλει  το καπέλλο  του έξω από μιά  εκκλησία, και απλώνοντάς το, ζητήσει ελεημοσύνη, σε  λίγη ώρα θα έχει  μαζέψει το αστείο  αυτό ποσό. Και όμως η ιστορία αυτή χαρακτηρίστηκε σαν  « ληστεία Τράπεζας », και  με αυτό τον  τρόπο παρουσιάστηκε και στις ειδήσεις.

Ο νεαρός - που θα έπρεπε σε μιά « πολιτισμένη » χώρα, στους  « νεοβάρβαρους » του Κώστα Ζουράρι - να εισαχθεί  σε κάποιο άσυλο για θεραπεία και αποτοξίνωση, μπήκε στη φυλακή, μάλιστα, κανένας  εκτός Ελλάδας δεν θα  πίστευε ότι ένας νέος  Ζαν Βαλζάν, ( Ο Γιάννης Αγιάννης στα Γαλλικά ) θα έμπαινε  στη φυλακή, όχι για  τα δυό ψωμιά που είχε κλέψει ο μυθιστορηματικός ήρωας  των  « Άθλιων » του Ουγκώ, αλλά  για χίλιες  τριακόσιες δραχμές, με τις οποίες αγοράζεις πέντε ψωμιά, περισσότερα μεν από τα δυό ψωμιά του Βαλζάν, αλλά πάντως ψωμιά. Και  εδώ που τα  λέμε, δεν μπορώ  να καταλάβω  γιατί να είχε ζητήσει αυτό το μικροποσό, που ασφαλώς δεν αγοράζει καμμιά δόση ναρκωτικού, εκτός και αν το ζήτησε για να συμπληρώσει ένα μεγαλύτερο - λ.χ. δέκα χιλιάδες - ποσό, που είχε ό ίδιος.

Πέρασε καιρός και το ζήτημα ξεχάστηκε, πόσα και πόσα δεν γίνονται κάθε μέρα, είναι πολύ φυσικό να μην μπορεί να τα συγκρατήσει η μνήμη, ακόμα και την πρωτότυπη ληστεία των χιλίων τριακοσίων  δραχμών. Και  πριν από λίγες  μέρες, ύστερα  από προσφυγή  που έγινε σε αρμόδια Δικαστική  υπηρεσία, ο νεαρός  αποφυλακίστηκε. Και  τότε πήγαν τα τηλεοπτικά κανάλια - που στο μεταξύ τον είχαν  ξεχάσει κι αυτά - και του πήραν συνέντευξη, και έτσι θυμηθήκαμε την ιστορία αυτή. Και είμαι  σίγουρος, ότι ο καθένας  που άκουσε ξανά  όλη αυτή την ιστορία, θα έκανε κάποιες σκέψεις.

Τον καιρό που είχε λάβει χώραν η  « ληστεία », είχα προβληματιστεί με τον Διευθυντή της Τράπεζας. Πήγε κάποιος  και του ζήτησε χίλιες τριακόσιες δραχμές. Κι αυτός θεώρησε ότι επρόκειτο για αληθινή ληστεία και έστειλε να τον πιάσουν. Βρε άνθρωπε, αν  κάποιος θέλει να κάνει ληστεία, φαντάζεσαι ότι  θα ζητήσει αυτό το αστείο ποσό, δεν θα πάει στο ταμείο να γεμίσει την  τσάντα του με  μερικά εκατομμύρια, ώστε  αν τον πιάσουν, να  λέει ότι τον έπιασαν πάνω σε κανονική  ληστεία ; Ετσι κάνουν βρε άνθρωπε - όχι, δεν θα πώ το του Βέγγου « καλέ μου άνθρωπε » - οι  ληστές ; Δεν διαβάζεις  εφημερίδες, δεν  ακούς τηλεόραση, δεν έχουν κάνει ποτέ ληστεία στο υποκατάστημα στο οποίο προϊστασαι ; Ετσι αποφασίζουν να χώσουν μέσα στη  « στενή »  έναν νέο άνθρωπο  που σου ζήτησε  ελεημοσύνη ; Δεν μπορούσες να μιλήσεις με το παιδί αυτό, πριν αμολύσεις τους αστυνομικούς να τον συλλάβουν, να ρωτήσεις γιατί έκαμνε αυτό το  « απονενοημένο »  διάβημα ; Δεν μπορούσες  να του δώσεις απ΄ την τσέπη σου - όχι από  την Τράπεζα - αυτό το  ψωροποσό, και  να τον  αφήσεις  να φύγει ; Οχι, θα μου πείς. Αν τον άφηνα να φύγει, μιά άλλη μέρα θα έκαμνε κανονική ληστεία, και ίσως κάποτε να έφτανε και σε φόνο, ποιός ξέρει ; Αυτά θα μου έλεγες, έτσι δεν είναι ;

Ο νεαρός λοιπόν, έμεινε στη φυλακή πολύ καιρό, έντεκα ολόκληρους μήνες, μέχρι να δεήσει να τον  αποφυλακίσουν. Ολοι  ξέρουμε, ότι όταν  ένας νέος ή ακόμα χειρότερα, ένα παιδί, μείνει σε φυλακή και μάλιστα σ΄ αυτό που ονομάζουν κατ΄ ευφημισμόν αναμορφωτήριο - που είναι  « μορφωτήριο » που βγάζει εγκληματίες - θα  βγεί ύστερα έξω πολύ  χειρότερος από ότι ήταν προτού μπή μέσα. Γι αυτό τον έστειλες μέσα άνθρωπε, για να « εκπαιδευτεί » καλά μέσα στη φυλακή, κι όταν  βγεί  από εκεί μιά  μέρα, να έλθει στην Τράπεζά σου, και να κάνει κανονικό ξάφρισμα, και  να πάει και σε άλλες Τράπεζες και  να κάνει και εκεί  τα ίδια, και να ρίξει και καμμιά πιστολιά, και όλα αυτά επειδή εσύ τα θέλησες, φιλάνθρωπε κύριε.

Και όλα αυτά, ενώ οι μεγαλοκλέφτες - που κάποιους απ΄αυτούς τους ξέρουν οι αρχές - και οι μεγαλέμποροί των ναρκωτικών, κάνουν ελεύθεροι τις κρουαζιέρες τους στα όμορφα ελληνικά νησιά. Αλλά το είχε πεί ο Σόλωνας πριν από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια. Ο νόμος είναι - έτσι το είχε πεί - σαν τον ιστό  της αράχνης. Τα μεγάλα και βαρειά έντομα τον τρυπούν και φεύγουν, τα μικρά  και αδύναμα, πιάνονται σ΄ αυτόν. Κι όταν τα λέει αυτά ένας Σόλωνας, και μάλιστα σε μιά πολύ πιό « αθώα » εποχή του έκτου αιώνα π.Χ., όταν δεν υπήρχαν τα μεγάλα οργανωμένα  συμφέροντα, καταλαβαίνει  ο πάσα ένας την αλήθεια  των λόγων αυτών του μεγάλου Αθηναίου νομοθέτη.

Πάντως, πολύ θα ήθελα  να μάθω το τι έγραψαν  οι εφημερίδες του εξωτερικού, τι σχόλια έγιναν από τα ξένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, σχετικά με το πρωτάκουστο αυτό γεγονός. Ακόμα, θα ήθελα  να ξέρω, αν το  πράγμα αυτό θα  μπορούσε να  καταχωρηθεί στο  βιβλίο των ρεκόρ  « Γκίννες », εξ αιτίας  της πρωτοτυπίας  του. Κι ακόμα, θα ήθελα  να μάθω, αν στα παγκόσμια δικαστικά  χρονικά, αναφέρεται  καμμιά βαρειά  ποινή, για μια  « ληστεία » του  μεγέθους και του είδους  αυτού, εκτός  της μυθιστορηματικής  περίπτωσης  του Γιάννη  Αγιάννη, του ήρωα των  « Άθλιων » του Βίκτορα Ουγκώ.

 

ΟΙ ΑΜΟΙΒΕΣ ΤΩΝ ΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ

     Ο Ι    Α Μ Ο Ι Β Ε Σ    Τ Ω Ν   Μ Η    Ε Ρ Γ Α Ζ Ο Μ Ε Ν Ω Ν                                         Σ Υ Ζ Υ Γ Ω Ν

          Λοιπόν, από  δεκαετίες, η αγορά εργασίας  έχει καταληφθεί  εξ εφόδου από το γυναικείο φύλο, και βέβαια η κατάληψη αυτή έγινε απόλυτα δίκαια, με το  σπαθί των γυναικών που από αιώνες ζητούσαν να δείξουν ότι αξίζουν όσο και οι άντρες, για να  μην πούμε και πολύ περισσότερο. Και μπήκαν  στα Πανεπιστήμια, έγιναν  γιατροί, οδοντίατροι - παρά  να πάς σε άντρα οδοντίατρο, καλύτερα να πάς σε γυναίκα, θα σου φανεί λιγότερος ο πόνος - φαρμακοποιοί, καθηγητάδες και γενικά  επιστήμονες κάθε  επιστήμης. Εγιναν  έμποροι, βιομήχανοι, υπάλληλοι στον δημόσιο  και τον ιδιωτικό  τομέα, και μπήκαν και σε  ένα σωρό άλλες δουλειές, δεν άφησαν καμμιά σαν αποκλειστικό  προνόμοιο των αντρών,. Μ΄ άλλα λόγια, εκεί που δεν είχαν τίποτε, τα πήραν όλα.   

Άλλες όμως γυναίκες  έμειναν έξω απ΄ τις επιστήμες τα  εμπόρια και τα ρέστα. Κι αυτές οι γυναίκες σπούδασαν βέβαια, αλλά η  « επιστήμη »  που  ακολούθησαν δεν  έχει καμμιά σχέση με τις  γνωστές  επιστήμες. Είναι  αρχαία, μάλιστα  είναι αρχαιότατη, αλλά  δεν διδάσκεται σε κανένα Πανεπιστήμιο. Υπάρχει  από τον καιρό  που ο άνθρωπος ήταν στα σπήλαια και στις αχυροκαλύβες. Μπά, υπήρχε και τότε  κάποια επιστήμη  που δεν την ξέρουμε ; Υπήρχε βέβαια, και όλοι την  ξέρουμε. Πρόκειται για την  βασίλισσα των  επιστημών, την  αποκαλούμενη στη λαϊκή γλώσσα  « παντρευτική », μάλιστα, και  αυτή είναι μιά  επιστήμη, δεν πρέπει να γελάμε μ΄αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Μέχρι πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια, αυτή ήταν η μόνη  « εργασία » στην οποία ήταν απασχολημένη η γυναίκα. Και τότε, στην τότε πολιτισμένη Μέση Ανατολή, άνοιξε τις πόρτες της και για  τις γυναίκες η  « αγορά  εργασίας ». Δεν  εννοώ τις γεωργικές δουλειές, αυτές δεν είναι  « εργασία » με  τη στενή  έννοια  της λέξης, την  « επαγγελματική » έννοια. Ούτε την υφαντουργία, κι αυτή δεν την θεωρώ σαν  ξεχωριστή  « εργασία », ήταν μιά οικιακή ανάγκη να εργάζεται η γυναίκα στον αργαλειό για να φτιαχτούν  τα ρούχα που θα φορούσαν τα μέλη της οικογένειας. Αυτό που  θέλω να πώ, είναι ότι κάποιες - λίγες βέβαια - γυναίκες, άσχολήθηκαν με το εμπόριο, αυτή  είναι μιά  αληθινή επαγγελματική  εργασία. Αλλα  επαγγέλματα  δεν έχω υπ΄ όψιν μου, εκτός από  το ευγενές  επάγγελμα της  μάγισσας  που  ανθούσε από  πολύ παλιά χρόνια και ίσως και κάποια άλλα παρόμοια ή σχετικά  επαγγέλματα, χωρίς  να συμπεριλαμβάνω και το λεγόμενο  « αρχαιότερο » επάγγελμα, αυτό ας το βάλουμε κατά μέρος.

Τώρα, όταν μιλάμε για  εμπόριο, μη φανταστείτε  κανένα  σουπερμάρκετ ή κάτι ανάλογο, άντε κάποια  δημητριακά - είχαν  πρωτοαρχίσει να  καλλιεργούνται στη Μεσοποταμία πριν από επτά ή  εννιά χιλιάδες  χρόνια, δεν ξέρω  ακριβώς - κάτι ζωοτροφές, πιθανόν λάδι και ίσως και φρούτα. Τα παντοπωλεία  πουλούσαν τα  « πάντα », δηλάδή  όσα υπήρχαν σε κάθε εποχή, και μπορούσαν  να είναι μπακάλικα και  μανάβικα μαζύ, ίσως  και κρεοπωλεία. Αυτά πουλούσαν οι εμπόρισσες  της παλιάς εποχής, ίσως σαν  βοηθοί των αντρών τους, ή χωρίς αυτούς, αν ήσαν λ.χ. χήρες και δεν τις έδινε σύνταξη το ΤΕΒΕ.        

Οι πολλές - η μέγιστη πλειοψηφία όπως είπαμε - που  είχαν  σπουδάσει την επιστήμη που αναφέραμε, είχαν σαν κύρια  ασχολία τα  λεγόμενα  « οικιακά », δηλαδή τη φροντίδα του σπιτιού, ετοιμασία  γευμάτων, καθαριότητα και  τα άλλα  γνωστά  και μη  εξαιρεταία  καθήκοντα μιάς γυναίκας που  ασχολείται με τα  οικιακά. Στην  πραγματικότητα, το πλαίσιο των  « οικιακών » είναι ευρύτατο, δεν τα  ανάφερα όλα  τα σχετικά, πρώτον επειδή  είναι πάρα πολλά, και δεύτερον, είναι λίγο ή πολύ γνωστά σε όλους, άρα περιττεύει η απαρίθμησή τους.

Για να ξαναγυρίσουμε  στη σημερινή εποχή, θα επαναλάβουμε ότι οι περισσότερες σημερινές γυναίκες  εργάζονται όπως  οι άντρες, έχουν  παρεισφρύσει  σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς. Λίγες είναι  αυτές που κατάφεραν  να μείνουν εκτός εργασίας, είτε διότι τα οικονομικά της οικογένειας ήσαν ανθηρά - οπότε δεν τις υποχρέωνε κανείς να εργάζονται - είτε επειδή δεν χρειάστηκε να εργαστούν, καθώς ο σύζυγος, τον οποίο παντρεύτηκαν μέσω της παλαιάς εκείνης επιστήμης που  αναφέραμε, είχε τις  δυνατότητες να  συντηρήσει το σπίτι χωρίς να χρειάζεται δεύτερο επικουρικό εισόδημα.

Υπάρχει σε μερικούς η  αντίληψη, ότι οι  εργαζόμενες γυναίκες αξίζουν περισσότερο σαν προσφορά στην  οικογένεια, από τις μή  εργαζόμενες, επειδή ακριβώς  συμβάλλουν  αρκετά ή πολύ  ή αφθόνως στον  οικογενειακό  προϋπολογισμό, ενώ οι  άλλες, οι μή εργαζόμενες, είναι κάτι σαν  « παρασιτικοί οργανισμοί », δεν αξίζουν και τόσο το  « ψωμί » που τρώνε. Όταν αντιτάξεις σ΄ αυτή την άποψη, ότι και μή  εργαζόμενες προσφέρουν και αυτές, και μάλιστα πολλά, θα σου απαντήσουν ότι αυτά που τα  « παράσιτα » προσφέρουν, τα προσφέρουν και οι εργαζόμενες, και επί πλέον και το εισόδημά απ΄την εργασία τους.

Η μαύρη αλήθεια, είναι ότι και οι εργαζόμενες γυναίκες, είναι αναγκασμένες εκ των πραγμάτων, να κάνουν και  όλες τις οικιακές  εργασίες, να αναθρέψουν  τα παιδιά τους, και γενικά να εργαστούν και κατ΄ οίκον, επί πλέον της  εξωτερικής δουλειάς τους. Και πολλές φορές κατάφέρνουν να τα κάνουν και τα δυό πολύ καλά μέχρι άριστα. Οχι oμως όλες, και όχι πάντοτε. Η εξωτερική εργασία, αλλά τι λέω, αυτή καθ΄ εαυτή η εργασία - αυτή  είναι η προσωπική μου πεποίθηση - καταδυναστεύσει τον  άνθρωπο, τον καταπιέζει, είναι ψυχοφθόρα. Η εργαζόμενη γυναίκα - παράδειγμα  « τραγουδιστικό » η  « Μαίρη Παναγιωταρά »  του Λουκιανού Κηλαηδόνη - τρέχει έναν  καθημερινό σκληρό  Μαραθώνιο, που δεν μπορεί να τον αντέξει εύκολα ο άνθρωπος χωρίς να σπάσουν τα νεύρα  του, χωρίς να  πάθει  αυτό  που στα  αγγλικά  ονομάζεται     n e r v o u s   b r e a k d o w n.

Για την προσφορά λοιπόν  της εργαζόμενης γυναίκας που είναι ταυτόχρονα, σύζυγος, μητέρα ταυτόχρονα  και εργαζόμενη  στις εργασίες  του σπιτιού, αξίζουν χίλια συγχαρητήρια, ακόμα κι αν δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά, δεν μπορεί να « παντρέψει » τις δυό  αυτές υποχρεώσεις, που  δεν μπορεί  να κρατήσει  δυό καρπούζια  σε μιά μασχάλη. Αξιος  ο μισθός της, και άξια είναι να  την έχουν σε μεγάλη  υπόληψη. Αυτά για  την σύγχρονη γυναίκα που οι σημερινές συνθήκες την  υποχρέωσαν να σηκώνει βάρη πολύ μεγάλα, πολύ μεγαλύτερα από αυτά που θα έπρεπε να σηκώνει.  Και αν έπρεπε να πληρώνεται έναν δεύτερο μισθό γι αυτά που προσφέρει μ΄ αυτή την  « δεύτερη » δουλειά  της, θα εδικαιούτο να ζητήσει πολλά, πάρα πολλά.

Αφήσαμε όμως τη γυναίκα  που δεν εργάζεται σε εξωτερική εργασία, έχει την προσωπική δουλειά της στο σπίτι, την  ασχολούμενη με τα  « οικιακά ». Το θέμα μας όμως είναι γι αυτήν, πρέπει να δούμε  αν κι αυτή αξίζει το  « ψωμί » που τρώει, ενώ δεν εργάζεται και δεν προσφέρει τον πολύτιμον  οβολό της στο  οικογενειακό  εισόδημα. Όπως  αναφέρθηκε στην αρχή, επί χιλιάδες χρόνια, αυτός ήταν ο ρόλος της μέσα στην οικογένεια, να ασχολείται με τα του οίκου της. Και θα δούμε με την ευκαιρία, αν και τότε άξιζε τον μισθό της, που βέβαια δεν εισέπραττε από κάποιον εργοδότη, αλλά που ενδεχομένως άξιζε να τον εισπράττει.

Λοιπόν, στο σημείο αυτό θα είμαι κατηγορηματικός. Τον μισθό που υποθετικά θα διεκδικούσαν με τις οικιακές εργασίες  τους, τον δικαιούνται  στο ακέραιο οι εργαζόμενες στο σπίτι τους γυναίκες, που δεν κάνουν άλλη εργασία πλήν αυτής. Τον δικαιούνται, αλλά δεν μπορούν να τον εισπράξουν  υπό μορφή χρημάτων, καθώς  είναι αδύνατον να νομοθετηθεί κάποιος νόμος που να καθορίζει αυτού  του είδους την εργασία, να την αποτιμά σε χρήμα και να επιβάλλει την πληρωμή της, οπότε  θα έπρεπε να υπάρχει  και ασφαλιστική εισφορά σε ανάλογο ταμείο και συνεπώς και  σύνταξη σε κάποια  ηλικία. Παρακάτω θα δούμε ποιές είναι οι παρεχόμενες οικιακές υπηρεσίες, και γιατί δεν μπορούν αυτές να πληρώνονται.

Αρχίζουμε χωρίς να ιεραρχήσουμε την αξία των  « υπηρεσιών »  αυτών. Η καθαριότητα του σπιτιού. Δουλειά που πρέπει να  γίνεται  τακτικά, αν όχι  κάθε μέρα. Μπορεί οι άντρες να μην έχουν έντονο ενδιαφέρον για το θέμα αυτό, όμως οι γυναίκες - οι περισσότερες απ΄αυτές - είναι ευαίσθητες, κάποτε  μέχρι σχολαστικότητας. Η  καθαριότητα - όπως  ξέρουμε - περιλαμβάνει το σκούπισμα, που άλλοτε  γινόταν με χειροκίνητες  σκούπες και φαράσια, και τώρα με ηλεκτρικές σκούπες  που ευκολύνουν πολύ την διαδικασία αυτή, το σφουγγάρισμα, το ξεσκόνισμα. Αυτά αποτελούν - μαζύ με  κάποια άλλα δευτερεύοντα - το  σύνολο των εργασιών που αφορούν τον τομέα  « καθαριότητα ». Δεν μπορώ  να υπολογίσω ποιά αποζημίωση χρηματική θα αντιστοιχούσε γι αυτές τις δουλειές, άλλωστε  νομίζω ότι αυτά τα πράγματα είναι δύσκολο να εκτιμηθούν σε  χρήμα. Αλλά, ας πούμε ότι αξίζουν το μισθό μιάς καθαρίστριας, συμφωνείτε μ΄αυτήν την απλοποίηση ;

Φεύγομε τώρα από την καθαριότητα, και πηγαίνουμε για λίγο στη μπουγάδα. Ο άνθρωπος - οι άνθρωποι του  σπιτιού δηλαδή - φοράει  ρούχα, εσώρρουχα και άλλα τινά. Αυτά όπως ξέρουμε, λερώνονται  ακαταπαύστως, χρειάζονται λοιπόν  πλύσιμο. Ποιός  θα τα πλύνει ; Η ασκούσα το επάγγελμα των « οικιακών », δεν έχουμε  πλύστρα στη  διάθεσή μας. ( Αλλωστε κανένας δεν έχει  στην εποχή  μας, στα παλιά χρόνια  υπήρχε  κι αυτό το επάγγελμα ). Τα βάζει λοιπόν στη μπουγάδα, που  άλλοτε μεν ήταν μιά πολύ δύσκολη δουλειά, τώρα πάντως έχει γί-νει ευκολώτατη με  τα μηχανικά μέσα που υπάρχουν. Μπαίνουν λοιπόν όλα τα προς πλύσιμο στο πλυντήριο - αλλά μην νομίσετε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν πλυντήρια, στις φτωχές χώρες λείπουν σχεδόν  τελείως, ακόμα και στις  αναπτυγμένες κάποιοι  τα στερούνται - και μετά από λίγη ώρα, η μπουγάδα έχει τελειώσει. Κατόπιν θα βγάλουμε όλα τα πλυθέντα και θα τα απλώσουμε για  στέγνωμα. Κι όταν  στεγνώσουν, έρχεται η ώρα του σιδερώματος, αυτό εξακολουθεί να είναι ακόμα επίπονο και διαρκεί αρκετά. Τέλειωσε  κι αυτό, και λοιπόν, πόσο  μισθό θα πρέπει να  δώσουμε  γι αυτές τις  υπηρεσίες ; Ας μην  αρχισουμε  πάλι τους λογαριασμούς, θα κάνουμε τη σούμα αργότερα.

Τώρα θα πάμε στο πιό σπουδαίο απ΄ όλα, την κουζίνα. Εκεί θα προετοιμασθεί το φαγητό, πρόγευμα, γεύμα και  δείπνο. Η μαγειρική τέχνη είναι μιά  από τις μεγάλες τέχνες, δεν εννοώ βέβαια τις  ονομαζόμενες  « καλές  τέχνες », δηλαδή  τη ζωγραφική, τη  γλυπτική  και κάποιες άλλες, αλλά την τέχνη του να φτιάχνεις ένα  φαγητό που να ευχαριστεί αυτόν που το τρώγει, να το απολαμβάνει  και όχι να το τρώει  σαν αγγαρεία. Είναι  γνωστό, ότι όλοι  οι μεγάλοι μάγειροι - και αυτοί που γράψανε και  γράφουν τους οδηγούς  μαγειρικής - είναι  άντρες, όλοι οι σεφ των εστιατορίων και των ξενοδοχείων είναι άντρες. Αλλά στην καθημερινή ζωή, το ρόλο του εκτελεστού μιάς μαγειρικής συνταγής, τον έχει η γυναίκα, παρόλο που πολλοί άντρες ασχολούνται μ΄αυτή την τέχνη επειδή  τους αρέσει, και ένας  λόγος που ίσως μένουν εργένηδες, να είναι και αυτός. ( Μαζύ με  την ικανότητα και τη ροπή να κάνουν και άλλες οικιακές εργασίες, όπως μαντάρισμα καλτσών, καθαριότητα κ.λ.π. )

Το καλό φαγητό, είναι το Αλφα και το Ωμέγα για ένα ζευγάρι που πρέπει να ζήσει κάτω από την ίδια στέγη επί δεκαετίες. Αν και υπάρχουν κάποιοι άντρες που προσαρμόζονται και σε κακομαγειρευμένα φαγητά, οι  περισσότεροι όμως προτιμούν μιά γυναίκα που έχει σπουδαίες επιδόσεις  στην  κουζίνα - ιδίως αν  έχουν μάθει  το καλομαγειρεμένο φαγητό  από τη μητέρα τους -  από μιά άλλη που είναι αποτυχημένη στον τομέα  αυτό. Κι όταν λέμε αποτυχημένη, δεν εννοούμε βέβαια ότι είναι ανεπίδεκτη μάθησης, όχι αυτό. Η μαγειρική τέχνη δεν είναι σαν τις « καλές » τέχνες, όπου ο ζωγράφος και ο γλύπτης  « γεννιούνται », δεν μπορούν να γίνουν ζωγράφοι και γλύπτες, έστω κι αν  πάνε σε εικοσιπέντε σχολές Καλών Τεχνών, αυτό είναι εκτός πάσης αμφισβήτησης. Αντίθετα, η  μαγειρική  μαθαίνεται, και  μάλιστα μαθαίνεται από όλους όσους θέλουν και έχουν πραγματική  επιθυμία να τη  μάθουν, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς  « γεννημένος »  μάγειρος, φτάνει  να έχει θέληση και κάποια ροπή προς την  « τέχνη » αυτή.

Ο μισθός μιάς καλής μαγείρισσας, πρέπει  κατά τη γνώμη μου, να είναι σημαντικός, αλλά βέβαια δεν  είναι δυνατόν να καθοριστεί, όπως δεν καθορίζεται και ο μισθός και για τις προαναφερθείσες  « υπηρεσίες ». Εξ άλλου, τα πάντα στους τομείς αυτούς είναι ως ένα βαθμό υποκειμενικά, ο ένας  αρέσει το ιμάμ μπαϊλντί με πολύ λάδι και λίγο σκόρδο, ο άλλος το θέλει διαφορετικό. Ο ένας προτιμά  τα μπιφτέκια με αρκετό ψωμί, άλλος δεν θέλει καθόλου ψωμί, ξερά σαν σανίδες τα θέλει.

Αλλά, παρά τα όσα ειπώθηκαν περί « μισθών » και των συνεπακόλουθων ενσήμων ασφάλισης και τα  περί σύνταξης, η  πραγματικότητα  είναι αρκετά διαφορετική. Και εξηγούμαι. Η μή εργαζόμενη σύζυγος - αλλά και η εργαζόμενη επίσης - δεν μπορρούν να απαιτούν μισθούς και ασφαλίσεις, καθώς και αυτές οι ίδιες νέμονται όλα αυτά που προσφέρουν. Η σύζυγος τρώει και αυτή από το έργο των χεριών της, την  καθαριότητα του σπιτιού  την κάμνει κυρίως για τον εαυτό της, στο πλυντήριο βάζει και τα δικά της ρούχα, εσώρρουχα κ.λ.π, και αυτά τα ρούχα και άλλα χρειαζούμενα, η μή εργαζόμενη γυναίκα τα αγοράζει από τα μαγαζιά με χρήματα του οικογενειακού  ταμείου, που βασίζεται  στο εισόδημα  του συζύγου. Ετσι, εις αντάλλαγμα των οικιακών υπηρεσιών της, έχει άλλες  « παροχές » - για να χρησιμοποιήσουμε έναν πολιτικό όρο - που προσφέρονται  από το βαλάντιο του  άντρα της. Που βέβαια έχει ιεράν υποχρέωσιν να παρέχει όλα  όσα του ζητούνται - σε κάποιο  λογικό επίπεδο και  σύμφωνα με τις δυνατότητές του - γιατί και αυτός απολαμβάνει όλα αυτά που αναφέραμε.

 

ΑΡΓΙΑ, ΜΗΤΗΡ ΠΑΣΗΣ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗΣ

                         Α  Ρ  Γ  Ι  Α,   Μ  Η  Τ  Η  Ρ    Π  Α  Σ  Η  Σ   

                                  Κ  Α  Λ  Ο  Π  Ε  Ρ  Α  Σ  Η  Σ

Βαδίζω στο δρόμο, και μετρώ  με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια τα πεζοδρόμια. Είναι τα ίδια όπως και  χθες και προχθές, δεν  έχουν αλλάξει  καθόλου από  αμνημονεύτων ετών. Είναι βέβαια σε κάποια σημεία στενά κι αυτό εμποδίζει την ακώλυτη κίνηση, αλλά η πόλη είναι παλιά, πολύ παλιά, και  καινούργιο σχέδιο δεν μπορεί  να εφαρμοστεί Υπήρχε  ένα σχέδιο πόλης πριν από  πολλές δεκαετίες, αλλά  με τις συνεχείς  παραβιάσεις  του από τους συμπολίτες μας, και με την ανοχή και ενθάρρυνση των τοπικών αρχόντων, κατάντησε σε τέτοιο χάλι που άφησε την πόλη - εννοώ την  παλιά πόλη χωρίς τους  συνοικισμούς της - στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί της εποχής του διάσημου συμπολίτη μας, του  στρατηγού Μαχμούτ πασά Δράμαλη - αυτουνού που  πιάστηκε στα  χέρια με τον  Κολοκοτρωνη - κι ακόμα πιό προηγούμενα.    

Πάντως, υπάρχουν και δρόμοι - έστω και μαιανδρικά χαραγμένοι - και πεζοδρόμια που αλλού είναι κάπως  φαρδυά και αλλού  στενά. Και βαδίζοντας επάνω στα πεζοδρόμια αυτά, βλέπω  κατά διαστήματα, καφενεία  παλιά και  αρχοντικά, αλλά  και καινούργια, μέσα  στα οποία κάθονται αναπαυτικά, κάποιοι  συμπολίτες μας, οι  περισσότεροι κάποιας  ηλικίας και μάλλον συνταξιούχοι. Και κάποιοι απ΄αυτούς, παίζουν τα επιτρεπόμενα από το νόμο καφενειακά παιχνίδια, όπως τάβλι, ξερή, κοντσίνα και άλλα παρόμοια. Οι άνθρωποι αυτοί δεν εργάζονται καθόλου, αυτό είναι ολοφάνερο. Και αυτή  η απραξία, αυτή η έλλειψη απασχόλησης, δεν φαίνεται να τους στεναχωρεί καθόλου, μάλιστα  συμβαίνει το αντίθετο, είναι φανερό ότι το διασκεδάζουν το πράγμα. Και γιατί  να μην το διασκεδάζουν ; Μιά ζωή εργαζόντουσαν, και τί κατάλαβαν  με τις  εργασίες  τους ; Κουράστηκαν  πολύ και χαϊρι  δεν είδαν  οι άνθρωποι, τώρα με την απλωμένη αρίδα τους, περνάνε πολύ καλύτερα.

Εκτός από τα καφενεία  παλαιού τύπου, υπάρχουν εδώ  και αρκετά χρόνια, και οι καφετέριες, που δεν διαθέτουν τα  « αθλητικά » παιχνίδια των καφενείων, αλλά που ενώ ξεκίνησαν - υποτίθεται - από  τον τύπο  της αμερικάνικης  καφετέριας, δεν  έχουν και πολλά  κοινά μ΄αυτήν, καθώς οι αμερικάνικες καφετέριες προσφέρουν και γεύματα - μάλλον τύπου « σνακ » - ενώ οι ελληνικές προσφέρουν  μόνο καφέ και διάφορα ποτά, αναψυκτικά και αλκοολούχα. Και ενώ τα καφενεία παλαιού  τύπου συχνάζονται  από ανθρώπους κάποιας ηλικίας, οι καφετέριες έχουν νεανική κατά  το πλείστον πελατεία. Αλλά είτε πρόκειται για καφενεία είτε για καφετέριες στις οποίες συχνάζουν αργόσχολοι και άνεργοι, γεγονός είναι ότι οι πελάτες των κέντρων αυτών, περνούν ευχάριστα  τις ώρες τους  παίζοντας  κάποιο παιχνίδι ή  απλώς κουβεντιάζον-τας περί ανέμων και υδάτων.

Σε όλη την  υπόλοιπη πόλη, οι άνθρωποι  εργάζονται πυρετωδώς, με προθυμία - σπανίως - ή και  χωρίς αυτήν, για να  κερδίσουν  τον επιούσιον, να  εξωφλήσουν  τα χρέη τους  προς τις τράπεζες, την εφορία, και ίσως και για  να αγοράσουν  και κάποιες μετοχές. Που ίσως να τους δώσουν μερικά κέρδη, και πιό πιθανόν, να τους  κάνουν να  « εγκλωβιστούν » σε χαμηλά επίπεδα τιμών και να μην μπορούν  να απεγκλωβιστούν  με καμμιά κυβέρνηση, « σοσιαλιστική »  ή συντηρητική. Εργάζονται  λοιπόν, θέλοντας και  μη θέλοντας, και όταν τους βλέπω, μου έρχονται στο νού οι στίχοι του παλιού εκείνου αρχοντορεμπέτικου :

                                  Ό λ η   μ έ ρ α   ε ρ γ α σ ί α,

κ ο ύ ρ α σ η   κ ι   ο ρ θ ο σ τ α σ ί α,

κ ι   α π ό   τ η   ζ έ σ τ η   ρ έ   ζ η μ ι ά,

ν α   σ ο ύ  ΄ρ χ ε τ α ι   λ ι π ο θ υ μ ι ά,  κ.λ.π.

Και κάθομαι και  σκέφτομαι. Γιατί ρε άνθρωπε να χρειάζεται να εργάζεσαι όλη μέρα με ή χωρίς  ορθοστασία, για να  αποχτήσεις  χρήματα, με τα  οποία θα καλύψεις ένα πλήθος από ανάγκες, που εσύ - αυτό το  « εσύ »  δεν έχει  προσωπικό  χαρακτήρα - που εσύ επαναλαμβάνω δημιούργησες ; Γιατί να είσαι υποχρεωμένος να ξυπνάς στις εξήμισυ το πρωϊ για να ξυριστείς - αν είσαι άντρας - ή να καλλωπιστείς - αν είσαι γυναίκα - να κάνεις και  τις άλλες προετοιμασίες, πρόγευμα κ.λ.π., να ξεκινήσεις από τα άγρια  χαράματα να πάς στη δουλειά σου, προσωπική  ή υπαλληλική, να κάθεσαι στη δουλειά σου  με τις ώρες που κυλούν  ατέλειωτες, σαν τις μέρες που κάνει  κανείς στη φυλακή  περιμένοντας να τελειώσουν γιά να βγή και να ξανάβρει την ελευθερία του ; Πώς έγινε και μπήκες και σύ - όχι προσωπικό επαναλαμβάνω, απλώς γενικό - μπήκες στο λούκι  και τραβάς το δρόμο σου σαν να είσαι μέσα σε ένα  κοπάδι προβάτων που ακολουθεί τον τσομπάνη του ;

Και τρέχει ο νούς μου προς τα περασμένα, και σκέφτομαι τους πρωτόγονους εκείνους προγόνους μας, αυτούς  που κατοικούσαν στα  σπήλαια και στις καλύβες που ήσαν φτιαγμένες με κλαδιά δέντρων, που ήσαν  ίσως και ανθρωποφάγοι. ( Για τους μη γνωρίζοντας, το ανθρώπινο κρέας είναι  καταπληκτικής  γεύσης, δεν  συγκρίνεται με κανένα άλλο, ίδίως όταν είναι καλοψημένο στη σούβλα ). Εκείνοι  λοιπόν οι πολύ  μακρυνοί  πρόγονοί μας, δεν  είχαν ανάγκη να εργάζονται με το τακτικό ωράριο που έχουν οι σημερινοί τους απόγονοι. Ηθελαν κρέας για το φαγητό τους ; Επαιρναν το  τόξο και τα βέλη  τους, και  ξαμολιόντουσαν στα πέριξ, κυνηγώντας ότι κινείται, και όταν έβρισκαν τη λεία τους, επέστρεφαν οίκαδε, παρέδιδαν το κρέας στις συζύγους που περίμεναν με ανυπομονησία αλλά και με πείνα να καταφθάσει  το φαγητό τους, να το ετοιμάσουν στο φούρνο τους ή  στη σχάρα ή  όπως αλλοιώς ήθελαν, να το πάρουν με τα χέρια - τα πηρούνια άργησαν πολύ να ανακαλυφθούν - και να καλμάρουν την πείνα όλων των μελών της οικογένειας. ( Πρέπει  να έχουμε υπ΄ όψιν, ότι  οικογένειες υπήρχαν και τότε, τώρα είναι που πάνε για διάλυση ).

Ολη αυτή η διαδικασία  που γινότανε με  σκοπό την προμήθεια τροφής, δεν είχε τίποτε το καταναγκαστικό, ήταν περισσότερο ένα « χόμπυ » παρά εργασία με την έννοια που της δίνου-με σήμερα. Ο υποτιθέμενος  « εργαζόμενος » για να εξασφαλίσει τον επιούσιον, περισσότερο έπαιζε ή διασκέδαζε παρά εργαζόταν, όχι βέβαια πάντοτε, υπήρχαν  και αντίξοες περιστάσεις, κυρίως λόγω  δυσμενών καιρικών συνθηκών. Τώρα, αν εκείνον  τον πρωτόγονο, τον φέρναμε με κάποιο μαγικό τρόπο στη σημερινή εποχή, και έβλεπε το πώς βγάζουν οι άνθρωποι τα χρήματα που χρειάζονται για  να αντιμετωπίσουν  τις βιοτικές ανάγκες τους, σίγουρα θα απορούσε βλέποντας να γίνεται τόσο μεγάλη φασαρία, για να μπορούν οι μεταγενέστεροί του να επιβιώσουν μέσα σε  έναν τέτοιο  κόσμο. Και βέβαια, θα το  έβαζε αμέσως στα πόδια για να επιστρέψει πίσω στην εποχή του, μη μπορώντας να αντέξει το απαράδεκτο αυτό θέαμα.

Ας καθήσουμε να σκεφτούμε τώρα, πόσοι από αυτούς που εργάζονται, κάμνουν την εργασία τους με ενθουσιασμό, με χαρά, με  αγάπη γι αυτό που  κάμνουν. Βέβαια, θα υπάρχουν και κάποιοι που θα εργάζονται χωρίς να νοιώθουν καμμιά καταπίεση, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε στο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των  εργαζόμενων, θεωρεί  τη δουλειά του λίγο ή πολύ σαν αγγαρεία. Μερικοί  θα προτιμούσαν να  κάνουν ένα άλλο επάγγελμα, άλλοι θα προτιμούσαν να είναι εισοδηματίες  που θα εισέπρατταν τα  αναγκαία προς το ζήν μέσω των εισοδημάτων τους. Αλλοι θα ήθελαν  να κάνουν τουρισμό, και  αρκετοί θα έμεναν  ευχαριστημένοι αν δεν έκαμναν τίποτε απολύτως, εκτός βέβαια από το να διασκεδάζουν.

Ετσι, θα πρέπει να σκεφτούμε αν η δουλειά είναι κάτι το φυσικό  στον άνθρωπο. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι, εσείς όμως μπορείτε να έχετε διαφορετική γνώμη και δεν σας αδικώ. Θα παραθέσω όμως  τα επιχειρήματά μου, με τα  οποία στηρίζω την άποψή μου. Ένα απ΄αυτά, είναι το γεγονός ότι όλοι - ή σχεδόν όλοι - δεν θέλουμε  να τελειώνουν οι θερινές διακοπές μας, οι μέρες της άδειάς  μας, δυσανασχετούμε  και με μόνη  τη σκέψη  ότι σε λίγες μέρες ή αύριο, πρέπει να επιστρέψουμε στην  εργασία μας. Ένα άλλο επιχείρημα  που θα παραθέσω, είναι το ότι περιμένουμε με ανυπομονησία την ώρα  που θα σταματήσει η  εργασία της ημέρας, για να του δίνουμε δρόμο. Θα μπορούσαν να  παρατεθούν και άλλα  επιχειρήματα, αλλά προς το παρόν μου τέλειωσαν. Θα προσθέσω μόνο, ότι η λέξη  « δουλειά », δεν είναι τίποτε άλλο από τη « δουλεία », μόνο  μιά αλλαγή  τονισμού  υπάρχει στη  νεοελληνική  γλώσσα. Μ΄ άλλα λόγια, στα ελληνικά τουλάχιστον, το να  εργάζεσαι σημαίνει ότι είσαι δούλος, μάλιστα αυτό συμβαίνει. Βέβαια, αυτό το  βλέπουμε στην ελληνική  γλώσσα, δεν ξέρω αν σε καμμιά άλλη γλώσσα θα μπορούσε να υπάρχει μιά τέτοια ταύτιση εννοιών.   

Ο γνωστός Γάλλος  ευθυμογράφος και θεατρικός συγγραφέας των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, ο Τριστάν Μπερνάρ, είχε κάποτε γράψει τα εξής  για την εργασία. ( Παραθέτω τη σκέψη  του, όχι τα λόγια του  με την ακριβή τους σειρά, δεν μπορώ  να τα θυμάμαι ύστερα από  δεκαετίες ). Είπε λοιπόν - και  μάλλον  θα το επανελάμβανε αυτό συχνά - ο Μπερνάρ : « Mπορούμε να  πηγαίνουμε στο  θέατρο  να  δούμε μιά  παράσταση, αλλά  κανένας δεν μας  πληρώνει για να  πάμε. Μπορούμε  να πάμε ταξείδι  για τουρισμό, αλλά κανένας δεν μας πληρώνει γι αυτό. Μπορούμε  να πάμε σε μιά ταβέρνα  για να διασκεδάσουμε, αλλά  κανένας δεν μας πληρώνει  γι αυτό. Αλλά για  να μας  υποχρεώσουν  να εργαστούμε, αναγκάζονται να μας πληρώνουν, είναι  το μόνο πράγμα για το  οποίο είναι υποχρεωμένοι να δώσουν χρήματα, γιατί κανένας δεν θα εργαζότανε αν δεν τον αποζημίωναν με χρήμα ».   

Αυτά έλεγε ο Γάλλος ευθυμογράφος, και  αν το σκεφτούμε  καλά, μάλλον θα τον δικαιώσουμε. Αλλά, ας  ακούσουμε και μιά  άλλη γνώμη, που  την διατύπωσε ένας αμερικανός συγγραφέας που το  όνομά του δεν το θυμάμαι. Είπε λοιπόν  ο άνθρωπος αυτός  κάμνοντας χιούμορ : « Οι πίθηκοι θα μπορούσαν  να μάθουν  γράμματα αλλά δεν το κάνουν, γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι τότε θα τους βάλουν να  εργαστούν ». Ισως οι  πίθηκοι να είναι πιό ενημερωμένοι σχετικά με το τι σημαίνει  « εργασία », μπορεί να είναι και έτσι.

 

Εδώ θα κάνω μιά παρατήρηση. Οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι ποιητές, οι συγγραφείς και με-ρικοί άλλοι  που έχουν πάθος μ΄ αυτό που κάμνουν  και δεν το θεωρούν  αγγαρεία, δεν πρέπει να θεωρούνται  σαν αληθινοί  εργαζόμενοι, το  « χόμπυ »  τους κάνουν  οι άνθρωποι, κανένας δεν τους υποχρεώνει να το κάνουν, και δεν τους κουράζει ποτέ να  « εργάζονται » γι αυτόν το σκοπό. Αλλά αυτοί είναι λίγοι σε σχέση με τους πολλούς, έτσι δεν είναι ;

 

Α Ν Π Τ Ω Χ Ε Υ Σ Ε Ι Η Ε Λ Λ Α Δ Α

           Α  Ν     Π  Τ  Ω  Χ  Ε  Υ  Σ  Ε  Ι     Η     Ε Λ  Λ  Α  Δ  Α

Αντίγραφο άρθρου του οικονομολόγου και  δημοσιογράφου Γιάννη Μαρίνου, σαν απάντηση ερωτήματος μιάς αναγνώστριας της εφημερίδας.

Η αναγνώστριά μου ιατρός κυρία Ελευθερία Αραμπατζή, μου ζητά να εξηγήσω μέσω της στήλης, τι σημαίνει « πτώχευση » του κράτους, και τί επιπτώσεις θα έχει στους Ελληνες πολίτες. Θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ με τις γνώσεις που έχω, και με τον κοινό νού που νομίζω ότι διαθέτω.

Πτώχευση  σημαίνει παύση  πληρωμών. Δηλαδή, όταν  ένας  έμπορος, π.χ. πνιγμένος από τα χρέη και μη έχοντας έσοδα επαρκή για να τα εξωφλήσει, δηλώνει το περίφημο « ουκ αν λάβοις παρά  του μη έχοντος », σταματάει  να πληρώνει  την Τράπεζα, την Εφορία, τους προμη-θευτές του, την  ΔΕΗ, τον  ΟΤΕ, τα  κοινόχρηστα, τον  δήμο, τους  υπάλλήλους, τους πάντες. Και αυτό που ακολουθεί, είναι να δευσμευτεί η περιουσία του, και οι πιστωτές του να αναλάβουν να τη μοιράσουν κατά τις απαιτήσεις τους, ενώ εκείνος,απογυμνωμένος από το έχει του, κηρύσσεται πτωχός, και αν έχει κάνει δολία πτώχευση, οδηγείται στον Κορυδαλλό.

Πτώχευση ενός  κράτους, σημαίνει κάτι  ανάλογο. Καθώς τα  χρέη που συσσωρεύει, φθάνουν σε ύψη που δεν μπορούν να εξωφληθούν, μιάς και δεν βρίσκει έσοδα και δανεικά για να καλύψει τις υποχρεώσεις  του, δηλώνει  αδυναμία  εξώφλησης. Και  ως προς τις  υποχρεώσεις του κράτους  προς το  εσωτερικό, μπορεί  ευκολώτερα  να πεί - και το έχει πεί μερικές φορές : « Αγαπητοί Ελληνες πολίτες, δεν  έχω να σας πληρώσω  τα κρατικά ομόλογα ή τις καταθέσεις σας στις κρατικές Τράπεζες, γι αυτό ξεχάστε τα - ή στην  καλύτερη περίπτωση, πάρτε αυτά τα χαρτιά που με δεσμεύουν να σας εξασφαλίσω κάποτε στο μέλλον, αν βρεθούν λεφτά ».Οι παλαιότεροι, θυμούνται  ότι το κράτος  μας, ευθύς μετά  τη γερμανοϊταλική κατοχή,  « έσβησε » τα χρέη του προς  τους Ελληνες καταθέτες, και μέσα σε μιά στιγμή τα κρατικά ομόλογα, ακόμα και τα χαρτονομίσματα, έγιναν κουρελόχαρτα χωρίς καμμιά αξία.

Οι οφειλές όμως προς τους ξένους, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Σ΄αυτούς δεν μπορούμε να πούμε : « Δεν έχω λεφτά, και ξέχνα όσα σου χρωστάω ». Γιατί απλούστατα, τα χρέη μας στο εξωτερικό είναι προς Τράπεζες ή άλλα κράτη, που είναι οικονομικώς ισχυρότερα, και τα οποία μπορούν να μας εξαναγκάσουν να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας.

Οι Νεοέλληνες, έχουν πεισθεί από κάποιους ανεύθυνους πολιτικούς τους, ότι μπορούν να ζουν με δανεικά απ΄ το εξωτερικό. Και  όταν οι πολιτικοί  υπόσχονται νέες  παροχές, και τους ρωτάς  « από πού  θα τα βρείτε ; », απαντούν  με την ανευθυνότητα των νεαρών γλεντοκόπων που ξοδεύουν στα ξενυχτάδικα τα λεφτά των μπαμπάδων τους :  « Θα δανειστούμε ». Και μου θυμίζουν το ανέκδοτο εκείνου του αθεράπευτα αισιόδοξου, που  πέφτοντας από τον εκατοστό όροφο ενός  ουρανοξύστη, και  φθάνοντας  στο ύψος  του πρώτου  ορόφου, λέει με αμεριμνησία : « Ως  εδώ, καλά τα  πήγαμε ». Όταν  η Ελλάδα  φθάσει στα  πρόθυρα της  πτώχευσης, το πρώτο που θα αντιμετωπίσει, θα είναι η διακοπή του  δανεισμού της από κάθε  ξένη Τράπεζα. Και η διακοπή  πέφτει με  το μαχαίρι. Τι σημαίνει  αυτό ; Μα, καταστροφή, αφού τα πάντα τα προμηθευόμαστε  από το εξωτερικό. ( Από μηχανήματα, αυτοκίνητα, βενζίνη και ουϊσκι, ως ρούχα, φάρμακα, ποδοσφαιριστές, μπασκεμπωλίστες,προπονητές και τηλεοπτικά προγράμματα, για να αναφερθώ στα καθ΄ ημάς, και συνεπώς  για να τα  αγοράσουμε, έχουμε ανάγκη από το συνάλλαγμα που μας δίνουν οι ξένοι ).

Μέσα σε μιά μέρα, μπορούμε με την παύση πληρωμών, να καταντήσουμε χειρότεροι από την Αλβανία ή την Κούβα. Και τότε, μία λύση μόνο απομένει : Να προσφύγουμε στο διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και να του ζητήσουμε να  εγγυηθεί τον δανεισμό μας από το εξωτερικό. Και αυτό, για να  συγκατανεύσει, θα  ζητήσει εύλογα  να δέσουμε το ζωνάρι μας, να πάψουμε να σπαταλούμε  αυτά που δεν έχουμε  και δανειζόμαστε, να εργαστούμε περισσότερο και χωρίς απαιτήσεις, να  μειώσουμε δραστικά  την κατανάλωσή μας. Και  να αρχίσουμε να πληρώνουμε πρώτα τους ξένους δανειστές μας. Και τότε θα καταλάβουμε αυτό που σήμερα ανευθύνως λέμε : Αποφασίζουν  για μάς, τα ξένα κέντρα αποφάσεων. Και τότε θα καταλαβουμε επίσης, τι  θα πεί  λιτότητα. Όταν δεν  θα έχουμε  ούτε βενζίνη για  να κινήσουμε  το αυτοκίνητό μας, ούτε λεφτά για  να πάμε στις  χασαποταβέρνες και στα ξενυχτάδικα, και όταν θα μας φύγουν οι  Πάσπαλιε, Μπέρι, Βολκόφ  και Τάρπλεϋ, γιατί  δεν θα έχουμε  δολλάρια για να τους πληρώνουμε.

Θα διερωτηθείτε ίσως : « Και καλά, γιατί  να υποστούμε  εμείς οι απλοί πολίτες, τις συνέπειες της άφρονος οικονομικής πολιτικής εκείνων που μας κυβερνούνε ; Δεν  θα έπρεπε αυτοί που με τη  συμπεριφορά τους, μας  οδήγησαν στην  πτώχευση, να έχουν την τύχη του πτωχεύσαντος εμπόρου που δολίως χρεοκόπησε, δηλαδή να περάσουν  τον  βίο τους  στον Κορυδαλλό ; ». Η απάντηση είναι « όχι ». Διότι στις δημοκρατίες, αυτοί που κυβερνούν, εκλέγονται από το λαό.  Οι  ενήλικοι  ψηφοφόροι, έχουν τη  στοιχειώδη  κρίση για να κατανοούν, ότι αυτό που δεν μπορούν ατιμώρητα  να κάμνουν στην  ιδιωτική τους ζωή, ( δηλαδή  να ξοδεύουν περισσότερα  από όσα  ε σ ο δ ε ύ ο υ ν, και να  δανείζονται ποσά  που δεν μπορούν να εξωφλήσουν ), δεν νοείται να επιτρέπουν να το κάμνουν οι κυβερνώντες που οι ίδιοι εκλέγουν. Ακριβώς γι αυτό και εκείνοι που πληρώνουν την πτώχευση, δεν  είναι οι ανίκανοι ή  ανεύθυνοι κυβερνώντες, αλλά εκείνοι που τους εκλέγουν. Αφού εν γνώσει τους, τους δίνουν την εντολή να διαχειριστούν τα κοινά με την ανεθυνότητα που χαρακτηρίζει όσους τρώνε  από τα έτοιμα και τα δανεικά κι αγύριστα, και δεν στρώνουν  τον πωπό τους  να δημιουργήσουν  εθνικό πλούτο, που είναι ο μόνος ο οποίος μπορεί να μας εξασφαλίσει γνήσια και σταθερή ευημερία,και πλήρη ανεξαρτησία από τα ξένα κέντρα αποφάσεων, και από τις ανάλγητες ξένες Τράπεζες.

( Επειδή το εθνικό μας χρέος, συμποσούται στο ασήμαντο ποσό των σαρανταδύο τρισεκατομμυρίων δραχμών ή εκατόν είκοσι  περίπου  δισεκατομμυρίων  δολλαρίων, έκρινα σκόπιμο να αντιγράψω - χωρίς δυστυχώς την άδεια του δημοσιογράφου, είναι παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας - το άρθρο  αυτό του πολύ γνωστού  Γιάννη Μαρίνου, που διακρίνεται για την απλότητα και σαφήνεια των απόψεών του ).

 

Η Α Ξ Ι Α Τ Ω Ν Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ω Ν

         H     A   Ξ   Ι   Α     Τ  Ω  Ν     Π   Ρ   Α   Γ   Μ   Α   Τ   Ω   Ν

      Εχουμε ένα σπίτι με καλή επίπλωση, έστω κι αν δεν είναι της τελευταίας μόδας, έχουμε αγοράσει τα έπιπλα αυτά πριν από δυό τρεις  δεκαετίες. Βέβαια, θα θέλαμε  κάποια καινούργια που να είναι πιό  « μοντέρνας » τεχνολογίας και καλλιτεχνικής  εμφάνισης, βαρεθήκαμε να τα βλέπουμε στην θέση τους επί τόσο πολλά χρόνια. Σαλόνι, τραπεζαρία, βιβλιοθήκη, κρεββάτια και λοιπά, καλό  θα ήταν  να αλλαχτούν. Το πρόβλημα θα  μπορούσε  να λυθεί πανεύκολα, αν δεν σκόνταφτε σε  κάποιο ασήμαντο  ζήτημα, τα φράγκα ( ή  μάλλον τα Ευρώ, να μην ξεχνιόμαστε, η δραχμή θα αναχωρήσει σε ένα ταξείδι χωρίς επιστροφή, έτσι μας λένε, αλλά ποτέ μη λες  « ποτέ  », ίσως μας ξαναγυρίσει κάποτε στο μακρυνό μέλλον ).

Εχουμε λοιπόν αυτό το σπίτι  που το αγοράσαμε  με χίλιες δυσκολίες, και το επιπλώσαμε με λιγότερες. Αλλά δεν το  εκτιμάμε όσο πρέπει, βλέπουμε και τη βίλλα που έχτισε ο τάδε μεγαλοεπιχειρηματίας της  πόλης μας, και το  δικό μας δείχνει πολύ  φτωχικό. Κρίμα  που δεν έχουμε την ευχέρεια να χτίσουμε  κι εμείς μιά τέτοια  βίλλα, μας  λείπουν βλέπετε τα αναγκαία χρήματα, αλλοιώς θα σας λέγαμε. Αλλά μίαν  ωραίαν πρωϊαν - που δεν  είναι καθόλου ωραία, αυτό είναι κάτι  παραπάνω από βέβαιο - η γή αρχίζει να κουνιέται άσχημα, τα κτίρια πηγαινοέρχονται πάνω στα θεμέλιά τους, μερικά  πέφτουν και σωριάζονται  καταγής, πολλά άλλα πα-θαίνουν μεγάλες ή  σημαντικές ζημιές. Και ιδού, βρεθήκαμε  στο δρόμο, βλέπουμε απ΄έξω το σπίτι μας που το  « σνομπάραμε » τα τελευταία  χρόνια, και δεν  τολμούμε να μπούμε μέσα. Ο μηχανικός  που ήλθε, έβαλε  ένα σημάδι  κόκκινο, αυτό  σημαίνει ότι  πρέπει να  το κατεδαφίσουν, δεν μπορεί πιά να επισκευαστεί. Και θα πρέπει να χτιστεί στη θέση του ένα καινούργιο. Και για να χτιστεί απ΄ την αρχή, και να είναι πιό  μοντέρνας τεχνολογίας, χρειάζονται τα πολλά χρήματα που λέγαμε και που δεν τα έχουμε, πρέπει να πάρουμε δάνειο απ΄την Τράπεζα, κι όπως έχουμε πεί άλλη φορά, μακρυά απ΄τις Τράπεζες, μην  μπαίνετε ποτέ σ΄αυτές, παρά μόνο αν πρόκειται να  τις ληστέψετε. Λοιπόν, δεν μας  άρεσε το σπίτι και δεν  το εκτιμούσαμε όταν το  είχαμε, τώρα  το έχουμε  σε μεγάλη  εκτίμηση, αλλά είναι  αργά πιά για  εκτιμήσεις, αυτές πρέπει να τις νοιώθει  κανείς όταν το έχει, όχι όταν το χάσει.

Το αντρόγυνο έχει προστριβές  τον τελευταίο καιρό. Μικροκαυγαδάκια χωρίς σημαντικές αιτίες, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, ανάμεσα σε δυό ανθρώπους που  κατοικουν κάτω απ΄ την ίδια στέγη, έχουν κοινά - και ίσως συχνά και κάπως σημαντικά - προβλήματα, οικονομικά και άλλα. Αλλά υπάρχει  και ο εγωϊσμός, αν δεν κάνει  ο ένας απ΄ τους δυό, κάποιο  βήμα επανασυγκόλλησης της σχέσης - σε  βάρος του εγωϊσμού του βέβαια - η σχέση όχι μόνο δεν αποκαθίσταται, αλλά δημιουργείται  ψυχρότητα που το αποτέλεσμά  της είναι σχεδόν εκ των προτέρων  καθορισμένο :  Δρόμος  προς τα δικηγορικά  γραφεία, έχουμε  τονίσει και σε  άλλη περίπτωση ότι και οι δικηγόροι  πρέπει να ζήσουν, έχουν κάνει πολυετείς σπουδές, έδωσαν εξετάσεις για να πάρουν το πτυχίο  τους, έκαναν  « άσκησιν παρά  δικηγόρω », ξανά εξετάσεις, και τέλος άνοιξαν το γραφείο τους. Υστερα απ΄ όλα αυτά, καιρός να εργαστούν, και ανάμεσα στις εργασίες τους, είναι και η προώθηση διαδικασιών για λύση γάμων, τί να κάνουν οι άνθρωποι, αφού οι σύζυγοι θέλουν να χωρίσουν τα τσανάκια τους ; Καλά κάνουν, γι αυτό είμαστε και εμείς, για να εξασφαλίσουμε το διαζύγιο - που έχει ορισμένες διαδικασίες νομικές -και να βγάλουμε και λίγο ή κάμποσο παραδάκι.

Το ζευγάρι - που είχε δώσει όρκο αιώνιας αγάπης - έχει χωρίσει, και ο καθένας τους ψάχνει να βρεί  καινούργιο  σύντροφο, δεν πήραν το μάθημα που  έπρεπε, θέλουν  να δοκιμάσουν ξανά την τύχη τους. Και βρίσκουν  την εναλλακτική  λύση, ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος από αντρες και γυναίκες, όρεξη να έχεις και θα βρείς αυτό που θέλεις, το μοναστήρι  να ΄ναι καλά, και θα ΄βρεις άλλες δέκα, έτσι έλεγε το λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του εξήντα.

Αλλά τα πράγματα είναι πολύ φυσικό ότι μπορεί να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, με ανθρώπους εχουμε να  κάνουμε, με  ανθρώπους που  έχουν προτερήματα  αλλά και ελαττώματα, ανάμεσα στα οποία και  ο εγωϊσμός, αυτός ήταν  άλλωστε και η αιτία που βγήκε και το διαζύγιο για το οποίο έγινε ήδη λόγος.

Λέτε το πάθημα να γίνει μάθημα, στην δεύτερη απόπειρα ; Ισως ναι, ίσως όχι. Αν η εμπειρία που αποκομίζουμε από τα λάθη μας, βοηθούν στο να μην τα επαναλάβουμε,τότε τα πράγματα μάλλον θα πάνε καλά. Αν αντίθετα, ο χαρακτήρας μας είναι τέτοιος που δεν παίρνει μαθήματα, όλη η  υπόθεση θα πάει  στο βρόντο, αυτή  είναι η φυσική  συνέπεια. Κι αν δεν πετύχουν οι δυό που έχουν χωρίσει και ξαναδοκιμάσει, και βρούν μάλιστα  ότι η δεύτερη επιλογή τους ήταν χειρότερη απ΄ την πρώτη, τότε μπορούν να εκτιμήσουν την προηγούμενη κατάσταση - που την χάλασαν επειδή την βρήκαν ανυπόφορη - σαν πολύ καλύτερη, προτιμώτερο ήταν να μέναμε στα  πρώτα. Αλλά είναι πιά  αργά για μετάνοια, το γυαλί  έσπασε και δεν ξανακολλά. Τα είχαμε και τα χάσαμε, αυτό είναι όλο, τώρα καταλαβαίνουμε ότι είχαμε κάτι καλό, αλλά δεν το εκτιμήσαμε όταν έπρεπε.

Εργάζεσαι αγαπητέ  αναγνώστη σε μιά ιδιωτική επιχείρηση, και ο μισθός σου είναι σχετικά ικανοποιητικός, λαμβανομένης  μάλιστα υπ΄ όψιν και της δύσκολης  κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι  επιχειρήσεις λόγω του ανταγωνισμού, θεμιτού και  κάποτε και αθέμιτου. Αλλά δεν είσαι και πολύ ικανοποιημένος, ούτε με το είδος της δουλειάς σου, ούτε - πολύ λιγότερο - με τις χρηματικές  απολαυές σου. Η ζωή  κατάντησε πανάκριβη - ή μήπως  βάλαμε και μεις το χεράκι μας ώστε να γίνει πανάκριβη ; -και παραπονιέσαι ότι δύσκολα τα φέρνεις πέρα. Δεν είσαι λοιπόν και πολύ  ευχαριστημένος μ΄ αυτή την  κατάσταση, αλλοιώς θα προτιμούσες να ήσαν τα πράγματα, τόσο κόπο κάνεις  στην εργασία σου κι όμως δεν έχεις τον μισθό που  θα έ-πρεπε να παίρνεις βάσει των προσόντων σου και της απόδοσής σου.

Αλλά μίαν ωραίαν  πρωϊαν - που κι αυτή τη  φορά δεν είναι  καθόλου ωραία  - σε καλεί ο προϊστάμενός σου ή ο εργοδότης σου, και σου ανακοινώνει ότι λόγω της δυσκολίας που αντιμετωπίζει η  επιχείρηση, εξ αιτίας του  σκληρού ανταγωνισμού και της κρίσης που περνά η αγορά και άλλων τέτοιων  παραγόντων, η επιχείρηση αναγκάζεται - προς μεγάλη της λύπη - να προβεί σε μείωση του προσωπικού  της. Και μέσα στον  καταλογο των υπό απόλυσιν, βρίσκεται δυστυχώς και το δικό σου όνομα. Πρέπει  να φύγεις, θα πάρεις τη  σημαντική αποζημίωσή σου, και ύστερα θα πρέπει να  ψάξεις για άλλη δουλειά, δεν ξέρεις πόσο λυπάται η διεύθυνση που είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε σ΄αυτή την  ενέργεια, αλλά βλέπεις, δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.       

Τι να κάνεις - δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά -παίρνεις τα μπογαλάκια σου και φεύγεις. Τώρα σκέφτεσαι αλλοιώς. « Βρε τι καλά ήμουνα σ΄αυτή τη δουλειά, δεν έπρεπε να παραπονιέμαι, εδώ  υπάρχει μεγάλη  ανεργία, είναι  καιρός να  καθόμαστε  και να λέμε  τέτοια πράγματα ; ». Ισως έλεγες πρωτύτερα  « Απ΄την αναβροχιά, καλό και το χαλάζι », ή το άλλο « Απ΄ τ΄ ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα ». Αλλά δεν  ήταν η αναβροχιά, δεν  ήταν η Παναγιώταινα, ήταν μιά αρκετά καλή  δουλειά, που όμως δεν την  εκτιμούσες όσο θα έπρεπε, τώρα που σε απέλυσαν, βλέπεις τί είχες και τί έχασες. Και άντε δρόμο να βρείς μιάν άλλη δουλειά. 

Είναι καλά ο άνθρωπος στην υγεία του, δεν έχει καμμιά ενόχληση σε τίποτε. Πίνει το κρασάκι του, καπνίζει και μερικά τσιγάρα - όχι πολλά, ένα πακέτο ημερησίως - και όλα πάνε φίνα και ωραία. Αυτό πάει  εδώ και πολλά χρόνια, καλά είμαστε, το ίδιο ποθούμε και δι΄ εσάς. Αλλά τί καταλαβαίνεις όταν έχεις  καλή την υγεία σου ; Μάλλον τίποτε, φυσιολογικό είναι να είσαι καλά, γιατί να αρρωστήσεις ; Ούτε προς  στιγμή δεν σου  περνά απ΄ το νού, ότι αυτή είναι μιά προσωρινή  κατάσταση, μιά ασταθής  κατά κάποιο λόγο  ισορροπία, που μπορεί να διαταραχτεί από κάποιον απρόβλεπτο παράγοντα.

Αλλά, αυτός ο απρόβλεπτος παράγοντας εμφανίζεται μιά μέρα απροβλέπτως. Και ιδού, έχεις ένα πρόβλημα υγείας, μικρό ή  μεγάλο. Όλα ήσαν  καλά, και τίποτε δεν έδειχνε ότι θα χαλούσαν. Και ενώ ο άνθρωπος δεν είχε χαρά μεγάλη που ήταν καλά στην υγεία του και δεν πανηγύριζε κατά κάποιο τρόπο για το γεγονός αυτό, να  τώρα, που καταλαβαίνει ότι του χάλασε ένα από τα πιό σημαντικά του πράγματα, μάλλον αυτό που για όλο τον κόσμο θεωρείται το ύψιστο αγαθό. ( Εξαιρούνται ελάχιστες μειοψηφίες, στις  οποίες, άλλα είναι  τα πιό σημαντικά, δεν θα αναφερθούμε τώρα σ΄αυτά ).

Λοιπόν, και εδώ  συμβαίνει το  ίδιο όπως και  στα προηγούμενα. Υπήρχε  άριστη ή καλή υγεία, αλλά αυτό το θεωρούσε φυσιολογικό, συνεπώς  δεν έδινε και  μεγάλη σημασία σ΄αυτό. Τώρα όμως, τα πράγματα  δυσκόλεψαν πάρα πολύ, η  κατάσταση είναι  μάλλον σοβαρή. Ισως χρειαστεί και καμμιά εγχείρηση, δεν  του περνούσε  ποτέ απ΄ το μυαλό ότι  μπορούσαν να έλθουν έτσι τα πράγματα, αυτά συμβαίνουν στους άλλους, όχι σε μας, έτσι δεν είναι ;

Πάνε δεκατρία χρόνια απ΄ το βράδυ εκείνο  του Οκτωβρίου  του 1987. Πριν λίγες βδομάδες - πρόκειται για προσωπική υπόθεση του γράφοντος αυτή - είχα αποσυρθεί απ΄το επάγγελμα, φτάνει πιά τόσα  χρόνια στην πρώτη  γραμμή του πυρός, καιρός  να ξεκουραστούμε τώρα, να απλώσουμε την αρίδα μας, να ξαπλάρουμε. Και το βράδυ εκείνο, έχω ένα ραντεβού στο οποίο έχω κάπως  αργήσει. Κατεβαίνω λοιπόν με φούρια τη σκάλα, αλλά πάνω στη στροφή, απογειώνομαι, πηδώ πέντε έξι σκαλοπάτια, και νά ΄σου ο καλός σου, προσγειωμένος στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου με σπάσμένο το αριστερό του πόδι στο χειρότερο σημείο.

Καλείται αμέσως ασθενοφόρο, και δρόμο για το νοσοκομείο. Όσο το τραύμα ήταν ζεστό, πόνος δεν υπήρχε, μόλις  κρύωσε, σφοδρός  πόνος και  αβάσταχτος  έκανε  την παρουσία του. Εγχείριση πρέπει να γίνει, αλλά δεν μπορεί να στηθεί  χειρουργειο ούτε  την ώρα εκείνη, ούτε αύριο πρωϊ, είναι  προγραμματισμένες  άλλες  επεμβάσεις, και δεν  χωρά στο  πρόγραμμα. Θα πάει για  μεθαύριο. Αλλά ο  πόνος είναι  ανυπόφορος, για  δες σε τί  μέρος βρήκα  να τσακίσω την κεφαλή του  μηριαίου, ακριβώς  στον αυχένα, να  δούμε αν θα πετύχει η εγχείριση. Με τα λίγα και με τα πολλά, φτάνει και η ώρα της  επέμβασης. Όλα πάνε καλά, όμως πριν δυό μέρες ήσαν άριστα, δεν  είχα καμμιά  σκέψη ότι μπορεί να πάθω  κάτι τέτοιο ή  κάτι άλλο παρόμοιο. Ετσι είναι τα πράγματα, όσα  δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η ώρα, έτσι λέει η παροιμία. Αλλά, δες αγαπητέ  αναγνώστη, ήθελα  να ξεκουραστώ, ήθελα  να απλώσω την αρίδα μου, και ιδού που  « ξεκουράστηκα » για καλά επί  επτά μήνες, χώρια και οι δυό εγχειρήσεις, για να μάθεις και σύ να  μην λες μεγάλα  λόγια. Και  με την ευκαιρία, θέλω  να αναφέρω, ότι οι γιατροί του Ορθοπεδικού τμήματος του δικού μας Νοσοκομείου, είναι πρώτης  τάξεως  παιδιά, χώρια που είναι και εξαίρετοι επιστήμονες. Αν συμβεί και σπάσετε κανένα πόδι ή χέρι - πράγμα που απεύχομαι εκ  βάθους καρδίας - να είστε  βέβαιοι ότι θα σας βοηθήσουν μ΄ όλη τους την καρδιά.

Βλέπουμε λοιπόν  από τα λίγα αυτά  παραδείγματα, ότι συνήθως  δεν εκτιμούμε όσο πρέπει - ή και καθόλου - αυτό  που έχουμε. Το εκτιμούμε βαθύτατα όταν το χάσουμε, δηλαδή μετά την εορτήν, αν και δεν πρόκειται καθόλου περί εορτής, είναι απλώς σχήμα λόγου.

 

 

M I A I Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η Η Μ Ε Ρ Ο Μ Η Ν Ι Α

       M  I  A     I  Σ  T  O  Ρ  I  K  H     Η  Μ  Ε  Ρ  Ο  Μ  Η  Ν  Ι  Α  

Δεν πρόκειται για την εικοστή πέμπτη του Μαρτίου, επίσημη μέρα της κήρυξης της επανάστασης του 1821 - η ανεπίσημη έναρξη της επανάστασης, είχε γίνει ως γνωστόν δυό μέρες νωρίτερα, όταν οι Μανιάτες κατέλαβαν την Καλαμάτα. Ούτε για την εικοστή όγδοη του Οκτωβρίου, επέτειο του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Αλλά δεν πρόκειται ούτε για την πρώτη του Ιουλίου, τη μέρα της  απελευθέρωσης της Δράμας. Ακομα, δεν πρόκειται για την 4η Ιουλίου, την εθνική γιορτή των Ενωμένων  Πολιτειών. Ούτε  για την 14η του Ιουλίου, ημέρα της Γαλλικής επανάστασης, τότε που καταλήφθηκε η Βαστίλλη, και είπαν  οι επαναστάτες ότι απελευθέρωσαν ένα σωρό πολιτικούς κρατούμενους, ενώ είχαν βρεθεί μέσα στη Βαστίλλη, μόνο επτά ανθρωποι, οι έξι φυλακισμένοι για παραβάσεις του κοινού ποινικού δικαίου, ο έβδομος ψυχοπαθής. Δεν πρόκειται για καμμιά  από αυτές τις ιστορικές ημερομηνίες, ούτε για άλλες παρόμοιες άλλων χωρών, που ούτε τις ξέρουμε, ούτε μας  ενδιαφέρουν. Πρόκειται για  την όγδοη του  Ιουνίου του τρέχοντος έτους, του 2000 μ.Χ. γι αυτήν πρόκειται.

Και τί λοιπόν έγινε αυτή τη μέρα, ποιό  κοσμοϊστορικό γεγονός  και σε ποιό μέρος έλαβε  αυτό χώραν. Και πώς δεν το πήραμε χαμπάρι αυτό το γεγονός, μήπως έγινε σε κάποια μακρυνή χώρα ; Μήπως έγινε κάπου  ένα μεγάλο επαναστατικό κίνημα ; Μήπως ανακαλύφθηκε κανένα σπουδαίο φάρμακο που θα θεραπεύσει ανίατες ασθένειες, μιά μεγάλη ανακάλυψη της επιστήμης ; Μήπως μας επισκέφθηκαν εξωγήϊνα όντα και μας έφεραν τις σπουδαίες επιστημονικές γνώσεις τους ; Οχι, τίποτε από  όλα αυτά και από πολλά  άλλα που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί αυτή τη μέρα.

Και ιδού περί τίνος πρόκειται. ( Δεν πρέπει να κάνεις τον αναγνώστη σου να αδημονεί, άλλωστε μπορεί να βαρεθεί τις μακροσκελείς  εισαγωγές, και να παρατήσει αγανακτισμένος την ανάγνωση  των κειμένων  σου ). Κάθε  μέρα, ή τουλάχιστον  πολύ συχνά, ακούμε  στα δελτία των ειδήσεων, ότι  στην τάδε Τράπεζα έγινε ληστεία από έναν ή δύο και  σπανίως τρεις « τραπεζοληστές », που  υπό την απειλή περιστρόφων, άρπαξαν  τέσσερα ή πέντε ή περισσότερα εκατομμύρια, και επιβάντες  μοτοσυκλέττας μεγάλου ή  μικρότερου κυβισμού, εξαφανίστηκαν στα γύρω στενά, ενώ οι  αστυνομικοι τούς ψάχνουν  επί ώρες, αλλά  - ως συνήθως - δεν κατάφέρνουν να τους βρούν. Καθότι οι άνθρωποι που κάμνουν τις ληστείες αυτές, ενεργούν βάσει συγκεκριμένου σχεδίου που προβλέπει και τον τρόπο διαφυγής τους, ενώ οι αστυνομικοί -που δεν ξέρουν  τίποτε  απ΄ το σχέδιο αυτό - άδικα  τρέχουν στα  πέριξ της Τράπεζας. Οι αξιότιμοι ληστές έχουν γίνει λαγοί, και όσο κι αν τους κυνηγούν, αυτοί έχουν γίνει άφαντοι.   

Οι ιστορίες αυτές των ληστειών, έχουν γίνει τόσο  συνηθισμένες, τόσο καθημερινές, ώστε δεν δίνει κανένας ιδιαίτερη σημασία στην  αναγγελία τους, εκτός  κι αν πέσουν και τίποτε πυροβολισμοί, ή όπως έγινε προχθές, όταν σκόνταψε στο πεζοδρόμιο μοναχικός ληστής, και έσπευσαν παρατυχόντες ή  κάποιος φύλακας της Τράπεζας, και ο ληστής συνελήφθη αδόξως. Όταν ένα γεγονός γίνεται πολύ συχνά, παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον, όπως λέμε δεν  « πουλάει » πιά.

Οι ληστείες των Τραπεζών δεν γίνονται  ως γνωστόν μόνο στα δυό μεγάλα  κέντρα της χώρας, πάρα πολλές Τράπεζες  επαρχιακών  πολέων - ακόμα και πολύ μικρών - έχουν  γίνει επανειλημμένως  στόχος των  λεγόμενων  « αδίστακτων »  ληστών. ( Μεταξύ  μας, αυτός ο χαρακτηρισμός τους  ως  « αδίστακτων », μου  φαίνεται τελείως  άστοχος, μου φαίνεται ότι γίνεται μάλλον για λόγους εντυπωσιασμού των ακροατών. Δεν είναι δά και  τόσο  ριψοκίνδυνη ενέργεια το να  ληστέψεις μιά  Τράπεζα, το  άντίθετο θα  έλεγα  μάλιστα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να διστάζει  κανείς να προβεί σ΄ αυτήν την πράξη. Είναι κάτι το  πολύ εύκολο να μπουκάρεις σε οποιαδήποτε Τράπεζα, και να αναχωρήσεις  αποκομίζοντας  και κάποια λεία, μικρή η μεγάλη ).

Αλλά μεγάλο ήταν το μαράζι που είχα όλο αυτό τον καιρό που γινόντουσαν και εξακολουθούν να γίνονται αυτές οι  ληστείες. Κανένας από τους λαμπρούς αυτούς ανθρώπους, δεν είχε καταδεχτεί ποτέ να « επισκεφθεί » κάποια από τις Τράπεζες  της πόλης μας. Το πράγμα το θεωρούσα σχεδόν προσβλητικό, να ληστεύουν ένα σωρό επαρχιακές Τράπεζες, αλλά να  « σνομπάρουν »  κατά τρόπο  μάλλον  περιφρονητικό, τα  ευαγή αυτά  ιδρύματα  που διαθέτει και η δική μας πόλη, που μάλιστα χαρακτηρίζεται στις προεκλογικές  συγκεντρώσεις σαν  « ιστορική », ενώ ο λαός της πόλης παίρνει από τους  αρχηγούς των  κομμάτων - κατά  τις προεκλογι κές ομιλίες τους - τον χαρακτηρισμό του  « ηρωϊκού ». ( Αυτό το « ηρωϊκέ λαέ της Δράμας », που λέγεται και σε όλες τις πόλεις τις οποίες επισκέπτονται οι πολιτικοί αρχηγοί, δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω, τί το ηρωϊκό έχουν οι κάτοικοι των πόλεων άραγε ; ).

Λοιπόν, το παράπονό  μου ήταν, ότι καμμιά εισβολή  σε τοπικό υποκατάστημα Τράπεζας, δεν είχε  αποτολμηθεί ποτέ  μέχρι τώρα. Αλλά  πάντα περίμενα  ότι κάποια μέρα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί  επί τέλους και  εδώ, αυτό που γινόταν συνεχώς και αδιαλείπτως σε άλλα μέρη της χώρας. Και ιδού, έφτασε  κι αυτή η μέρα, και  αξιώθηκε και η Δράμα να συμπεριληφθεί στο λαμπρό κατάλογο των πόλεων που είχαν να επιδείξουν μιά τέτοια ένδοξη σελίδα στη μακραίωνη ιστορία τους. Και αυτή η λαμπρή σελίδα, γράφτηκε  την ιστορική ημερομηνία της όγδoης του Ιουνίου του σωτήριου έτους 2.000 μ.Χ.

Ξημέρωσε λοιπόν η ημέρα εκείνη, κατά την οποία το όνειρό μου θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Ηταν ένα γλυκό  πρωϊνό του Ιουνίου, όχι  πολύ ζεστό, όπως  συμβαίνει άλλωστε  συνήθως  τις πρώτες μέρες  του μήνα  αυτού. Θα ήταν περίπου η ώρα  έντεκα παρά τέταρτο, συγκρατείστε και την ιστορική αυτή ώρα, που θα την αναφέρουν με υπερηφάνεια οι μελλοντικές γενιές των Δραμινών. Τίποτε δεν προεδίκαζε το  εξαιρετικό γεγονός  που επρόκειτο  να λάβει χώραν μέσα σε ελάχιστα  λεπτά. Η κίνηση  στην οδό  Εθνικής Άμυνας, στο  ύψος του Δημοτικού κήπου, ήταν αρκετά μεγάλη εκείνη την ώρα, όσο και να πείς, κέντρο της πόλης είναι, δεν μπορεί να μην έχει κάποια  σημαντική  κίνηση. Μάλιστα, την  ώρα εκείνη - έτσι λένε οι πληροφορίες μου - γινόταν και μιά πολιτική συγκέντρωση, ακριβώς στο χώρο του Δημοτικού κήπου.

Λοιπόν,ακριβώς απέναντι από τον Δημοτικό κήπο, βρίσκεται το υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας, αυτής δηλαδή  που δίνει δάνεια στους αγρότες για να αναπτύξουν τις γεωργικές καλλιέργειές  τους. Την ώρα που προαναφέρθηκε, έντεκα παρά τέταρτο, ένας κύριος μπήκε στην Τράπεζα. Ηταν καλοντυμένος, και φορούσε ένα καπέλλο του  οποίου το μπορ έκρυβε ένα μεγάλο μέρος του προσώπου του, πράγμα  που δεν έχει  και τόση  σημασία, και ο γράφων φορά κάποτε το καπέλλο του με τον ίδιο τρόπο, ιδίως όταν έχει κόντρα τον ήλιο.

Ο κύριος αυτός, προχώρησε  με σταθερό βήμα  προς το ταμείο  της Τράπεζας, έβγαλε ένα περίστροφο, το έδειξε  στην ταμία, και της είπε με ήρεμη και χαμηλή φωνή - τόσο χαμηλή, ώστε κανένας άλλος δεν την άκουσε - να του δώσει έξι  εκατομμύρια δραχμές. ( Προς το παρόν οι ληστές  θα ζητούν δραχμές, αλλά μετά από ένα  χρόνο, θα ζητούν  Ευρώ, αυτό το ξέρετε ήδη ). Η ταμίας ήταν πανικόβλητη - και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί, μιά ληστεία ήταν και τίποτε παραπάνω, έπρεπε μάλιστα να αισθάνεται ενθουσιασμένη - και του έβαλε στην τσάντα όλο το ποσόν που είχε διαθέσιμο εκείνη τη  στιγμή, που αργότερα  διαπιστώθηκε ότι ήταν περισσότερο από τα  έξι εκατομμύρια που  της είχε ζητήσει  ο ευγενής άγνωστος με το μισοσκεπασμένο  πρόσωπο, ήταν  περίπου οκτώ  εκατομμύρια. Ο ληστής  δεν κάθησε  να μετρήσει τα χρήματα, αν τα μετρούσε ίσως να επέστρεφε τα παραπάνω δυό εκατομμυρια, δεν είχε ζητήσει αυτό το ποσόν. Αλλά όπως είναι φυσικό, κανένας ληστής δεν  κάθεται μπροστά στο ταμείο να μετρήσει αυτά που  του δίνουν, δεν θα ήταν καθόλου λογικό αυτό και θα δημιουργούσε μεγάλη  καθυστέρηση και  διαμαρτυρίες από  μέρους των  πελατών της  Τράπεζας  που περίμεναν στην ουρά.

Όπως αναφέρθηκε, κανένας δεν αντιλήφθηκε τίποτε από τα διαδραματισθεντα, ούτε και ο διευθυντής του  Υποκαταστήματος, αλλά  ούτε και κάποιος  από τους πελάτες  που ίσως βρισκόντουσαν εκείνη την  ώρα στην Τράπεζα, ούτε  και κανείς άλλος  υπάλληλος. Ετσι, ο κύριος με το καπέλλο προχώρησε το ίδιο ήρεμα προς την έξοδο όπως είχε έλθει, και βγήκε στο πεζοδρόμιο. Δεν τον περίμενε  εκεί καμμιά μοτοσυκλέττα μεγάλου ή μικρού κυβισμόυ, ούτε αυτοκίνητο, έτσι λένε οι πληροφορίες  που μου έδωσαν. Και  όπως φαίνεται, έφυγε αξιοπρεπώς με τα πόδια, χωρίς  να εξαφανιστεί  δρομαίως στα γύρω  στενά, επωφελούμενος  μάλλον από την  πολιτική  συγκέντρωση  που γινόταν  στο Δημοτικό  κήπο. Η  εικόνα του  αγνώστου βρέθηκε βιντεοσκοπημένη  από την  κάμερα που διαθέτει το Υποκατάστημα της Τράπεζας, αλλά λόγω του  χαμηλωμένου μπορ του καπέλλου, δεν διακρίνονται τα χαρακτηριστικά  του προσώπου του.

Υστερα από όλα αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που ελαβαν χώραν στην πόλη μας, νομίζω ότι θα πρέπει  να τιμάται αυτή η μέρα κάθε χρόνο, πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην ιστορία της πόλης μας. Και προτείνω, να  εορτάζεται η όγδοη  του Ιουνίου, με παρελάσεις στρατού και σχολείων, και άλλων ειδών εκδηλώσεις. Δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε να ξεχαστεί η ημέρα αυτή επ΄ουδενί λόγω, θα ήταν σχεδόν μιά πράξη εθνικής προδοσίας.

 

 

ΕΝ ΤΗ ΠΑΛΑΜΗ, ΚΑΙ ΟΥΤΩ ΧΕΙΡΟΥΡΓΗΣΩΜΕΝ

                    E N    T H    Π Α Λ Α Μ Η,   Κ Α Ι    Ο Υ Τ Ω                                    Χ Ε Ι Ρ Ο Υ Ρ Γ Η Σ Ω Μ Ε Ν            

Τα παλιά χρόνια, τότε που  οι άνθρωποι  είχαν περιωρισμένες ανάγκες και δεν έτρεχαν τόσο πολύ πίσω από το χρήμα, τότε που δεν υπήρχε το σημερινό άγχος κι ο ανταγωνισμός, η πάλη της επικράτησης απέναντι των αντιπάλων σου, και οι καθημερινές  πιέσεις που σου΄ρχονται από πολλές μεριές και δεν ξέρεις πώς να τα βγάλεις πέρα μ΄ όλα αυτά, την παλιά εκείνη εποχή - που βεβαια δεν  ήταν καθόλου ειδυλλιακή, ας μη λέμε ψέμματα, ο  πολύς κόσμος ήταν στερημένος από πολλά, ακόμα κι από τα στοιχειώδη - λοιπόν, υπήρχαν και τότε γιατροί, αυτοί οι άνθρωποι στους οποίους  πηγαίνεις όταν  αρρωσταίνεις και ζητάς τη βοήθειά τους. Οι γιατροί των όχι  μακρυνών  εκείνων  εποχών, ήσαν αυτό  που λέμε  « οικογενειακοί γιατροί », που παρακολούθούσαν την  κατάσταση της υγείας  όλων των μελών της οικογένειας, απ΄τους μικρούς - όπου δεν υπήρχαν παιδίατροι -μέχρι τους μεγάλους.

Η ιατρική την εποχή εκείνη, λίγα  πράγματα μπορούσε  να προσφέρει  στους ανθρώπους, Πριν από εβδομήντα  χρόνια, δεν  υπήρχε κανένα  χημειοθεραπευτικό  φάρμακο εκτός από τη Σαλβαρσάνη και την εξελιγμένη μορφή της, την Νεοσαλβαρσάνη, φάρμακα που εχρησιμοποιούντο στη  θεραπεία  της συφιλίδας, της μάστιγας - μαζύ με τη φυματίωση και την ελονοσία - των παλιών εποχών. Από αντιβιοτικά, τίποτε απολύτως. Όταν δεν  έχει ο γιατρός τα κατάλληλα μέσα για να  αντιμετωπίσει τις  λοιμώδεις  ασθένειες, τότε, το μόνο που μπορεί να προσφέρει, είναι η θεραπεία των  παθήσεων που δεν  προκαλούνται από ιούς ή μικρόβια. Άντε να κάνει κάποια  θεραπεία  για το  έλκος του  στομάχου, να κάνει  και καμμιά  εγχείριση, από αυτές που μπορούσαν να  γίνουν την εποχή εκείνη. Ετσι ήταν λοιπόν η κατάσταση. Κάποιο φώς φάνηκε στον ορίζοντα στις αρχές της δεκαετίας του 1930, με  την ανακάλυψη  στη Γερμανία της Ερυθράς Προντοζίλης, του πρώτου δηλαδή  αντιμικροβιακού χημειοθεραπευτικού φαρμάκου, της πρώτης σουλφοναμίδης. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια, για να μπή σε εφαρμογή η πρώτη αντιβιοτική ουσία, η πενικιλλίνη.

Γιατροί υπήρχαν  από χιλιάδες  χρόνια πριν, άλλοι  σπουδαίοι - ας μην  ξεχνάμε τον Ιπποκράτη και  τον Γαληνό - άλλοι  μέτριοι  και άλλοι  σκάρτοι, κομπογιαννίτες. Και υπήρχαν και γιατροί που εκμεταλλευόντουσαν  τους ασθενείς  τους, δεν πρέπει να  κρύβουμε  την αλήθεια. Πιστεύω όμως, ότι  οι περισσότεροι  γιατροί ήσαν έντιμοι και αποφεύγανε κάθε μορφής εκμετάλλευση των  ανθρώπων που καταφεύγανε σ΄αυτούς. Οι ανέντιμοι ήσαν  μειοψηφία, αυτό μπορούν να το βεβαιώσουν στοιχεία που έχουν καταγραφεί τις παλιές εκείνες εποχές.

Πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε να χαλάει το πράγμα. Και άρχισε να χαλάει από μέρους  των ασθενών, όχι  των γιατρών, και μιλάμε  μόνο για την  Ελλάδα, και μάλιστα μόνο για την πρωτεύουσα. Όταν κάποιος πήγαινε από την επαρχία, από κάποιο χωριό συνήθως, σε κάποιο Νοσοκομείο, οι συγγενείς του αρρώστου, νομίζοντας  ότι οι  « πρωτευουσιάνοι » γιατροί δεν  θα έδιναν και πολλή  σημασία στον άνθρωπό  τους, έκριναν  πολλές φορές ότι έπρεπε να πηγαίνουν στον αρμόδιο γιατρό  κάποιο δώρο, το  « πεσκέσι » όπως  το λέγανε. Τι ήταν αυτό το πεσκέσι ; Ενας τενεκές ελαιόλαδο, ένας τενεκές τυρί, και κάποια τέτοια σχετικά  « δώρα ». Η πράξη  αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σαν  δωροδοκία, ούτε σαν « φακελλάκι », αυτό  είναι και ηλίου  φαεινότερο. Ο γιατρός  μπορεί να δεχόταν αυτό το μάλλον ασήμαντο δωράκι, κυρίως  για να μην προσβάλει με την άρνησή του τον συγγενή του αρρώστου, ή για να τον καθησυχάσει  ότι ο άνθρωπός του  θα είχε την κατάλληλη φροντίδα από τον ίδιο  και  το  νοσηλευτικό  προσωπικό, αυτό  ήταν το νόημα  των  πραγμάτων. Πάντως, τα μικρά αυτά  « δωράκια », δεν πρέπει  να θεωρηθούν ότι αποτελέσανε τον πρόδρομο των όσων έμελλαν να γίνουν σε κάποιες πολύ κατοπινές εποχές.

Και οι κατοπινές αυτές εποχές έφτασαν τη  δεκαετία του 1970, όταν  άρχισαν να γίνονται χειρουργικές επεμβάσεις ανοιχτής  καρδιάς, τόσο στην Θεσσαλονίκη, όσο - και μάλλον αργότερα, αν δεν κάνω  λάθος - και στην  Αθήνα. Ησαν τα  γνωστότατα τα  τελευταία χρόνια σε όλους  σχεδόν  B y p a  s  s. ( Ας  το γράψουμε  και με Ελληνικά  γράμματα  Μ π α ϋ π ά ς ). Οι  γιατροί που έκαμναν αυτές  και άλλες επεμβάσεις  ανοιχτής καρδιάς, ήσαν  ελάχιστοι στη χώρα, και μόνο στις δυό μεγάλες πόλεις. Και αμέσως, έστησαν τα κυκλώματά τους. Ηταν η ομάδα που έπαιρνε μέρος στην εγχείριση, ο κυρίως χειρουργός, ο βοηθός του, ο αναισθησιολόγος και ίσως κάποια βοηθητικά μέλη της ομάδας.

Πήγαινε ο ασθενής να υποβληθεί στην επέμβαση. Ο κατάλληλος « γραμματέας » και ταυτόχρονα « ταμίας »  της ομάδας, του έλεγε :  « Ξέρετε ότι  δεν έχετε κανονικά σειρά να μπήτε στο χειρουργείο, προηγούνται πριν  από σας, ογδόντα έξι  άλλοι  υποψήφιοι για την επέμβαση αυτή. Πρέπει  να περιμένετε λοιπόν  τη σειρά σας ». « Και πότε  θα έλθει η σειρά μου ; », ρωτούσε ο άρρωστος. « Ε, τουλάχιστον οκτώ με δέκα μήνες, δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα ».

Τώρα, όταν ο άνθρωπος φοβάται για την υγεία και τη ζωή  του, ακούει αυτά  τα λόγια και καταλαμβάνεται από φόβο, από πανικό. Να πάει πουθενά αλλού, δεν  μπορεί. Τι να κάνει λοιπόν ; Καταφεύγει σε  πλάγια μέσα. « Μα δεν  μπορεί να γίνει  τίποτε ; Είμαι σε  πολύ άσχημη κατάσταση, δεν θα μπορέσω ν΄αντέξω τόση καθυστέρηση ». « Μάλιστα, κάτι μπορεί να γίνει, αλλά ξέρετε, για να  ξεπεράσουμε όλη αυτή τη σειρά  των υποψήφιων για  το χειρουργείο, θα πρέπει να κάνετε  και σεις μιά αβαρία. Πρέπει να βάλετε κάποιο χρηματικό ποσό για την ομάδα, ξέρετε ότι κάμνουν χατήρι με το να ξεπερνούν άλλους αρρώστους, κι αυτό δεν είναι νόμιμο ».

« Και πόσο θα στοιχίσει αυτή η παράκαμψη, παρακαλώ ; ». Ο γραμματέας - ταμίας της ομάδας, σκέπτεται εμβριθώς, σημειώνει  κάτι στα χαρτιά που έχει μπροστά του, και δηλώνει απεριφράστως : « Ολο το  ποσό που θα  απαιτηθεί, είναι μόλις  δυό εκατομμύρια δραχμές, αυτό είναι όλο, μήπως σας φαίνεται υπερβολικό ; ( Το ποσό αυτό ήταν βέβαια αρκετά μικρότερο εκείνη την εποχή, εδώ έχει  μεταφερθεί  σε σημερινό χρήμα, έγινε δηλαδή αποπληθωριστική επεξεργασία ).

Το ποσό είναι αρκετά μεγάλο, έτσι δεν είναι ; Ισως ο άνθρωπός μας να μην έχει πρόχειρο αυτό το ποσό. Αλλά κάτι  θα γίνει, θα πουλήσει  εκείνο το χωραφάκι αν δεν μπορέσει να συμπληρώσει το ποσό με δανεικά  από τους φίλους  ή τους συγγενείς. Τέλοσπάντων κάτι θα γίνει και θα προχωρήσει  το ζήτημα. « Εν τάξει, θα  βρεθεί το  ποσό που μου  ζητάτε. Λοιπόν, ποιά μέρα θα γίνει η  εγχείριση ; » « Σε δυό μέρες από σήμερα, μεθαύριο, θα εισαχθείτε στο Νοσοκομείο και μετά από δυό - τρεις μέρες θα μπήτε στο χειρουργείο, σύμφωνοι ; »

Φτάσαμε λοιπόν στη συμφωνία. Η ομάδα θα βρίσκεται παρούσα και με πλήρη παράταξη την κανονισμένη μέρα. Πριν γίνει η εισαγωγή στο χειρουργείο, θα  « πέσει » το παραδάκι, δεν γίνεται διαφορετικά, πρέπει να τηρούνται οι κανονισμοί. Βέβαια, οι γιατροί είναι κρατικοί και η μισθοδοσία τους  γίνεται απ΄το Κρατικό ταμείο, δηλαδή από τους  ανθρώπους του λαού, δηλαδή κι από τον ίδιο τον μέλλοντα να χειρουργηθεί. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να πάρουν καμμιά έξτρα αμοιβή, αυτό το απαγορεύει ο νόμος. Αλλά τι να γίνει, να πάει και να τους καταδώσει στην αστυνομία ή στον εισαγγελέα ; Ετσι όμως  δεν θα γίνει η εγχείριση, και υπάρχει μέγας κίνδυνος να  μετακομίσει ο άνθρωπός μας στας αιωνίους μονάς. Ετσι, πείθεται να προχωρήσει το πράγμα, εδώ ανάγκα και θεοί πείθονται, δεν θα πεισθεί ο ανθρωπάκος μας ;

Ετσι ξεκίνησαν τα πράγματα, από τις επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς. Για πολύ καιρό, δεν ακούγαμε για πρόσθετες  « επιβαρύνσεις » για άλλα πράγματα ιατρικής - δηλαδή χειρουργικής φύσεως, όλη η ιστορία  αφορούσε μόνο τις  καρδιοχειρουργικές  επεμβάσεις και τίποτε άλλο.

Πέρασαν μερικά χρόνια έτσι. Αλλά τα μεγάλα κέρδη των καρδιοχειρουργών - που στο μεταξύ είχαν γίνει περισσότεροι  με την άφιξη  και άλλων απ΄την Αμερική - προκάλεσαν τη ζήλεια και το  φθόνο και άλλων μεγαλοχειρουργών - πάντα μιλάμε για τα μεγάλα κέντρα, όπου ασκούν το  επάγγελμα  οι  « διασημότητες » της  ιατρικής. Που βέβαια δεν  πηγαίνουν να μείνουν σε μικρές πόλεις, εκεί που έχουν ευρύτατο  πεδίο δράσης είναι  τα κεντρα, όπου μάλιστα βρίσκονται  και τα  Πανεπιστημια  αλλά και οι  μεγάλες  νοσοκομειακές  μονάδες. Στις οποίες συρρέουν άρρωστοι από όλη τη χώρα, αυτοί που έχουν τα σοβαρά προβλήματα, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στα επαρχιακά νοσοκομεία.

Λοιπόν, φτάσαμε και στην εποχή, κατά την οποία, και για  μικρότερες χειρουργικές επεμβάσεις, χρειάστηκε να δίνεται  και το σχετικό  « φακελλάκι », πολύ  μικρότερο βέβαια απ΄ ότι στις μεγάλες καρδιοχειρουργικές  επεμβάσεις - άλλα τα μάτια του λαγού, κι άλλα της κουκουβάγιας - και αυτό  από ορισμένους  μόνο  « μεγαλογιατρούς », και  απαιτούμενο συνήθως από επαρχιώτες που ήσαν ακατατόπιστοι ως προς τα τεκταινόμενα στα μεγάλα κέντρα.

Αυτά όλα βέβαια, εν κρυπτώ και παραβύστω. Αλλά πριν από, μερικές εβδομάδες, έσκασε το κανόνι σε ένα  νοσοκομείο του  Πειραιά. Μαιευτήρας - γυναικολόγος, του οποίου το μικρό όνομα θυμίζει ήρωα της  αρχαίας Ελληνικής  μυθολογίας - όνομα και  μη χωριό - ζητούσε για κάθε γυναικολογική χειρουργική επέμβαση, το μάλλον μικρό ποσό των  τριακοσίων χιλιάδων δραχμών, κάπου  εννιακόσια Ευρώ δηλαδή, αστείο μάλλον ποσό. Αλλά, φασούλι το φασούλι, γεμίζει το  σακκούλι, έτσι  δεν είναι ; Ομως μιά κακοήθης ασθενής που επρόκειτο  να την χειρουργήσει, το  έβαλε αμέτι  μουχαμέτι να τον  « καρφώσει », γιατί  δηλαδή, για  κορόϊδα μας περνά αυτός  ο τύπος ; Και τον κατέδωσε  η εν λόγω ασθενής. Του έδωσε  τα εννιακόσια  Ευρώ, σημαδεμένα εκ των  προτέρων απ΄ την αστυνομία, και να΄τος  στη φάκα  ο ποντικός. Και βέβαια, ο  ποντικός αρνήθηκε  ότι έφαγε  το τυρί, αλλά  η αστυνομία που  είχε τοποθετήσει το τυρί η ίδια, είχε άλλη γνώμη. Και τον παρέπεμψε στον εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Και ίδωμεν την εξέλιξη της υπόθεσης.

Τώρα, θα τεθεί το εύλογο ερώτημα : Γιατί φτάσαμε εμείς οι Ελληνες - πρώτοι μεταξύ πρώτων - να απαιτούμε από τους  φουκαράδες τους ασθενείς να μας ακουμπάνε το φακελλάκι, για να τους  προσφέρουμε  τη βοήθειά μας ; Γιατί να  βάζουμε και σε  κίνδυνο ακόμα  τη ζωή των ανθρώπων που ζητούν  τη συνδρομή μας, αν δεν  έχουν το παραδάκι να μας το προσφέρουν εκόντες άκοντες για να  γίνει η δουλειά τους ; Γι αυτό το  λόγο πήγανε στην  Ιατρική σχολή, με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν στις σπουδές τους ; Για να καταδυναστεύουν τον κοσμάκη - μιλάμε κυρίως για τους φτωχούς, τους χαμηλών εισοδημάτων ανθρώπους, αλλά και της μέτριας οικονομικής κατάστασης, που είναι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ;

Είναι ολοφάνερο. Ολοι το καταλαβαίνουν. Ο άνθρωπος αυτός - φυσικά δεν είναι η πλειοψηφία των γιατρών, είναι μιά  μειοψηφία - είναι  ο κυνηγός του  χρήματος, όπως πάρα πολλοί άλλοι στην εποχή μας. Κυνηγός  χρήματος, όπως  ήσαν οι πάλαι  ποτέ χρυσοθήρες. Είναι ένας μοντέρνος χρυσοθήρας, με τη  διαφορά, ότι οι παλιοί  εκείνοι χρυσοθήρες, δεν εκμεταλλεύονταν άλλους για να βγάλουν το χρυσάφι απ΄τη γή ή το ποτάμι. Με χίλια δυό βάσανα, με στερήσεις πολύ μεγάλες το έβγαζαν, όχι στην πλάτη άλλων.