Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΔΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η    Α  Π  Ε  Ι  Λ  Η     Τ  Η  Σ     Δ  Ρ  Ο  Μ  Ο  Κ  Ρ  Α  Τ  Ι  Α  Σ

Ησαν τρία όλα κι όλα. Οσο κι αν τριγύριζες την πόλη απ΄το πρωϊ  μέχρι τα μεσάνυχτα, καθημερινές και αργίες, όλα κι όλα  που έβλεπες, ήσαν τρία και κανένα άλλο. Δεν πάει να έψαχνες ολημερίς  κι ολονυχτίς, πάντα  αυτά τα τρία  φαινόντουσαν στον  ορίζοντα. Και  δεν ήσαν μονάχα τρία, ήσαν και πολύ μικρά, σχεδόν  αδιόρατα. Κι αν περνούσαν από  δίπλα σου, και πάλι πολύ δύσκολα θα τα  έβλεπες, τόσο μικρά ήσαν. Δεν λέω ψέμματα, την  πάσαν αλήθεια λέω, κι ας έλθει κάποιος να με διαψεύσει.

Τώρα θα πεί όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές : « Μα περί τίνων πράγμάτων μας τα λέει και τα ξαναλέει  ετούτος ; Τι να  είναι αυτά τα πράγματα  τα λίγα, τα ελάχιστα, όπου δεν μπορούσες ούτε και να τα διακρίνεις όταν  βρισκόντουσαν δίπλα  σου ; Πολύ δίκαιη  αυτή η απορία, κι εγώ τα ίδια θα έλεγα, μάλιστα θα προσέθετα ότι αυτός που μας τα λέει αυτά τα ακαταλαβίστικα, δεν φαίνεται να είναι καθόλου καλά στα μυαλά του.

Λοιπόν, για να λυθεί  αυτή η απορία  και οι αοριστίες που σκόπιμα μπήκαν σαν εισαγωγή σε ένα θέμα που όλοι το ξέρουνε  απ΄έξω κι ανακατωτά, ιδού περί τίνος πρόκειται, περί ενός δηλαδή πολύ απλού και πολύ γνωστού και κατανοητού ζητήματος. Κι αυτό αφορά τα τροχοφόρα πάσης φύσεως και  πάσης εργασιακής απασχόλησης, που εδώ  και μερικές δεκαετίες, αποτελούν ένα άλυτο πραγματικά πρόβλημα, και αφορά τους δρόμους της πόλης μας – και κάθε ελληνικής πόλης  βέβαια – και που ταλαιπωρεί τους πάντες. Τους οδηγούς των τροχοφόρων αυτών, αλλά  και τους κινούμενους  χωρίς ρόδες  στους δρόμους  και τα  πεζοδρόμια της πόλης μας  της αγαπητής, σε όλους  εμάς που κατοικούμε σ΄ αυτήν  την πολύ  όμορφη - ιδίως  από άποψης φυσικών καλλονών – πόλη μας.

Και ας πούμε τώρα - επί τέλους - ποιά  ήσαν αυτά τα  μικροσκοπικά τρία  που φαινόντου-σαν στην πόλη μιά φαρά κι έναν καιρό. Ησαν λοιπόν, τρία μικροσκοπικά αμαξάκια,τρία Γιώτα Χι δηλαδη, που τότε δεν είχαν ακόμα πάρει αυτόν τον τίτλο, που ανήκαν σε τρία πρόσωπα της μεσαίας, τάξης, μιάς και ανθρώπους της ανώτερης τάξης δεν είχαμε. Ησαν λοιπόν, μικρά, τετραθέσια βέβαια, που  όμως χωρούσαν  τους τέσσερις επιβάτες  τους σφιχτά  καθισμένους στις θέσεις τους, και τα οποία διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, έρημα και μοναχικά.

Αυτά λοιπόν τα τρία Γιώτα Χι, ήσαν τα πρώτα ιδιωτικά αμάξια που κυκλοφόρησαν στους δρόμους της πόλης, και ήταν εξήντα χρόνια πριν από την εποχή την τωρινή. Μονάχα τους και σχεδόν απαρατήρητα, διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, και όσοι τα έβλεπαν, έμεναν κατάπληκτοι  από το θέαμα, καθώς ιδιωτικά αμάξια, βλέπανε  μόνο στις  ξένες ταινίες  και κάπου κάπου και στις  ελληνικές της εποχής  εκείνης. Και  αυτά τα τρία   αμαξάκια, έμειναν σ΄αυτόν τον αριθμό, τουλάχιστον για άλλα δέκα χρόνια, για να μην πούμε περισσότερα.

Βέβαια, αυτά δεν ήσαν τα μόνα αμάξια που υπήρχαν στην πόλη. Τρία ταξί παλιάς και καινούργιας τεχνολογίας, υπήρχαν μονίμως σταθμευμένα στο δυτικό άκρο της κεντρικής πλατείας, δηλαδή στην αρχή της οδού Βενιζέλου. Δεν ξέρω  αν ήσαν εφοδιασμένα  με ταξίμετρο για να γράφουν  με ακρίβεια  τις αποστάσεις  που έκαμναν, ή  ήσαν αυτό που λέγαμε τότε  « αγοραία ταξί », δηλαδή έλεγες στον  οδηγό που ήθελες να  πας, κι αυτός ήξερε πόσο  κόστιζε η διαδρομή χωρίς να έχει ταξίμετρο, και σε  πληροφορούσε για το τίμημα της  διαδρομής, που μπορεί να ήταν και πολύ μακρυνή, ας πούμε ένα αρκετά μακρυνό χωριό.

Εβλεπες ακόμα εκείνη την  πριν από εξήντα  χρόνια εποχή - ή και λίγο  αργότερα - και τα θρυλικά εκείνα αμαξάκια με τα άλογα, ένα ή δύο, και τον αμαξηλάτη τους, σταθμευμένα κοντά στον δημοτικό κήπο. Ησαν τα πολύ γνωστά τις εποχές εκείνες  « παϊτόνια », παράφραση του γαλλικού « Φαέθων », του γιού του Απόλλωνα, που από απρονοησία του, πλησίασε με το άρμα του πατέρα  του, πάρα πολύ  στον ήλιο, που τελικά τον  έκαψε με τη μεγάλη θερμότητά του. Τα παϊτόνια αυτά, υπήρχαν  πριν από την εμφάνιση των τριών  ταξί, και  παρέμειναν για  λίγα ακόμα χρόνια, για να μας θυμίζουν κάποιες παλιές ρωμαντικές εποχές.

Πέρασαν μερικά ή  και αρκετά χρόνια  από την εποχή  εκείνη και ύστερα, και νά΄σου και κάποια λίγα  αμαξάκια - πάντα  μικρά - να τα βλέπεις να τρέχουν με μικρές ταχύτητες στους δρόμους της πόλης Πόσα να ήσαν αυτά ; Μερικές δεκάδες στην αρχή, περισσότερα κατόπιν, αλλά όχι και πολλά, τόσα που να εμποδίζουν τους πεζούς από το να κινούνται στους δρόμους με μεγάλη  ευκολία. Ησαν Φιατάκια  και Φολκσβάγκεν, που όμως  η τιμή αγοράς  τους, ήταν τουλάχιστον τριπλάσια σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.

Όμως, χρόνο με το χρόνο και χωρίς να το καταλάβουμε καλά, αυτά τα αμάξια - που άρχισαν να γίνονται πιό μεγάλα – φάνηκαν να γεμίζουν  τους λιγοστούς  κεντρικούς δρόμους της πόλης, χωρίς  όμως ακόμα να εμποδίζουν την κυκλοφορία  τη δική τους, αλλά  ούτε και των πεζών. Οι δρόμοι δεν είχαν σήμανση, πρόβλημα με παρκάρισμα δεν υπήρχε καθόλου, και τα πάντα φαινόντουσαν να πηγαίνουν καλώς.

Ο καιρός περνούσε σιγά  σιγά, και με τον ίδιο  τρόπο τον αργό αλλά ολοένα αυξανόμενο, περίσσευαν και τα αμάξια αυτά, που εκτός από την αύξησή τους, μεγάλωναν και σε μέγεθος, ιπποδύναμη και κόστος  φυσικά αγοράς. Και να μην γίνει αρχή σε κάτι καινούργιο, κάτι νεωτεριστικό, το  ακολουθούν - σαν μόδα βεβαια - και  πλήθος από τους άλλους. Που δεν περιοριζόντουσαν στην περίπτωσή αυτή, όπως πριν να βλέπουν τα αμάξια να περνούν, ήθελαν -και όσοι μπορούσαν βέβαια – και να τα αγοράζουν. Που ολοένα με την πάροδο του καιρού, όσο πήγαινε και πλήθαιναν και όλο πλήθαιναν με πιό γρήγορο ρυθμό.

Πέρασαν από τα πρώτα εκείνα χρόνια με τα τρία μικρά αυτοκίνητα, τα  πρώτα Γιώτα Χι, κάπου έξι δεκαετίες. Φτάσαμε τώρα σε μιά κατάσταση, που κάλλιστα μπορεί κανείς να την ονομάσει ακαταστασία. Μάλιστα, πλήρης ακαταστασία  επικρατεί  στους  λιγοστούς δρόμους κάποιας αξίας που  διαθέτει η πόλη, μιά πόλη φτιαγμένη με δρόμους της Οθωμανικής κατοχής, που διάφοροι παράγοντες – όπως  συμβαίνει σε  όλους τους  τομείς σε όλη τη χώρα –  δεν επιτρέψανε με τις συνεχείς χαριστικού τύπου παραβάσεις τους, να αποκτήσει δρόμους κατάλληλους. Αν εξαιρέσουμε δυό τρεις κεντρικούς δρόμους στους οποίους μπορεί να γίνεται αληθινά σωστή κυκλοφορία  οχημάτων, οι υπόλοιποι  δρόμοι θυμίζουν μία  ανατολίτικη πόλη περασμένων αιώνων, αυτών που είχαν το όνομα  « Κάσμπα ».

Αυτοί οι στενοί και δύσβατοι δρόμοι, είναι μεγάλος πονοκέφαλος και για τα οχήματα που έχουν πλημυρίσει την πόλη, κάπου τριανταπέντε χιλιάδες αμάξια σε μιά πόλη πενήντα χιλιάδων κατοίκων, αλλά και  για τους πεζούς, που θέλουν να κυκλοφορήσουν στην πόλη για διάφορους λόγους, για να πάνε στην αγορά για ψώνια, για να διεκπεραιώσουν κάποιες υποχρεώσεις τους, και για να κάνουν τις βόλτες τους. Και πώς να κυκλοφορήσει ένας πεζός σε μιά πόλη, που την τρομοκρατούν, όχι τρομοκράτες, αλλα δρομοκράτες ;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου