Ο Ι Α Γ Ο Ρ Ε Σ Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ Μ Α Σ
Στη χώρα μας την ένδοξη και ιστορική για τον πολιτισμό που πρωτοεμφάνισε στον κόσμο ( τί τα θέλω αυτά τα εισαγωγικά, δεν ξέρω ), γίνεται απογραφή του πληθυσμού κάθε δέκα χρόνια, τουλάχιστον αυτό συμβαίνει από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Και βέβαια, μαζύ με την απογραφή του συνόλου της χώρας, γίνεται λεπτομερειακή απογραφή των πληθυσμών και όλων των πόλεων και των χωριών, ακόμα και των μικρών οικισμών που έχουν ελάχιστους κατοίκους. Και η απογραφή αυτή γίνεται στον πρώτο χρόνο της κάθε δεκαετίας.
Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1931, και η ιστορική ( κι αυτή ιστορική βέβαια ) πόλη μας, έχει μπεί στην απογραφή που γίνεται σ΄ολη τη χώρα. Οι απογραφείς γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι - όπως γίνεται πάντοτε - μετρούν τους κατοίκους που βρίσκονται εκείνη τη μέρα στα σπίτια της πόλης, παραλείποντας φυσικά όλους εκείνους που απουσιάζουν εκτός πόλεως, και ίσως και εκτός συνόρων. Και λοιπόν, όταν ανακοινώνονται τα αποτελέσματα της απογραφής, βλέπουμε ότι η πόλη έχει πληθυσμό λίγο πάνω από τριαντατρείς χιλιάδες κατοίκους. ( Ακριβή στοιχεία δεν μπορώ να παραθέσω, οι πηγές μου αναφέρουν διαφορετικά νούμερα, πάντως με πολύ μικρές αποκλίσεις ).
Μεγάλη πόλη για την εποχή εκείνη. Οι γειτονικές πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας, Καβάλα και Σέρρες, είναι λίγο μεγαλύτερες σε πληθυσμό, με διαφορά στήθους θα λέγαμε. Η Ξάνθη είναι αρκετά μικρότερη, και η Κομοτηνή σχεδόν στον πληθυσμό της πόλης μας. Ολες αυτές οι πόλεις, είχαν πολύ μικρότερους πληθυσμούς πριν από δέκα χρόνια, ήλθαν όμως οι πρόσφυγες απ' την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, και οι πληθυσμοί μεγάλωσαν πολύ.
Ολη εκείνη την εποχή μέχρι τον πόλεμο του 1940, τον δεύτερο παγκόσμιο, η πληθυσμιακή κατάσταση δεν αλλοιώνεται σχεδόν καθόλου, για λόγους που τους αγνοώ παντάπασιν. Το 1940, ο πληθυσμός της πόλης είναι περίπου ο ίδιος, οι περισσότεροι από τους κατοίκους του νομού - που όλος μαζύ είναι γύρω στις εκατόν δέκα χιλιάδες - κατοικούν στις αγροτικές περιοχές, τα προϊόντα των οποίων έχουν σημαντική αξία, πολύ μεγαλύτερη από ότι έχουν τις μερες αυτές που το αγροτικό εισόδημα έχει πέσει πολύ.
Στη δεκαετία του 30 για την οποία γίνεται τώρα ο λόγος, η αγορά της πόλης μας, δεν έχει καμμιά σχέση με τη σημερινή. Καταστήματα συγκεντρωμένα στη σειρά, με όμοιας φύσης προίόντα, είναι πολύ δύσκολο να βρείς. Αληθινοί εμπορικοί δρόμοι δεν υπάρχουν, εκτός από λίγους κεντρικούς. Και σ΄αυτούς, δεν θα βρείς μιά σειρά από μαγαζιά που να εμπορεύονται ομοειδή εμπορεύματα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με κάποια σειρά.
Λιγοστά καταστήματα έχει η Βενιζέλου και η Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κάποια - λίγα - υφασματοπωλεία, καθώς δεν υπάρχουν έτοιμα ενδύματα για να αγοράσεις. Συνεπώς, πρέπει να πάρεις ύφασμα, να το δώσεις στη μοδίστρα ή το ράφτη, και να σου το ράψει. Υπαρχουν και εμπορορραφεία, στα οποία ο ράφτης έχει και υφάσματα, αυτά μόνο για τους άντρες. Υπάρχουν ακομα και καταστηματα ψιλικών, που βέβαια και τώρα υπάρχουν, είναι απαραίτητα σε κάθε εποχή. Είναι και η Νέα Αγορά, που βρίσκεται αριστερά από τη Βενιζέλου, όπως ανηφορίζεις προς το φούρνο του Τσαγανού. Στην οποία Νέα Αγορά, βρίσκεις αρκετά μαγαζιά, υφασματοπωλεία, ιατρεία, φαρμακεία, καταστήματα ψιλικών και μερικά άλλα.
Δεξιά της Βενιζέλου και λίγο πιό πάνω από το ύψος της Νέας Αγοράς, βρίσκεις μαζεμένα τα χαλκουργεία, τα γνωστά τότε καζαντζίδικα. Που φτιάχνουν διάφορα αντικείμενα από χαλκό, όπως μαγκάλια, σόμπες και τα τοιαύτα. Εδώ και λίγο καιρό, έχουν κλείσει και τα τελευταία εναπομείναντα τέτοια μαγαζιά. Κάθε πράγμα στον καιρό του, και κάθε επάγγελμα στην εποχή του. Φεύγουν και δεν ξαναφαίνονται, όπως τα εργαστήρια κατασκευής σαμαριών για τα μουλάρια και τα - μετά συγχωρήσεως πάντοτε - γαϊδούρια. Και που φτιάχνουν μάλλον και σέλλες για τα άλογα. Εφυγαν κι αυτά, μιάς και δεν έχουμε τα πολύ χρήσιμα αυτά ζώα, που πολύ βοηθούσαν τον αγρότη, δεν εκαιγαν βενζίνη ή πετρελαιο, και η μόνη « μόλυνση » του περιβάλλοντος που προκαλούσαν, ήσαν οι ειδικές « εξατμίσιεις » που έβγαζαν από το πίσω μέρος του σώματός τους.
Η κεντρική πλατεία, ήταν ο τόπος των βιβλιοπωλείων, εκεί ήσαν όλα μαζεμένα. Και εκεί ήταν και το πρακτορείο των εφημερίδων της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Τριγύρω από την πλατεία, ήσαν τα οπωρολαχανοπωλεία, δηλαδή τα μανάβικα, ήσαν τα κρεοπωλεία και τα ιχθυοπωλεία, που όλα αυτά ήσαν αρκετά και την εποχή εκείνη. Η οδός Φιλίππου - τώρα Βεργίνας - είχε μικρομάγαζα και χάνια. Το τί ήσαν τα χάνια, μάλλον θα το ξέρετε, περιττόν λοιπόν να κάνω λεπτομερειακή περιγραφή τους. Στην περιοχή της πλατείας, βρισκόντουσαν και ζαχαροπλαστεία, καφενεία και φυσικά και περίπτερα.
Υπήρχαν αρκετά ρολογάδικα, κυρίως στην περιοχή της οδού Μεγάλου Αλέξανδρου. Στον ίδιο δρόμο, θυμάμαι και ένα αρωματοπωλείο, απέναντι περίπου από την Εθνική τραπεζα. Και ακόμα και ραφεία, εμπορορραφεία, καταστήματα ψιλικών, όλα σ΄αυτόν τον δρόμο, όπου θυμάμαι και ένα κατάστημα επισκευής ραδιοφώνων - αλλά την δεκαετία του 1940 - αν και τα ραδιόφωνα ήσαν ακόμα λιγοστά. Οσον αφορά τα είδη υπόδησης, αυτά ήσαν τότε χειροποίητα. Σου έπαιρναν τα μέτρα του ποδιού σου στα τσαγκαράδικα, και σου τα έφτιαχναν. Ακόμα, έκαμναν και επισκευές των παπουτσιών, που οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής τις ζητούσαν, δεν συνέφερε να αγοράζεις κάθε τόσο και λιγάκι καινούργια παπούτσια. Τσαγκαράδικα υπήρχαν αρκετά, σκορπισμένα στο κέντρο της πόλης και στα πέριξ αυτού.
Την πόλη τη διέσχιζε το ιστορικό « Τσάϋ », ο χείμαρρος που κατεβάζει τα βρόχινα νερά από τις περιοχές του Μοναστηρακίου και των πέριξ υψωμάτων. Ο χείμαρρος αυτός, έμεινε στην ιστορία, σαν ένα καταστροφικό ρεύμα, που έσπαζε τις προθήκες και τα στόρια των μαγαζιών που ήσαν αραδιασμένα στις χαμηλές όχθες του, και έπαιρνε ότι έβρισκε μέσα στα μαγαζάκια - μικρομάγαζα ως επί το πλείστον - και τα μετέφερε μέσω πολλών διαδρόμων στη θάλασσα του Τσάγεζι, στις εκβολές του Στρυμώνα. Εδώ και δεκαετίες έχει σκεπαστεί, και ο δρόμος που φτιάχτηκε επάνω του, που είχε αρχικά το όνομα του Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ, μετονομάστηκε πρόσφατα σε οδό 19ης Μαϊου. Ημερομηνία που καθορίστηκε για να τιμηθούν τα θύματα του Ποντιακού ελληνισμού στη Μικρασιατική καταστροφή, πριν από αυτην, και μετα απ΄αυτήν.
Υπήρχαν τρεις κινηματογράφοι χειμερινοί και άλλοι τόσοι θερινοί. Λίγα και μικρά ξενοδοχεία, λίγα σχετικά υπαίθρια κέντρα μουσικοχορευτικά - οι άνθρωποι χόρευαν πολύ εκείνους τους καιρούς, μάθαιναν μάλιστα χορό στα δυό τρία χοροδιδασκαλεία της πολης - και αρκετές ταβερνούλες, στις οποίες, μετά κάποια οινοποσία, οι θαμώνες το έρριχναν στο τραγούδι. Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, ότι τον καιρό εκείνο, οι άνθρωποι τραγουδούσαν πολύ. Και ακόμα και πληθος από καφενεία, οπου παιζόντουσαν ερασιτεχνικά - και κρυφά επαγγελματικά - παιχνίδια με τράπουλα, καθώς και τάβλι. Ησαν τότε πολλά τέτοια καφενεία, είναι και τώρα αρκετά, πάντως λίγότερα από τότε.
Στην πόλη υπήρχαν και καμμιά δεκαριά φαρμακεία, τα περισσότερα στην περιοχή της κεντρικής πλατείας. Καποτε έφτασαν και τα δώδεκα, αν θυμάμαι καλά. Τα περισσότερα φάρμακα που διέθεταν, ήσαν δικής τους κατασκευής, τα λεγόμενα « γαληνικά » φάρμακα, σκόνες, αλοιφές, κρέμες, υγρά διαλύματα, σιρόπια και τα παρόμοια. Ετοιμα φάρμακα, τα « σπεσιαλιτέ », ήσαν μάλλον λίγα. Για κάποιο διάστημα στην κατοχή, το « έπαιξα » και βοηθός φαρμακοποιός, παρά την σχετικά μικρή ηλικία μου.
Αυτές ήσαν σε γενικές γραμμές οι αγορές της πόλης μας, μπορεί να παρέλειψα κάποια από τα μαγαζιά, είναι δύσκολο να θυμάσαι τα πράγματα ύστερα από τόσον καιρό. Μικρή παντως η αγορά, ελάχιστα πράγματα πολυτελείας, λίγα πράγματα να τα χαζέψεις στις βιτρίνες των καταστημάτων. Και λίγα τα φράγκα που είχε ο άνθρωπος της εποχής εκείνης, που κι αν έβλεπε και βιτρίνες, απλώς θα τις έρριχνε μιά ματιά και θα προσπερνούσε.
Ολωσδιόλου διαφορετική εικόνα η σημερινή που βλέπουμε στην πόλη μας. Σε κάθε δρόμο, μικρό ή μεγάλο - και έχουν ανοιχτεί από τότε πολλοί καινούργιοι δρόμοι - βλέπεις πλήθος από καταστήματα, που οι βιτρίνες τους είναι γεμάτες από κάθε είδους πράγματα. Δεν είναι πιά μιά περιορισμένη ζώνη με επίσης περιορισμένη γκάμα αγαθών, είναι πολλές αγορές, διασπαρμένες σ΄ολόκληρο το κέντρο της πόλης, ακόμα και σε απόκεντρα σημεία της. Πραμάτειες ποικίλες, που περιμένουν τους αγοραστές για να τις πάρουν.
Στο μεταξύ, από τις τριαντατρείς χιλιάδες κατοίκους που είχε η πόλη στις αρχές της δεκαετίας του 30, έχουν πάει τώρα στις πενήντα περίπου χιλιάδες. Οχι βέβαια ότι πρόκειται για αληθινή αύξηση του πληθυσμού, δεν έκαναν πολλούς απογόνους, δεν πολλαπλασιάστηκαν ως οι ιχθείς της θαλάσσης, έφυγαν μάλιστα πολλοί στα μεγάλα κέντρα, χάθηκαν πρωτύτερα στον πόλεμο και στα δεινά που υπέστη η πόλη και ο νομός από τους κατακτητές. Και πώς περίσσεψαν λοιπόν ; Απλώς κατέβηκαν από τους αγροτικούς οικισμούς πολλοί κάτοικοί τους, και εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα του νομού. ( Που ως γνωστόν, είναι και η πρωτεύουσα των Βαλκανίων, και έχει για επίνειό της την Καβάλα ). Και διερωτάται κανείς. Με έναν πληθυσμό που αυξήθηκε μόνο κατά πενήντα τοις εκατό, πώς αντέχει η πόλη να έχει αγορές οκταπλάσιες και δεκαπλάσιες ; Ιδού το μέγα μυστήριον.
Και διερωτάται επίσης κανείς. Τα βγάζουν πέρα όλοι αυτοί οι μαγαζάτορες με το περιορισμένο αγοραστικό αυτό κοινό ; Με τον ανταγωνισμό που υπάρχει, με τα χρήματα που δεν υπάρχουν ; Ιδού και άλλη απορία, στην οποία αναμένω απάντηση. Μιαν απάντηση, που δύσκολα, πολύ δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να την δώσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου