Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

M U S I C A L A T I N A

M U S Ι C A L A T I N A



Εχετε ακούσει βέβαια ρωσικά τραγούδια, όπως το  « Στένκα Ράζιν », ( που είναι παραδοσιακό ) το  πασίγνωστο  «΄Οτσι τσόρνια »,  την « Κατιούσα », τις « Νύχτες Μόσχας » και μερικά άλλα που δεν μου έρχονται τώρα στο νού, αλλά που σίγουρα ξέρετε κάποια απ΄αυτά. Ομορφα και με αρκετά μελαγχολική διάθεση είναι, όπως όλα σχεδόν τα ρωσικά τραγούδια, και μου αρεσουν πολύ ιδιαίτερα το πρώτο που αναφέρεται σε κάποιον γνωστό στους Ρώσους και άγνωστο σε μένα ήρωα κοζάκο - αν δεν κάνω λάθος.

Ομορφα είναι και τα Τυρολέζικα τραγούδια με το χαρακτηριστικό τους  « γιόλντινγκ », εκείνους τους λαρυγγισμούς που βγάζουν οι Ελβετοί τραγουδιστές, το « γιάλαλα, ού ού », τραγούδια πολύ κεφάτα των Ελβετικών βουνών και του Αυστριακού μέρους του Τυρόλου. Μου αρέσουν πολύ και αυτά. Και πολύ περισσότερο  μου αρέσουν τα ελληνικά  παλιά ρεμπέτικα τραγούδια του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, του Παπαϊώάννου και πολλών άλλων. Και τα ελληνικά ελαφρά τραγούδια  περασμένων εποχών, όχι τα σημερινά  « βιομηχανικής » παραγωγής τραγούδια που είναι κατάλληλα για τα  « σκυλάδικα » - όπου όπως είπαμε  πολλές φορές, δεν καταδέχονται να πάνε οι σκύλοι και τα αφήνουν στα φτηνά γούστα των ανθρωπων.

Αλλά πρέπει να ομολογήσω, ότι τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα γαλλικά και τα νοτιοαμερικάνικα - ιδίως τα τελευταια - τραγούδια, είναι από δεκαετίες η  προτίμησή μου. Γιατί συμβαίνει αυτό, υπάρχει τίποτε το ξεχωριστό στις μουσικές αυτών των περιοχών, τόσο πολύ ξεχωριστό που να τα βάζει σε πολύ πιό πάνω θέση από όλα τα άλλα ; Η πτωχή μου γνώμη είναι ότι, ναί, σε γενικές γραμές αυτά τα τραγούδια έχουν το κάτι  « άλλο ». Εχουν πολύ υψηλής ποιότητας μελωδία που αποκτήθηκε μέσα από διαδρομή πολλών αιώνων. Φυσικά δεν έχω την απαίτηση να συμφωνήσει  ούτε ένας αναγνώστης  μ΄αυτή την άποψη, που  άλλωστε είναι εντελώς προσωπική. Και επειδή υποτίθεται ότι εχουμε δημοκρατία - πράγμα για το οποίο πολύ αφιβάλλω - δικαιούται ο καθένας να έχει τη δική του γνώμη.

Ιταλία, Ισπανία και Λατινική Αμερική ( αυτός ο όρος είναι πιό σωστός από τη Νότια Αμερική, καθώς περιλαμβάνει και τις Λατινικές -Ισπανόφωνες -χώρες της Κεντρικής Αμερικής ), είναι οι χώρες που παράγουν την καλύτερη ελαφρά μουσική, πάντα  κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση. Και που κατάφεραν να έχουν τραγούδια πολλά που έγιναν παγκόσμιες επιτυχίες και που τραγουδιούνται ακόμα, παρά το πέρασμα όχι μόνο πολλών δεκαετιών, αλλά κάποτε και αιώνων.

Θα πρέπει να αρχίσουμε από την Ισπανία, αυτή  φαίνεται ότι  άρχισε νωρίτερα από τους άλλους. Ο πρώτος μουσικός ρυθμός που δημιοργήθηκε  και συνεχίζει  να υπάρχει  ακόμα και σήμερα ( υπήρχαν και πολλούς αιώνες νωρίτερα, άλλοι ρυθμοί που όμως έχουν ξεχαστεί ), ήταν το  « Μπολέρο », ένας μουσικός  ρυθμός που είχε τις ρίζες καιτις επιρροές  του σε προηγούμενους ρυθμούς, όπως η σαραμπάντ και  αργότερα η χαμπανέρα. Το μπολέρο από την αρχή φαίνεται  ότι ήταν μαζύ με τη μουσική του  και χορός, κι αυτός ο χορός παραμένει και σε πολλές ισπανόφωνες χώρες. Χορεύονταν και στα μέρη μας πριν από λίγες δεκαετίες, αλλά με άλλα, τελείως  διαφορετικά  « βήματα ». Πάρα πολλά  ισπανικά και κυρίως ισπανόφωνα τραγούδια της Αμερικής, είναι γραμμένα σ΄αυτό  τον ρυθμό, άλλα από αυτά είναι παραδοσιακά, άλλα έντεχνα.

Η Χαμπανέρα είναι και αυτή πολύ παλιά, περίπου όσο και το μπολέρο, και τα δυό φαίνεται ότι εμφανίστηκαν γύρω στο 1750. Σ΄αυτό τον ρυθμό που στο πεντάγραμμο γράφεται στα δύο τέταρτα - πράγμα που δεν λέει τίποτε γι αυτούς  που δεν ξέρουν  θεωρητικά  μουσική - έχουν γραφτεί πάμπολλα τραγούδια, οχι μόνο ισπανόφωνα, αλλά και σε όλες σχεδόν  τις χώρες, και πλήθος από αυτά στα ελληνικά. ( Χαρακτηριστικά  είναι τα τραγούδια του κρασιού κάποιων παρωχημένων εποχών, που ήσαν όλα χαμπανέρες ).

Αναφορικά με τις νοτιαμερικάνικες χώρες και γενικά τις Λατίνος - αυτές που είναι ισπανόφωνες - πρέπει να πούμε ότι καθεμιά από αυτές, έχει και τον δικό της μουσικό  ρυθμό και τον  « εθνικό » της χορό, που είναι συνδεδεμένος με τον μουσικό ρυθμό που έχει. Η Κούβα λ.χ, έχει τη ρούμπα, ρυθμό που έχει τις ρίζες του στην Αφρική, απ΄όπου ήλθε στο νησί αποκλειστικά σαν ρυθμός χωρίς καθόλου μουσική, απλώς κτυπήματα τυμπάνων και άλλων ηχητικών οργάνων όπως είναι  οι μαράκες. Αργότερα, Κουβανοί  τραγουδοποιοί, έγραψαν και μουσική πάνω σ΄αυτό το  ρυθμό, και κατόπιν δημιουργήθηκε  και χορός που  πήγαινε πάνω σ΄αυτό το ρυθμό. Ο χορός αυτός  κατέκτησε τον κόσμο τη δεκαετία του 1920, και συνέχισε και στις επόμενες δύο δεκαετίες, στην Ελλάδα μάλιστα έφτασε και στη δεκαετία του 50.

Εχω ακούσει εκατοντάδες τραγούδια σε ρυθμό μπολέρο, αλλά ένα από αυτά είναι η κορυφή των πάντων. Ακούει στο όνομα  « L a s   g o l o n d r i n a s  », που μεταφραζόμενο από τα ισπανικά σημαίνει  « Τα χελιδόνια ». Εκτός από τα ισπανικά το έχω ακούσει και στα γαλλικά από το διάσημο Τίνο Ρόσσι, αλλά  περιέργως δεν φαίνεται να έχει μεταγλωττισθεί στα ελληνικά, ενώ πλήθος άλλο από ισπανόφωνα έχουν μεταγλωττισθεί, στα παλιά κυρίως χρόνια.

Η χαμπανέρα φαίνεται ότι ξεκίνησε κι αυτή από την Κούβα. Φαίνεται ότι είναι πολύ παλιός ρυθμός και  παλιός χορός. Η πιό παλιά χαμπανέρα που έχω υπ΄ όψιν μου, είναι η πασίγνωστη  « Παλόμα », που τραγουδήθηκε πολύ τον δέκατο  ένατο αιώνα, και  ακόμα τραγουδιέται και παίζεται από ορχήστρες και σήμερα. Παλόμα σημαίνει στα ισπανικά « περιστέρι », αυτό ίσως σας θυμίζει κάτι. Οσοι έχουν σχέση με την  Όπερα, θα  ξέρουν και τη χαμπανέρα που υπάρχει στην αρχή της πρώτης πράξης της  « Κάρμεν » του Ζωρζ Μπιζέ.

Η Αργεντινή έχει τον βασιλιά των ρυθμών, το  « Τάνγκο », που γεννήθηκε στο Μπουένος Άϋρες τη δεκαετία του 1890, και  απλώθηκε σ΄ολο τον κόσμο μετά  από καμμιά  τριανταριά χρόνια. Σαν μουσική, το αργεντίνικο τάνγκο έχει να παρουσιάσει  κομμάτια  πολύ σπουδαία. Σαν χορός -που παρουσιάστηκε στα λεγόμενα « κακόφημα » σπίτια του Μπουένος Άϋρες - είναι ο υπ΄αριθμόν ένας και με διαφορά τεράστια από τους άλλους  χορούς πάσης  χώρας και πάσης εποχής. Πρέπει να τον δεί κανείς να το χορεύουν καλοί χορευτές ιδίως επαγγελματίες-  για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται, με περιγραφές δεν γίνεται τίποτε.

Η πατρίδα της  « Σάμπας » είναι η  Βραζιλία, είναι ο εθνικός χορός και η εθνική μουσική των Βραζιλιάνων. Ομως η μόνη βραζιλιάνικη σάμπα που έγινε παγκόσμιο σουξέ, ήταν το πασίγνωστο  « Τίκο - τίκο », που το τραγούδησε τέλη της δεκαετίας του 1940  ή αρχές του 50, η Κάρμεν Μιράντα, που έκανε καρριέρα και στο Χόλλυγουντ. Οι καλύτερες σάμπες, νομίζω ότι είναι αυτές που έγραψαν Γάλλοι συνθέτες. Εχουν γραφτεί και αρκετές ελληνικές, και ακόμα και τώρα αρκετά ελληνικά τραγούδια γράφονται σ΄αυτό το ρυθμό, ακόμα και λαϊκά, με πρώτο διδάξαντα τον Μανώλη Χιώτη.

Το Τρινιντάντ και το Τομπάγκο - δυό μικρά νησιά της  Κεντρικής Αμερικής - ίσως  και η Τζαμάϊκα, είναι οι πατρίδες του σχετικά καινούργιου ρυθμού « Καλύψο », για τον οποίο δεν ξέρω και πολλά πράγματα, εκτός του ότι πολλά κομμάτια του έχει τραγουδήσει ο Χάρυ Μπελαφόντε, ένας  πολύ γνωστός και  καλός τραγουδιστής. Στην Κολομβία, τη χώρα όπου παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα κοκαϊνης, ο  εθνικός ρυθμός είναι η  « Σάλσα », που γι αυτήν δεν ξέρω απολύτως τίποτε.

Για το « Μάμπο », που είναι ο ρυθμός που κρατά εδώ και δεκαετίες και δεν φαίνεται να χάνει έδαφος, δεν ξέρω πού δημιουργήθηκε, πάντως  κάπου στην ισπανόφωνη  Αμερική. Αλλά δεν άργησε καθόλου να απλωθεί στην υπόλοιπη Δύση. Ακόμα  και σήμερα, τα περισσότερα ελληνικά τραγούδια - ελαφρά και λαίκά- γράφονται πάνω σ΄αυτό το ρυθμό, που από μουσική άποψη, φαίνεται να είναι συνέχεια ή παράγωγο της ρούμπας.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ή την αρχή της δεκαετίας του 50, άρχισαν να εμφανίζονται τα γνωστά νοτιοαμερικάνικα συγκροτήματα ελαφράς μουσικής που ήσαν τριμελή, και γι αυτό είχαν τη γενική ονομασία « τρίο ».  Μερικά από αυτά, είχαν  περισσότερα των τριών μέλη, όταν λ.χ. χρειαζόντουσαν περισσότερα από τρία όργανα - που ήσαν κιθάρες - όπως  λ.χ. μιά άρπα. Το πρώτο τέτοιο συγκρότημα ήταν το « Τρίο Λος Πάντσος ». Ακολούθησαν ύστερα οι  « Λος  Παραγκουάϊγιος »,  « Λος  Ματσουκάμπος »,  « Λος Ίντιος »,  « Λος Μουτσάτσος », το συγκρότημα  « Τεκίλα », οι  « Λος Αλταφόν », οι « Τρίο Αμίγκος », « Λος Ίνκας » και πολλά άλλα.

Όταν μιλάμε για  « Μούσικα  Λατίνα », ( Οι  ισπανόφωνοι δεν  προφέρουν ποτέ το σύμφωνο « ζήτα », τόσο το « s » όσο και το  « z », προφέρονται το πρώτο σαν σίγμα και το δεύτερο είτε σαν  « θήτα » είτε  σαν σίγμα και αυτό ), πρέπει να βάλουμε σ΄αυτήν, και τη Γαλλική, την Πορτογαλική και την Ιταλική μουσική. Για την Ιταλική δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε, όλοι ξέρουμε την ποιότητα αυτής της μουσικής. Η Πορτογαλική  μουσική δεν έχει να επιδείξει και πολλά πράγματα, αυτά που είναι διεθνώς γνωστά, είναι τα « Φάδος », που  αναφέρονται κυρίως στη  « μοίρα » - λατινικά F a t a - που τα τραγούδησε πολύ η Αμάλια Ροντρίγκες. Οσο για  τη Γαλλική, αρκεί να αναφέρουμε μόνο τα παριζιάνικα βαλς που τραγουδιούνται με συνοδεία ακκορντεόν, άφθαστοι εκτελεστές του οποίου είναι οι Γάλλοι ακκορντεονίστες, οι πρώτοι στον κόσμο, και τη θρυλική Εντίθ Πιάφ. Οχι ότι η Γαλλική ελαφρά μουσική εξαντλείται με τα βαλς και την Πιάφ, το  αντίθετο  μάλιστα, είναι τόσο πολλά  αυτά που θα  μπορούσαν να γραφούν για το Παρίσι και τη μουσική του, ώστε δε θα μας έπαιρνε ο χώρος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου