Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

O Y M O I X E Y Σ E I Σ

 

Ο   Υ       Μ   Ο   Ι   Χ   Ε   Υ   Σ   Ε   Ι   Σ



Κάθεσαι στο εστιατόριο όπου πήγες να γευματίσεις. Επάνω στο  τραπέζι υπάρχει ο κατάλογος των φαγητών, και τον  παίρνεις ανά χείρας για να  δείς τι έχουν και να διαλέξεις. Εχουν αρκετά πράγματα για σήμερα, αυτό σε αναγκάζει να μελετήσεις προσεκτικά  τον κατάλογο, έτσι ώστε να πάρεις αυτό που σου αρέσει περισσότερο, δεν σου αρέσει να διαλέγεις ένα  m e n u  και αργότερα να διαπιστώνεις ότι ήταν προτιμώτερο να είχες παραγγείλει κάτι άλλο. Μελετάς λοιπόν  εμπεριστατωμένα μιά δυό και τρεις  φορές, και τελικά κάνεις  νεύμα στο σερβιτόρο να πλησιάσει. Και του δίνεις την παραγγελία  σου, που περιλαμβάνει  διάφορα πράγματα. Ο σερβιτόρος  απομακρύνεται, δίνει  την παραγγελία σου, και σε μερικά λεπτά έρχεται το γεύμα σου επάνω στο δίσκο του σερβιτόρου.

Εχεις  παραγγείλει ένα σπουδαίο  m e n u,  αστακό  με μαγιονέζα  και διάφορα άλλα μαζύ μ΄ αυτό. Αρχίζεις να τρώς με μεγάλη όρεξη, το φαγητό είναι  θαυμάσιο, το κρασί υπέροχο και οι σαλάτες καταπληκτικές. Αλλά  κάποια στιγμή χωρίς να το θέλεις, εντελώς τυχαία, το βλέμμα σου πέφτει  στο διπλανό  τραπέζι. Εκεί κάθεται ένας  ανθρωπάκος - που φαίνεται  χαμηλής  οικονομικής στάθμης, αυτοί οι άνθρωποι διακρίνονται εύκολα - και  τρώει το  γεύμα του. Και τι τρώει αυτός ο ανθρωπάκος ; Τρώει φασολάδα, μάλιστα, φασολάδα.

Μιά δυσφορία  σε καταλαμβάνει. Αυτή η  φασολάδα φαίνεται  πολύ καλή, η μυρωδιά της σου έρχεται στα  ρουθούνια. Μα πώς δεν το είχες σκεφτεί νωρίτερα, όταν μελετούσες τον κατάλογο και μία και δύο  και τρεις φορές ; Φασολάδα έπρεπε να παραγγείλεις, κοίτα με τι όρεξη τρώει ο άνθρωπος το φαγητό του, με ποιά  ευχαρίστηση ! Καταλαβαίνεις  ότι έκανες βλακεία, πήρες ένα  φανταχτερό γεύμα, αντί να πάρεις αυτό που σου άρεσε. Αλλά ντρέπεσαι να αλλάξεις την παραγγελία σου, να πάρει ο σερβιτόρος το φαγητό που το  έχεις αρχίσει, και να  του πείς να σου φέρει  μιά μερίδα φασολάδα, είναι  απρέπεια, είναι αγένεια, είναι έλλειψη καλών τρόπων, αυτά είναι. Και συνεχίζεις να τρως - σαν αγγαρεία- το φαγητό σου, ενώ το βλέμμα σου είναι καρφωμένο διαρκώς στο διπλανό τραπέζι.

Πιστεύω ότι καταλάβατε προς τι αυτή η κάπως σχοινοτενής εισαγωγή. Ο άνθρωπος- δηλώνει αυτό το μικρό παράδειγμα - αρέσκεται σ΄ αυτό που ανήκει σε  κάποιον άλλο, αδιάφορο αν το δικό του είναι πολύ καλύτερο. Στο βιβλίο Παροιμιών  της Παλαιάς Διαθήκης ( κεφάλαιο 9, στίχος 17 ) διαβάζουμε : « Το κλεμμένο νερό είναι γλυκό. Ψωμί που τρώγεται στα κρυφά, προκαλεί ευχαρίστηση ». Μήπως έχετε καμμιά διαφωνία περί αυτών ; Μάλλον όχι.

Οταν η  έβδομη εντολή λέγει : « Να μην  κάμνεις μοιχεία », το λέει επειδή συμβαίνει και εδώ το ίδιο ακριβώς πράγμα : Η ξένη  γυναίκα ( ή ο άντρας ), είναι πιό  επιθυμητή, πιό νόστιμη, πιο έξυπνη, πιό καλή απ΄τη γυναίκα  μου, ( ή τον άντρα μου ). Και γιατί αυτή η αντίληψη που συνήθως δεν έχει καμμιά βάση ; Ακριβώς επειδή η φασολάδα του διπλανού μου είναι νοστιμώτερη από τον αστακό με τη μαγιονέζα που έχω μπροστά μου. Και ομοίως, στον διπλανό μου αρέσει ο αστακός που εγώ τρώγω, αυτό είναι όλο.

Αλλά και πάλι το ζήτημα μένει σε εκκρεμότητα. Γιατί να μας  αρέσει το κλεμμένο ψωμί, το ξένο νερό, η ξένη γυναίκα ; Γιατί να λιγουρεύομαστε μιά γυναίκα ή έναν άντρα που είναι εμφανώς κατώτεροι ή τουλάχιστον δεν είναι κατά τίποτε καλύτεροι απ΄τους δικούς μας ; Είναι μήπως το ότι  είναι κάτι που  γίνεται στα κλεφτά, στην  παρανομία ; Μήπως αν μας παραχωρούσε ελεύθερα ο σύζυγος τη  γυναίκα του, δεν θα  την επιθυμούσαμε  πιά ; Μάλιστα, πιστεύω ότι το κρυφό, η παρανομία και ότι αυτή συνεπάγεται, αυτή είναι η αιτία. Θέλουμε και επιθυμούμε το ξένο, επειδή μας είναι  απαγορευμένο, ενώ το  δικό μας είναι  νόμιμα δικό  μας. Είναι όμως ο αστακός μαγιονέζα, δεν είναι η φασολάδα του πλησίον μας.

Ενα αμερικανικό λαϊκό ρητό λέει : « Ο άντρας της γειτόνισσας είναι πιό όμορφος από τον  δικό μας, πιό  ευγενικός, πιό  έξυπνος, πιό καλοντυμένος ». Τί θέλει να δηλώσει αυτή η λαϊκή ρήση ; Τον άντρα της  γειτόνισσας τον βλέπουμε  πάντοτε ντυμένο, έξω απ΄το σπίτι του, κομψό και φερόμενο με πολύ « σοφιστικέ » τρόπο. Τον δικό μας άντρα τον βλέπουμε ατημέλητο, με τις πυτζάμες και τις παντούφλες του, όπως δηλαδή κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι. Ετσι, ο γείτονας - που δεν τον βλέπουμε ποτέ έτσι - φαντάζει  πολύ πιό ανώτερος απ΄ τον δικό μας. Και αντίστροφα, η γειτόνισσα που βλέπει τον άντρα της με πυτζάμες  κ.λ.π., ενώ τον δικό μας τον βλέπει ντυμένο στην τρίχα, θεωρεί τον δικό μας αντρα ανώτερο κ.ο.κ.

Είναι αλήθεια ότι η πράξη της μοιχείας έχει κάτι το εξαιρετικά συναρπαστικό, έτσι τουλάχιστον φαίνεται να πιστεύουν οι ειδικοί επί του θέματος. Και ποιοί είναι οι ειδικοί επί του θέματος ; Αυτοί  που επιδίδονται συστηματικά στο άθλημα της μοιχείας, αυτό  φαντάζομαι. Και  είναι ανάγκη να γίνει ένας  διαχωρισμός ως προς το θέμα  αυτό. Υπάρχουν δυό τύποι μοιχείας, μάλιστα, δεν είναι μιά και μόνη μοιχεία. Και νά πως έχουν τα πράγματα, τουλάχιστον ως προς το ένα από τα  « συμβαλλόμενα » μέρη : Τους άντρες.

Λοιπόν, η μοιχεία που γίνεται με πρωτοβουλία του άντρα, είναι είτε περιστασιακή - για πολύ λίγο καιρό ή για μιά μόνο φορά - είτε σοβαρής  και μόνιμης μορφής. Στην πρώτη περίπτωση ο αντρας εξακολουθεί να είναι προσκολλημένος στη δική του γυναίκα, αλλά αν βρεθεί ευκαιρία ή αν προκληθεί, ξεχνά προς στιγμή ότι έχει γυναίκα - προς στιγμή είπαμε - και μπλέκει  σε μιά πρόσκαιρη και τελείως  επιπόλαια σχέση  με μιάν άλλη  γυναίκα, την οποία σχέση διακόπτει πολύ γρήγορα. Αυτός είναι  ο τρόπος της περιστασιακής μοιχείας - ή απιστίας προς τη γυναίκα του - αν θέλετε.

Στον δεύτερο τύπο της μοιχείας, η σχέση του άντρα με τη  γυναίκα του έχει τραυματισθεί μάλλον ανεπανόρθωτα από πριν, δεν υπάρχει αρμονική συμβίωση των δύο μερών. Σε μιά τέτοια τυπική και συμβατική σχέση, ο άντρας με την πρώτη ευκαιρία - ή και χωρίς καν ευκαιρία-  συνάπτει σχέση με μιάν άλλη γυναίκα, και η σχέση αυτή είναι συνήθως σοβαρή. Ο ίδιος, λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης που βιώνει μέσα στο δικό του σπίτι, είναι έτοιμος να δεσμευτεί  στενά με την  άλλη γυναίκα, και αυτό συνήθως  κάνει. Στην  πραγματικότητα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μιά συζυγική σχέση που υφίσταται μόνο στα χαρτιά, ουσιαστικά  δεν υπάρχει κανένας σύνδεσμος πιά ανάμεσα στους δυό συζύγους. Και πολύ συχνά, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε διαζύγιο.

Αναφορικά με τη γυναικεία μοιχεία, έχει παρατηρηθεί ότι η  σχέση ανάμεσα στη γυναίκα και στο νόμιμο άντρα της είναι σχεδόν πάντοτε διαταραγμένη, και εδώ πρόκειται συνήθως για μιά σχέση που κατάντησε συμβατική. Μιά γυναίκα που έχει κανονικό συναισθηματικό δεσμό με τον άντρα της, ποτέ δεν παρασύρεται σε περιπέτειες, ή τουλάχιστον εξαιρετικά σπάνια, τόσο σπάνια, ώστε απλώς  να επιβεβαιώνει  τον κανόνα. Γυναίκα όμως που προσκολλάται σε  έναν άλλο άντρα, δεν  « επιστρέφει » σχεδόν  ποτέ - με την αληθινή έννοια της λέξης -στον αντρα της. Αν επιστρέφει, το κάμνει για ειδικούς λόγους που δεν είναι πάντοτε οι ίδιοι.

Τώρα, τι με έπιασε και θέλω να το « παίξω » κοινωνιολόγος, δεν το ξέρω. Αλλά επειδή το θέμα είναι και ενδιαφέρον, αλλά και πολύ συχνά συζητούμενο, είπα να παραθέσω τις απόψεις μου. Νομίζω ότι πολλοί  έχουν ασχοληθεί με  το θέμα, αν ασχοληθεί  και ένας ακόμα δεν πιστεύω ότι θα βλάψει σε τίποτε.  Και βέβαια, δεν θέλω να προπαγανδίσω υπέρ της μοιχείας, κάθε άλλο μάλιστα.

Αυτή είναι η  « μοιχεία » υπό στενή έννοια. Αλλά υπάρχουν και άλλες μορφές μοιχείας που δεν αφορούν το « κλέψιμο » μιάς γυναίκας ή ενός άνδρα. Είναι η επιθυμία που εκδηλώνουμε για κάποια πράγματα που έχει ο γείτονας μας ή οποιοσδήποτε άνθρωπος, που πολύ θα θέλαμε να γίνουν δικά μας. Το αν δεν μπορούμε να κάνουμε  « μοιχεία » μ΄αυτά, είναι μιά άλλη υπόθεση. Αλλά το να κλέβει ένας κλέφτης την περιουσία ενός  άλλου, είναι κατά κάποιο τρόπο ένα είδος μοιχείας προς τα υπάρχοντα του άλλου. Παρομοίως  θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παραδείγματα τέτοιας  « μοιχείας ».

Αυτό που θα αναφέρω τώρα, δεν είναι αληθινή μοιχεία, είναι απλώς ένα λογοπαίγνιο, αλλά αξίζει να το παραθέσω. Στις αρχές της δεκαετίας του 60, γινόταν στο Καυταντζόγλειο στάδιο της Θεσσαλονίκης ο τελικός  αγώνας ποδοσφαίρου για το κύπελλο κυπελλούχων ομάδων Ευρώπης ανάμεσα στην Ιταλική Μίλαν και την Αγγλίκή Λήντς Γιουνάϊτεντ, την καλύτερη ομάδα της Ευρώπης εκείνη την εποχή. Διαιτητής του παιχνιδιού ήταν ο Ελληνας Μίχας. ( Επειδή το παιχνίδι γινόταν επί Ελληνικού  εδάφους, η  Ευρωπαϊκή  ομοσπονδία, όρισε  - όπως το συνήθιζε - Ελληνα  διαιτητή ). Οι  Ιταλοί - που είναι όπως ξέρουμε Μαφιόζοι - έδωσαν  όπως φάνηκε, ένα πολύ μεγάλο ποσό στον Μίχα για να τους δώσει το Κύπελλο, πράγμα που έγινε.

Λίγες μέρες μετά, έπαιζε η Δόξα της πόλης μας στην Αθήνα  με αντίπαλο τον Πανιώνιο. Ο διαιτητής του αγώνα εκείνου βοήθησε  πολύ τον Πανιώνιο, που κέρδισε το παιχνίδι. Την εποχή εκείνη  έβγαινε ένα θαυμάσιο αθλητικό περιοδικό - όχι σαν τα σημερινά - η « Ομάδα ». Στο κομμάτι που είχε για το παιχνίδι αυτό, είχε βάλει κύριο τίτλο το « Ου μιχεύσεις », γράφοντας το « μοιχεύσεις » με γιώτα αντί με όμικρον γιώτα. Ηταν πολύ επιτυχημένος τίτλος και πολύ έξυπνος, καθώς  όλοι ήξεραν την  πρόσφατη διατησία του Μίχα στον τελικό της Θεσσαλονίκης. Αλλά μήπως και ο  Μίχας - και όλοι  οι Μίχαδες που τα  « πιάνουν » - δεν κάνουν και αυτοί  αληθινή  « μοιχεία » ; Όπως δηλαδή κλέβει ο άντρας  τη γυναίκα  του άλλου, έτσι κλέβουν κι αυτοί τη νίκη από κάποιον που την δικαιούται, που είναι δική του. Εχετε αντίρρηση ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου