Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Δ Α Ν Ε Ι Κ Α Κ Α Ι Α Γ Υ Ρ Ι Σ Τ Α

Ολοι μας σε κάποια περίσταση, έχουμε αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν « δημόσιο έλλειμα », με μιά μικρή παραλλαγή : Ότι αντί για « δημόσιο », έχουμε « ιδιωτικό έλλειμα ». Μ΄άλλα λογια, βλέπουμε ότι σε μια έκτακτη ανάγκη μας, αδυνατούμε να καλύψουμε τις οικονομικές υποχρεώσεις μας, και τότε αναζητούμε λύση σ΄αυτό που και το επίσημο κράτος κάμνει : Στο δανεισμό.
Εύκολο είναι να το λές, όμως το πράγμα πολύ συχνά σκοντάφτει σε δυσκολίες, μερικές φορές ανυπέρβλητες. Στην αρχή τίθεται το εύλογο ερώτημα : Σε ποιά πηγή δανεισμού μπορώ να καταφύγω, τέτοια που να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες μου. Αν έχει δηλαδή να μου δώσει τα αιτούμενα. Το αν έχει, δεν μπορώ να το ξέρω, γνωρίζω ότι έχει οικονομική επιφάνεια αρκετή, αλλα το ζήτημα είναι αν έχει πρόχειρο ρευστό, δεν ωφελεί αν έχει κτήματα πολλά ή αν είναι εργοστασιάρχης ή μεγαλέμπορος.Το ζήτημα είναι αν και ο ίδιος δεν έχει κάποια στενότητα χρήματος αυτή τη στιγμή, αν ήταν για την άλλη βδομάδα θα κολυμπούσε στο χρήμα και θα μου έδινε παν το αιτηθέν.
Σημασία έχει και το ποσόν το οποίο μου λείπει αυτή τη στιγμή, όσο μικρότερο είναι, τόσο ευκολώτερα θα βρεθεί, αυτό είναι και ηλίου φαεινότερον. Αν χρειάζομαι ένα μεγάλο ποσό, οι πιθανότητες μικραίνουν, αυτό είναι απόλυτα κατανοητό. Και εδώ, η οικονομική δυνατότητα της πηγής έχει μεγάλη σημασία, αν πρόκειται για λιγα εκατοστάρικα - χιλιάδες δραχμές εννοώ, όχι Ευρώ - θα βρώ ίσως αρκετούς να μου τα δανείσουν. Αν όμως πρόκειται για λίγα έστω
εκατομμύρια, πιθανόν η υπόθεση να προσκρούσει σε εμπόδια. Φυσικά, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να προσφύγω σε περισσότερες της μιάς πηγές για να καλύψω το ποσόν, αν και θα προτιμούσα να μην τρέχω από τον ένα στον άλλο και να υποχρεώνομαι σε πολλούς, αυτό είναι μάλλον δυσάρεστο.
Πριν από όλα αυτά, υπάρχει μιά προϋπόθεση εκ των ών ουκ άνευ. ( Ξέρετε βέβαια τί σημαίνει αυτή η φράση, δε χρειάζεται να την ερμηνεύσω, Ελληνες είμαστε και ελληνικά ξέρουμε. Τώρα, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε και έναν διεθνή όρο, αυτός θα είναι ο λατινικός s i n e q u a n o n ). Κι αυτή η προϋπόθεση είναι να είμαι αξιόπιστο πρόσωπο, πέραν πάσης αμφιβολίας, θα συμφωνήσετε σ΄ αυτό. Κανένας δε δανείζει σε κάποιον που θεωρείται από όλους αφερέγγυος, έτσι δεν είναι ; Και για να είσαι άτομο φερέγγυο, θα πρέπει να έχεις δώσει πολυετείς εξετάσεις σε έναν ορισμένο κύκλο γνωστών και φίλων και να έχεις αποχτήσει την εμπιστοσύνη τους, κι ακόμα, να έχεις και την έξωθεν καλήν μαρτυρίαν, κι αυτά τα πράγματα δεν βρίσκονται πολύ εύκολα στον σημερινό κόσμο. Και προσοχή : Οχι σε Τράπεζα, αυτό θα ήταν ολέθριο σφάλμα. Το γιατί, το ξέρουν όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ.
Ξεκινάς λοιπόν και βαδίζεις με ταπεινοφροσύνη και κάποιο φόβο στην καρδιά. Πρώτα θα πάς σε έναν καλό φίλο που σε ξέρει απ΄τα παλιά, σε έχει δοκιμάσει και άλλοτε, και έχει διαπιστώσει ότι έχεις όλα τα εχέγγυα, γιά να σε διευκολύνει στη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι. ( Σύσταση : Αποφεύγετε αν σας είναι δυνατόν τους συγγενείς, δεν είναι πολύ φρόνιμο να καταφεύγετε σ΄αυτούς, εκτός αν πρόκειται για αδελφούς με τους οποίους τα πάτε καλά και δεν θα σας αφήσουν στα κρύα του λουτρού ).
Πηγαίνεις λοιπόν στο φίλο σου που σε ξέρει απ΄την καλή κι απ΄την ανάποδη,και του λές : « Αγαπητέ μου φίλε, έχω αυτή τη στιγμή να σου αναφέρω την δυσάρεστη είδηση ότι μου λείπει το τάδε χρηματικό ποσό, του οποίου έχω άμεση ανάγκη, και επειδή κι άλλες φορές μου έκανες τη χάρη να με βγάλεις από δύσκολες καταστάσεις, πιστεύω ότι - αν έχεις βέβαια τη δυνατότητα - θα με στηρίξεις κι αυτή τη φορά.» Αυτά θα του πείς. Υπάρχει κι άλλος τρόπος, αν έχεις πιό στενή σχέση με τον άνθρωπό αυτό.Tου λές χωρίς πολλές τσιριμόνιες :« Κύττα, μπορείς να μου δώσεις ένα ποσό που το χρειάζομαι ; ». Αυτά με αρκετό φιλικό « θράσος ». Ισως κάτι ανάλογο δηλαδή μ΄εκείνο το πιό θρασύ που έλεγε στα τέλη του δέκατου ένατου και τις αρχές του εικοστού αιώνα ο Σακκουλές, ο τύπος εκείνος της Αθήνας, στους συμπολίτες του : « Ρε σύ, μου δίνεις μιά δεκάρα ; ». Κι αν του την έδινες, την έπαιρνε και έφευγε. Αν όμως του έβγαζες κανέναν δεκάρικο, όπως « ρε σύ, δε ντρέπεσαι να ζητιανεύεις, νέος άνθρωπος, γιατί δεν πάς να δουλέψεις πουθενά ; », τότε απαντούσε « Ρε σύ, μιά δεκάρα σου ζήτησα μόνο, και μου βγάζεις ολόκληρο λόγο ; ». Και κατόπιν - σαν σε επωδό - έλεγε σε επήκοον και άλλων : « Φτού σας.
Εκατό χιλιάδες Αθηναίοι, δεν μπορείτε να θρέψετε έναν τεμπέλη ! »
Εδώ βέβαια, δεν πηγαίνεις σαν τεμπέλης να ζητήσεις ελεημοσύνη, πάς για λίγα ή περισσότερα δανεικά, τα οποία θα επιστρέψεις εν ευθέτω καιρώ, αυτό να εννοείται. Αλλά φαίνεται ότι δεν σκέπτονται όλοι σαν και σένα. Λένε : Δεν πάω να ζητήσω τίποτε δανεικα΄απ΄τον τάδε ; Ολο και κάτι θα μου δώσει. Τώρα, αν τα ξαναδεί, να μου το τηλεγραφήσετε γιά να το μάθω κι εγώ ».
Οι άνθρωποι αυτοί υπάρχουν, έχω ιδίαν εμπειρίαν επ΄αυτού. Δεν ζητούν ποτέ κάποιο ποσό, μικροπράγματα μόνο, έτσι ώστε αν δεν τα γυρίσει πίσω - που δεν τα γυρίζει βέβαια -να μην προκαλεί την απόρριψη, αλλά ούτε και τη στεναχώρια της χασούρας. Είναι οι γνωστοί και μη εξαιρεταίοι « σελέμηδες » ή « τρακαδόροι », πάντοτε υπήρχαν αυτοί, και πάντα θα υπάρχουν. Κατά κάποιον τρόπο, δεν διαφέρουν και πολύ απ΄ τον Σακκουλέ, μόνο που εκείνος ζητούσε μόνο μιά δεκάρα, και μιά δεκάρα δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο, έπαιρνες μισή οκά ντομάτες, κατά πώς το έλεγε το ρεφραίν του πασίγνωστου τραγουδιού : « Kόκκινες καλές ντομάτες, δυό δεκάρες την οκά ». Ενώ ο τρακαδόρος ή σελέμης, σου ζητά περισσότερα από το ποσόν που αγοράζει τις λίγες αυτές ντομάτες.
Πριν προχωρήσουμε σε κάποια σχόλια επί του θέματος, ας δούμε την ετυμολογία των λέξεων « σελέμης » και « τρακαδόρος », έτσι για να ξέρουμε από πού προήλθαν αυτοί οι ορισ-μοί. Λοιπόν, το « σελέμης », είναι από το τουρκικό s e l e m, που δηλώνει τον άνθρωπο που ζεί σε βάρος των άλλων, το παράσιτο της κοινωνίας. Υπάρχει και το επίθετο « σελέμικο » και το ρήμα « σελεμίζω » ή « σελεμιάζω ». Το « τρακαδόρος », προέρχεται από το ιταλικό ρήμα a t t a c c a r e, που έχει διάφορες σημασίες. α) Επικολλώ, συνάπτω, ενώνω, συνδέω και τα παρεμφερή. β) Μεταδίδω ( ασθένεια ). γ) Επιτίθεμαι. δ) Πιάνομαι, κρατιέμαι. ε) Αρχίζω. στ) Αφοσιώνομαι και ζ) Συγκρούομαι, τσακώνομαι. Στην τελευταία έννοια, οι Ελληνες πρόσθεσαν - από το τρακάρω - και την έννοια του τρακάρω κάποιον και του ζητώ δανεικά κι αγύριστα.
Απαραίτητα προσόντα για έναν συστηματικό και επιτυχημένο τρακαδόρο, είναι η αναίδεια, το θράσος, η ξετσιπωσιά, η έλλειψη κάθε αυτοσεβασμού προς το άτομό του και η παντελής έλλειψη ντροπής. Όταν κάποιος διαθέτει αυτά τα θαυμαστά προσόντα, τότε μπορεί να αισιοδοξεί ότι μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλης φήμης, διασημότητας και ονόματος τρακαδόρο ή σελέμη, να είναι σίγουρος ότι θα τα πετύχει όλα αυτά, Περίπτωση αποτυχίας δεν υπάρχει.
Στον όρο « σελέμης », θυμάμαι ότι στα παλιά χρόνια, εδίδετο το νόημα του ανθρώπου που ζητούσε απλώς τσιγάρα από το διπλανό του, έστω κι αν αυτός του ήταν τελείως άγνωστος. Η έννοια του παράσιτου σε όλη του την έκταση, δεν νομίζω να υπήρχε σ΄αυτόν τον ορισμό, ίσως όμως και να κάνω λάθος. Πάντως, ο σελέμης πρόφταινε να άρπάξει πρώτος τσιγάρο, πριν ο κάτοχος του πακέτου προλάβει να πάρει ο ίδιος, τόσο γρήγοροι ήσαν οι σελέμηδες.
Είπαμε για τους σελέμηδες και τρακαδόρους ανθρώπους. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και ολόκληρες χώρες σελέμηδες και τρακαδόρες. Θα πάρουμε σαν παράδειγμα τη δική μας χώρα, αυτό είναι το πρέπον, πρώτα τα του οίκου σου και ύστερα τα των άλλων. Λοιπόν, δυό δάνεια έκλεισε η πρώτη και προσωρινή ελληνική κυβέρνηση στον επαναστατικό αγώνα κατά της Τουρκίας το 1821 Και τα δυό τα πήρε από τους επιχειρηματίες του λονδρέζικου Σίτυ, και νομίζω ότι επρόκειτο για σημαντικά ποσά. Η Βρετανική κυβέρνηση δεν αναμίχτηκε στην υπόθεση, λέγεται από μερικούς ότι οι πλούσιοι εγγλέζοι του Λονδίνου, έδωσαν τα δάνεια με σκοπό να έχει η χώρα τους επιρροή στην απελευθερωμένη Ελλάδα, και να έχει πρόσβαση στις αγορές της. Μπορεί ως ένα σημείο η άποψη αυτή να έχει κύρος, πάντως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλά φιλλεληνικά κινήματα ανθούσαν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, και το γενικό κλίμα ίσως να πίεσε προς την κατεύθυνση της χορήγησης των δανείων. Εξ άλλου, πολλοί ξένοι ήλθαν να πολεμήσουν στο πλευρό των επαναστατών, μεταξύ των οποίων και Βρεττανοί, όπως ο λόρδος Βύρωνας, ο πλοίαρχος Χαίηστινγκς - που έχασε τη ζωή του σε μιά ναυμαχία με τους Τούρκους - ο ναύαρχος Κόχραν και ο στρατηγός Τσώρτς, που έγινε κατόπιν μέλος της ελληνικής βουλής.
Αυτά τα δυό δάνεια δεν επιστράφηκαν στους δανειστές της κυβερνησης - που όπως συμβαίνει συχνά με τις Ελληνικές κυβερνήσεις - καταχράστηκε σημαντικό μέρος των ποσών που προοριζόντουσαν για αγορά όπλων και άλλα πολεμικά έξοδα. Βέβαια, στους επιχειρηματίες που είχαν δώσει τα χρήματα, δεν έγινε και μεγάλη ζημιά, οι άνθρωποι είχαν πολλά και δεν τους έννοιαζε και τόσο η χασούρα μερικών εκατομμυρίων στερλινών.
Είναι γνωστή και η φράση που είπε στη βουλή στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, ο τότε πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης, απευθυνόμενος προς τα μέλη του κοινοβουλίου: « Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν ! ». Και όταν πτωχεύει κανείς, όταν δηλαδή ρίξει φαλιμέντο, παύει να πληρώνει όλους εκείνους από τους οποίους δανείστηκε, γίνεται δηλαδή το κράτος - τρακαδόρος. Ετσι, προς αποκατάστασιν κάθε αδικίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου