Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

ENA MIKΡO AΦIEΡΩMA

Μέσα Απριλίου του 1941. Ο ελληνικός στρατός έχει χάσει τη μάχη με την πανίσχυρη πολεμική μηχανή των Γερμανών, και η πόλη μας βρίσκεται στα χέρια του κατακτητή. Σε λίγες, πολύ λίγες μέρες, θα έλθουν οι Βούλγαροι και θα προσαρτήσουν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη στο κράτος τους, αυθαίρετα βέβαια και χωρίς την υπογραφή κάποιας συνθήκης, όπως είναι καθιερωμένο. Ετσι, απλώς επειδή αυτό τους γουστάρει. Πάντως, γινόμαστε υπήκοοι του βουλγαρικού κράτους, θέλουμε δεν θέλουμε.
Το πατρικό σπίτι μας - που είναι ιδιοκτησία της μητέρας μου - βρίσκεται απέναντι από τις φυλακές. ( Όπως θα θυμούνται οι κάπως παλιοί - ακόμα και οι νεώτεροι- η Δράμα είχε φυλακές που βέβαια δεν ήσαν « υψίστης ασφάλειας », όπως λεγονται μερικές σημερινές φυλακές, που όμως είναι ξέφραγα αμπέλια ). Και ένα πρωϊ, κάποιος χτυπά την πόρτα του σπιτιού. Πηγαίνει και ανοίγει η μητέρα μου. Στην είσοδο στέκεται ένας άντρας μάλλον ψηλός και γεροδεμένος, άγνωστος τελείως. Και λέει τα εξής περίπου : « Είμαι ένας ξένος από την Εύβοια, και μόλις βγήκα από τη φυλακή, που εγκαταλείφθηκε από τις ελληνικές αρχές και έτσι βγήκαν έξω όλοι οι φυλακισμένοι. Μήπως θα είχατε την καλωσύνη να με φιλοξενήσετε για μερικές μέρες, μέχρι να βρώ τρόπο να περάσω τα σύνορα και να πάω στην πατρίδα μου ; »
Ενας άνθρωπος άγνωστος, που βγήκε από τη φυλακή και ζητά άσυλο, μάλιστα. Δεν ξέρω αν προηγούμενα είχε ζητήσει άσυλο από άλλους, δεν θυμάμαι τίποτε απολύτως. Η μητέρα μου δεν έχει κανένα ενδοιασμό. Δεν τον ρωτά γιατί βρισκόταν στη φυλακή, ποιό αδίκημα, ποιά παράνομη πράξη τον είχε σπρώξει πίσω από της φυλακής τα σίδερα. Του λέει ότι είναι ευπρόσδεκτος και μπορεί να περάσει αμέσως στο σπίτι. Ο ξένος μπαίνει, κάπως ντροπαλός και αμήχανος, και ένα δωμάτιο τακτοποιείται για να γίνει η προσωρινή διαμονή του.
Επί είκοσι μέρες, ο νέος αυτός άνθρωπος έμενε στο προσωρινό αυτό κατάλυμά του, κοιμόταν στο δωμάτιό του, έτρωγε μαζύ με την οικογένεια, και γενικά είχε κάθε δυνατή ευκολία, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της εποχής εκείνης. Κάθε μέρα έψαχνε να βρεί τρόπο να περάσει τα σύνορα - που ήσαν ο ποταμός Στρυμώνας - και να βρεθεί σε ελληνικό έδαφος, και από εκεί στην πατρίδα του τη Χαλκίδα. Και κάποια μέρα, κοντά στις τρεις εβδομάδες, βρήκε τους οδηγούς που περνούσαν από κρυφές διαβάσεις στην ελληνική - τρόπος του λέγειν, γερμανική πρέπει να πούμε - επικράτεια.
Την επόμενη μέρα, ο ξένος αναχώρησε. Πέρασαν μερικά - τρεισήμισυ για την ακρίβεια - χρόνια. Και το πρώτο Πάσχα μετά τη λήξη της κατοχής και του πολέμου, ήλθε μιά ταχυδρομική κάρτα από τη Χαλκίδα. Ηταν από τον τέως φυλακισμένο, και έστελνε τις ευχές και τις ευχαριστίες του. Και αυτό επαναλήφθηκε επί πολλά χρόνια, σε κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, έστελνε την κάρτα του. Ισως να πέρασε κάποτε και από την πόλη μας, αλλά δεν θυμάμαι τίποτε σχετικά, άλλωστε έλειπα από τη Δράμα λόγω σπουδών.
Πριν φύγει για να περάσει τα σύνορα, άφησε στο σπίτι μας ένα πράγμα που το είχε μαζύ του, και το οποίο ίσως έδειχνε και το είδος του ανθρώπου. Ηταν ένα βιβλίο, οι « Αθλιοι » του Βίκτορα Ουγκώ, στην πρώτη μετάφραση του 1880 σε γλώσσα καθαρεύουσα που είχε κάνει ο Ισιδωρίδης - Σκυλίτσης. Ηταν μιά έκδοση σε πέντε τόμους, από τους οποίους έλειπε ο πέμπτος τόμος τον όποίο δεν είχε ο ξένος αυτός. Και το γεγονός ότι κάποιος διαβάζει ένα τέτοιο βιβλίο, έχει κάτι να πεί, έτσι δεν είναι ;
« Διότι επείνασα και μου εδώκατε να φάγω, εδίψασα και με εποτίσατε, ξένος ήμουν και με πήρατε στο σπίτι.....». Τότε θα του αποκριθούν οι δίκαιοι και θα πούν : « Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σ΄ εθρέψαμε, ή να διψάς και σ΄εποτίσαμε. Πότε σε είδαμε ξένο και σε πήραμε στο σπίτι....; ». Ο βασιλιάς θα απαντήσει και θα τους πεί : « Aλήθεια σας λέγω, oτι εκάνατε σε έναν από τούτους τους ασήμαντους αδελφούς μου, σε μένα το εκάνατε ». Ματθαίος κεφ. 25, εδάφ. 35 - 40.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου