Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΤΙΜΕ Σ ;

Γ  Ι  Α  Τ  Ι     Α  Ν  Ε  Β  Α  Ι  Ν  Ο  Υ  Ν     Ο  Ι     Τ  Ι  Μ  Ε  Σ  :

Το πράγμα έχει καταντήσει  να είναι πολύ βαρετό. Ανοίγεις την τηλεόρασή σου το πρωϊ, και το  τροπάριο  που ακούς  είναι πάντα  το ίδιο και στερεότυπο : Οι τιμές των  πραγμάτων, των προϊόντων διατροφής προπαντός, αλλά και των υπόλοιπων, ενδυσης, υπόδησης και γενικώς των πάντων  της αγοράς, πάνε  συνέχεια προς τα  πάνω. Οι τιμές ανεβαίνουν ακατάπαυστα, κι αυτό κρατά εδώ και μερικά χρόνια. Οχι ότι υπάρχει αλήθινά υψηλός πληθωρισμός, ότι υπάρχει πολύ χρήμα στην αγορά, που  όπως ξέρουμε, προκαλεί πάντοτε  ανύψωση τιμών και υπηρεσιών, όχι δεν συμβαίνει  κάτι τέτοιο. Είχαμε σε ένα όχι μακρυνό παρελθόν, πληθωρισμούς της τάξης του είκοσι  και πάνω τοις  εκατό, και τότε ήταν  φυσιολογικό να παίρνουν την ανηφόρα οι  τιμές. Αλλά με πληθωρισμούς της τάξης του τρεισήμιση τοις εκατό - εκεί κινείται εδώ και πολλά χρόνια η κατάσταση - οι αυξήσεις αυτές είναι εκτός πάσης λογικής.

Είναι αληθεια, ότι με  την αλλαγή νομίσματος πριν  από μερικά χρόνια, προκλήθηκε μιά έκρηξη, αρχής γενομένης από τον ταπεινό μαϊντανό, που ναι μεν είναι πολύ χρήσιμος, καθώς τον βάζουμε σε πληθος μέγα εδεσμάτων καθημερινών, αλλά ποτέ δεν είχε τέτοιες μεγάλες αξίες στην αγορά από κτίσεως του ελληνικού  κράτους, από την εποχή του Καποδίστρια. Και βέβαια, δεν  επρόκειτο μόνο για τον μαϊντανό. Ακολούθησαν και άλλα το  δρόμο που αυτός σαν πρωτοπόρος, σαν σκαπανέας είχε ανοίξει. Κι από τότε, η κατάσταση συνεχώς πάει προς τα πάνω με ταχύτητα που δεν έχει καμμιά - πρόχειρη βέβαια - ερμηνεία.

Πρόχειρη δεν έχει, ερμηνείες όμως θα βρεις όταν ψάξεις καλά τα πράγματα. Όταν κάνεις μιά λεπτομερή ανάλυση της πραγματικότητας, όταν  ερευνήσεις με  εμβρίθεια τα φαινόμενα της ελληνικής  αγοράς, όταν  μελετήσεις  καλά τις  συνθήκες της  σημερινής ζωής όταν μπείς καλά στο πνεύμα που επικρατεί στο σύγχρονο ελληνικό περίγυρο. Όταν κάνεις μιά τέτοια ενδελεχή μελέτη, όλο  και σε κάποια συμπεράσματα θα καταλήξεις. Και θα δείς γιατί γίνεται όλο αυτό το νταβατούρι με τις τιμές και την αγορά.

Οι έρευνες που γίνονται στις χώρες της Ευρώπης και πιό ειδικά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτού  του συνοθυλεύματος που πάει να το « παίξει » Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, δείχνει μερικά αξιόλογα πράγματα. Δυό από αυτά έχουν αναφερθεί από πολλούς, και συνεχίζουν να αναφέρονται συνεχώς. Το ένα είναι ότι οι αποδοχές του Ελληνα απόγονου των σοφώτατων αρχαίων, είναι  από τις πιό χαμηλές στην ευρωπαϊκή  ζώνη. Και το άλλο, ότι το κόστος  ζωής είναι  πολύ υψηλό, από τα υψηλότερα της ευρωπαϊκής περιοχής. Πράγματα που είναι μεταξύ τους τελείως ασυμβίβαστα.

Υπάρχει εδώ και μιά μεγάλη αντινομία. Από πολύ παλιά χρόνια, ξέραμε ότι όταν τα εισοδήματα των ανθρώπων του λαού είναι χαμηλά, εκεί και οι τιμές είναι χαμηλές. Και μάλιστα, όσο πιό χαμηλά είναι τα εισοδήματα - τα μεροκάματα ας πούμε - τόσο  και πιό χαμηλές είναι οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Ένα πολύ χτυπητό παράδειγμα που μας έρχεται από κοντά, είναι  η διαφορά  που υπάρχει εδώ  και δεκαετίες  πολλές, άνάμεσα στη  χώρα μας και στη χώρα των ανατολικών γειτόνων μας. Στη διπλανή  αυτή χώρα, οι  μισθοί, τα μεροκάματα και γενικά τα εισοδήματα, είναι εδώ  και πολλά χρόνια πολύ χαμηλα. Ολο  αυτό το διάστημα, εκδρομές γινόντουσαν  από τη χώρα μας  προς τη διπλανή χώρα, και οι εκδρομείς που πήγαιναν εκεί, άρπαζαν  την ευκαιρία να  κάνουν και αγορές από  την εκεί αγορά, κυρίως δερμάτινων ειδών, που ήσαν πάρα πολύ  φτηνά. Αλλά και άλλων  εμπορευμάτων, που  ήσαν εξ ίσου  φτηνά. Η αιτία, ήταν η διαφορά εισοδημάτων που υπήρχε στις δυό χώρες.

Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται ως ένα σημείο και τις μέρες αυτές. Γνωστό είναι από τις ειδήσεις της τηλεόρασης, ότι κάτοικοι μεγάλου ελληνικού νησιού που βρίσκεται πολύ κοντά στα παράλια της  γειτονικής χώρας - κάπου τρία ή τέσσερα μίλλια απόσταση - πηγαίνουν κάθε βδομάδα στην  αντίπερα όχθη. Και τί  κάνουν εκεί ; Πηγαίνουν στην τοπική αγορά, πηγαίνουν και  στις λαϊκές αγορές της πόλης εκείνης, και  ψωνίζουν συνεχώς  και ακαταπαύστως. Γιατί γίνεται αυτή η επιδρομή ; Επειδή εκεί είναι όλα πολύ φτηνά, αυτός είναι ο λόγος.

Αν στη διπλανή χώρα τα  εισοδήματα και  οι τιμές των προϊόντων είναι σε χαμηλό επίπεδο, τί να πεί κανείς για τις χώρες του τρίτου  κόσμου, τις  φτωχές αφρικανικές, τις  Ινδίες το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και  πολλές άλλες ασιατικές χώρες ; Όταν ακούς το πόσο αμείβεται η εργασία σ΄αυτές τις χώρες, νομίζεις ότι  σε κοροϊδεύουν, ότι δεν μπορεί να συμβάινει ένα τέτοιο χάλι. Ότι δεν μπορεί να έχει εισόδημα ένας εργάτης - και κάποιοι  άλλοι σε άλλους κλάδους - τριάντα Ευρώ το  μήνα. Και όμως, έτσι είναι τα  πράγματα. Και φυσικά, με τέτοιες αμοιβές, οι τιμές των αγαθών είναι σε πάρα πολύ χαμηλό επιπεδο.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις  και σε πολλές  άλλες, ισχύει ένας νόμος που είναι απαράβατος. Πρόκειται για τον πασίγνωστο  από παμπάλαια  χρόνια νόμο  της προσφοράς  και της ζήτησης. Όταν  ένα προϊόν έχει  μεγάλη ζήτηση  και το χρήμα  που διατίθεται  για την  αγορά του είναι πολύ ή άφθονο, τότε αναγκαίως η τιμή  του ανεβαίνει. Και ανεβαίνει  συνεχώς, όσο αυξάνεται η ζήτησή του. Από τη στιγμή που ελαττώνεται - ή και  παύει - η ζήτηση αυτού του προϊόντος, η τιμή του αρχίζει να πέφτει, μέχρι που κατρακυλά και δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν θα μπορούσε να υπάρχει ζήτηση, αλλά το χρήμα που θα ήταν διαθέσιμο, θα ήταν λιγοστό. Είτε θα είχε εξ αρχής χαμηλά την τιμή του, ή  θα έπεφτε η τιμή του αργότερα, μέχρι να γίνει προσιτή η αγορά του.

Ακούμε - πάντοτε  στην τηλεόραση - τους  μαγαζάτορες  να λένε ότι πληρώνουν πολύ ακριβά ενοίκια, πράγμα που τους υποχρεώνει να κρατούν υψηλά τις τιμές των πραγμάτων που πουλάνε, επειδή αλλοιώς δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα  και κινδυνεύουν  να κλείσουν τις μικροεπιχειρήσεις τους. Βεβαίως έχουν δίκαιο, και πάλι  εδώ παρεμβαίνει  ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Ο καθένας από τους ιδιοκτήτες αυτών των μαγαζιών, θέλει να έχει το κατάστημά του σε μιά περίοπτη θέση στην αγορά της περιοχής του. Όμως, οι θέσεις αυτές οι προνομιούχες, είναι μάλλον λιγοστές. Αποτέλεσμα είναι να ζητούν οι  ιδιοκτήτες τους υψηλό ενοίκιο, τέτοιο που αναγκαστικά περνά και στις τιμές πώλησης των προϊόντων. Είναι και το γεγονός ότι είναι πολλά  τα μαγαζιά την σήμερον ημέραν, και βέβαια δεν χωράνε σε μιά στενή οπωσδήποτε περιοχή. Να αγοραστουν ή να νοικιαστούν σε απόμερα  μέρη ; Δεν  συμφέρει, θα έχουν πολύ λίγη πελατεία και το αποτέλσμα θα είναι και πάλι αρνητικό.

Υπάρχουν και άλλοι  παράγοντες που  πηγαίνουν  τα αγαθά στα  ύψη. Ένας  από αυτούς τους παράγοντες, είναι και η έλλειψη  ή κακή λειτουργία του ελεύθερου  ανταγωνισμού. Που επιβάλλεται  στην ελεύθερη  αγορά, και που  όταν λειτουργεί  κανονικά, δεν  οδηγεί τις τιμές στα ύψη, καθώς ο πωλητής  που θέλει να  διαθέσει το εμπόρευμά  του, προσπαθεί  με μείωση των τιμών να κερδίσει την εύνοια του αγοραστικού κοινού, να αυξήσει  την πελατεία του και το  « τζίρο » του. Το πώς γίνεται και δεν λειτουργεί στη χώρα μας ο  ανταγωνισμός, είναι μιά ιστορία που σηκώνει πολλή συζήτηση.

Πάνω σ’όλα αυτά, πρέπει να προσθέσουμε και κάτι ακόμα, που έχει άμεση σχέση με τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, και που είναι μιά καινούργια « μόδα », που ίσως ξεκίνησε σε κάποια μικρή κλίμακα από τις Πολιτείες τις πέραν  του Ατλαντικού, αλλά γιγαντώθηκε στη χώρα μας την ιστορική, που και σ΄αυτό τον τομέα, θέλησε να γράψει μιά καινούργια μεγάλη σελίδα ιστορίας. Να το ρίξει στον υπερκαταναλωτισμό, να αγοράζει ότι χρειάζεται και ότι δεν χρειάζεται σε οποιαδήποτε  τιμή. Και έτσι, με πολύ  απλά λόγια, η κυριώτερη αιτία που ανεβαίνουν στα  ύψη οι τιμές, είναι αυτοί  οι ίδιοι οι αγοραστές, οι καταναλωτές των αγαθών. Που με τη μεγάλη ζήτηση που δείχνουν, ανεβάζουν μόνοι  τους τις τιμές. Δεν είπαμε ότι η μεγάλη ζήτηση σε κάτι, ανεβάζει  αυτόματα την τιμή του ; Αυτός είναι ο νόμος που αναφέρθηκε, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Και κάτι άλλο ακόμα, που βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τα προηγούμενα. Οι μανιώδεις αγοραστές  που έχουμε  στη χώρα, αγνοούν  εντελώς το γνωστό επίσης νόμο του Μπόϋκοττ, που τον ξέρουν από πάρα πολύ καιρό οι Ευρωπαίοι  και οι Αμερικανοί. Και ποιός είναι λοιπόν αυτός ο νόμος του Μπόϋκοττ, που καθόλου δεν εφαρμόζεται στα καθ΄ημάς ; Με λίγα λόγια, θα γίνει μιά απόπειρα να διατυπωθεί παρακάτω.

H ιστορία, έλαβε χώραν κάπου ανάμεσα 1870 και 1880, δεν ξέρω πότε ακριβώς. Ενας εγγλέζος κόμης του E r n e, είχε κτήματα στην Ιρλανδία, που ήταν τότε υπό βρεττανική κυριαρχία. Αυτός ο κόμης, είχε έναν επίσης εγγλέζο διαχειριστή των κτημάτων του, τον C h a r l e s  C u n i n g h a m  B o y c o t t. Αυτός ο κύριος Μπόϋκοττ, τά΄βαλε με τους Ιρλανδούς εργάτες της γης, που δουλεύανε  στα κτήματα αυτά. Οι άνθρωποι του έλεγαν να του δίνουν το τάδε ενοίκιο για τις κατοικίες τους- έτσι το νομίζω το πράγμα- αλλά αυτός ήθελε περισσότερα. Κατά άλλη εκδοχή - μπορεί να συνέβαιναν και τα δύο - ο μίστερ Μπόυκοττ τους έφερνε τρόφιμα που τα χρέωνε σε υψηλές τιμές. Τί έγινε τότε ; Εστελναν οι Ιρλανδοί ανθρώπους τους, και έπαιρναν τρόφιμα άπό ένα άλλο γειτονικό κτήμα, σε τιμές κανονικές. Μάλιστα, φαίνεται ότι καταστρέψανε την περιουσία του διαχειριστή τους και ο εργοδότης τους αναγκάστηκε να τον απολύσει. Αυτά  διάβασα, αυτά λέω, μπορεί να  κάνω λάθος σε  μερικά απ΄αυτά. Κι από τότε δημιουργήθηκε  ο όρος  « μποϋκοτάζ », που είναι ένα σαμποτάρισμα που γίνεται σε περιπτώσεις που μας πασσάρουν κάτι σε ψηλότερη τιμή απ΄όσο αξίζει.

Αρχές του εικοστού  αιώνα, τότε ήταν το  επεισόδιο που έγινε  στην Κωνσταντινούπολη. Ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, εικοσιπέντε Μαρτίου. Ο κανόνας  της εκκλησίας, λέει ότι τη μέρα αυτή στο τραπέζει έχουμε ψάρι, αποκλειστικά ψάρι και  τίποτε άλλο. Εκείνη τη μέρα  λοιπόν, ξυπνούν  οι Ελληνες της Πόλης  και πηγαίνουν στην αγορά να αγοράσουν ψάρια. Πονηροί οι ψαρέμποροι, έχουν συννενοηθεί  και βάζουν διπλάσιες  περίπου τιμές στα ψάρια, τί θα κάνουν λένε, θέλουν δέ θέλουν θα τα  πάρουν. Φτάνουν οι αγοραστές, βλέπουν τις τιμές και τους σηκώνεται η τρίχα του κεφαλιού. Αποφασίζουν να στείλουν αντιπροσωπεία στο Πατριαρχείο να τα πούνε  στον Πατριάρχη.   « Τό  και τό, Παναγιώτατε, αυτά είδαμε στην άγορά ». « Ετσι είναι τα πράγματα ; Λοιπόν, κηρύσσω τη μέρα αυτή, ημέρα κρεωφαγίας. Πάρτε κρέας, παρτε ότι άλλο θέλετε, όχι ψάρια ».

Κατεβαίνουν στην αγορά και τα λένε στους άλλους. Δεν αγοράζει κανένας ψάρια εκείνη τη μέρα. Αγοράζουν απ΄την αγορά  ότιδήποτε άλλο  εκτός από ψάρια. Τα οποία στέκονται απούλητα στα καφάσια μεχρι το μεσημέρι και μέχρι το  απόγευμα. Βλέπουν οι ψαρέμποροι τα πράγματα, ψυγεία δεν υπάρχουν την εποχή εκείνη, δεν υπάρχει ούτε πάγος, παίρνουν τα ψάρια τους και τα ρίχνουν στα νερά του Βοσπόρου. Αυτά έγιναν.

Μποϋκοτάζ ήταν, αν και  ίσως δεν γνώριζαν αυτόν τον όρο τότε. Είδες όμως την απόφαση του Πατριάρχη ; Λοιπόν, βλέπει κανείς τους ανθρώπους να πηγαίνουν λίγο πριν το Πάσχα στην αγορά - αυτό γίνεται κυρίως στην πρωτεύουσα - και βλέπουν το αρνάκι να έχει διατιμηθεί εννιά Ευρώ, ενώ πριν λίγες μέρες ήταν εφτά το κιλό. Μάλιστα, τις παραμονές του Πάσχα, ξαναβλέπουν, τις τιμές και τί να δούν ; Δέκα ή και έντεκα Ευρώ το κιλό. Και τί κάνουν τότε ; Αυτά που έκανε ο Πατριάρχης στην Πόλη ; Οχι, τα κορόϊδα τρέχουν και αγοράζουν το αρνάκι σε όποια τιμή τους βάζουν. Εχουν  την παραμικρή  ιδέα του τί  σημαίνει μποϋκοτάζ ; Οχι, δεν έχουν ιδέα περί αυτού.

Λοιπόν, αν έκαμναν κάτι τέτοια, όταν έβλεπαν να ανεβαίνουν οι τιμές σε κάποια είδη χωρίς λογο, να μένουν τα προϊόντα στα ράφια των σουπερμάρκετς επί δυό βδομάδες απούλητα, να δείς τί θα  γινότανε. Και όχι για δυό  βδομάδες, μονάχα για τέσσερις - πέντε μέρες να μένουν στα ράφια. Και να θέλουν οι σουπερμαρκετοκράτορες να  πουλήσοιυν για να καλύψουν τις οφειλές τους και να μην μπορούν. Αλλά γίνονται τέτοια πράγματα από τους σημερινούς -ή και παλιότερους - ψωροπερήφανους αγοραστές ; Οχι βέβαια. Απάνω λοιπόν οι τιμές.

Φταίει μήπως η ελεύθερη  αγορά. Στα παλιά  χρόνια, είχαμε  την Αγορανομία που έβαζε τιμές στα προϊόντα, σύμφωνα  με το κέρδος που επέτρεπε ο νόμος. Τώρα δεν υπάρχει αγορανομία, ο καθένας βάζει όποιες τιμές του καπνίζει. Και λοιπόν, τί να κάνουμε ; Να φύγουμε από το καθεστώς της ελεύθερης αγοράς και να ξαναγυρίσουμε στα παλιά ; Μήπως να εγκαταστήσουμε - ποτέ δεν είναι αργά - ένα σοβιετικό σύστημα  στη χώρα μας ; Που θα απαγορεύει τις εισαγωγές από ξένες χώρες παρά μόνο αυτές που θα εγκρίνει το κράτος ; Λοιπόν, θα μπορούσε να γίνει  κι αυτό. Εχουμε κάπου ένα εκατομμύριο δημόσιους υπάλληλους, ας βάλουμε και τους υπόλοιπους συμπατριώτες μας σε κρατικές θέσεις και υπηρεσίες, και το πράγμα έγινε. Και τότε δεν θα  υπάρχει ελεύθερη  αγορά, δεν θα  υπάρχουν και  ανεβάσματα στις τιμές των αγαθών. Αν θα υπάρχουν αγαθά βέβαια.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου