Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΠΗΡΕΣ ΟΛΑ ΚΙ ΕΦΥΓΕΣ

T A Π   Η   Ρ   Ε   Σ       Ο   Λ   Α       Κ   Ι       Ε   Φ   Υ   Γ   Ε   Σ

Η λίμνη Λόχνες της Σκωτίας έχει το τέρας της - τη Νέσσι, όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι( Αν και μεταξύ  μας, το τέρας αυτό  μάλλον είναι  ανύπαρκτο ). Τα  παράλια του κόλπου του Μεξικού έχουν τους τυφώνες τους, πάντοτε καταστρεπτικούς. Τα παράλια της Κεντρικής και Βορειοκεντρικης Αμερικής που βλέπουν προς τον Ειρηνικό, έχουν το Ελ Νίνιο. Η Δράμα της εποχής πριν τη δεκαετία του 50, είχε τον χείμαρρο που διασχίζει το κέντρο της πόλης από βορρά προς νότο. Αυτός ο  χείμαρρος - ο  γνωστός  με το (τουρκικό μάλλον ) όνομα «Τσάϊ »,  περνούσε - και περνά βέβαια  και τώρα, αλλά κάτω από άλλες συνθήκες - μέσα από την αγορά της πόλης. Λοιπόν, στις δύο όχθες του χειμάρρου, υπήρχε ένα πλήθος από καταστήματα πάσης φύσεως, και ήσαν εκεί και όχι αλλού, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναπτύξουμε. Παραπέρα θα εξηγήσουμε γιατί ένας χείμαρρος  μιάς επαρχιακής πόλης μπορεί να στέκεται δίπλα στα μεγάλα ονόματα του τέρατος του Λόχνες, του Ελ Νίνιο και των τυφώνων.  Προς το παρόν θα σκεφτούμε το αν ο χείμαρρος αυτός έχει παίξει κανένα ρόλο στην ονομασία  της  πόλης - όπως άλλοτε εθεωρείτο - ή όχι.

Στη δεκαετία του 30, Γυμνασιάρχης ( ή Λυκειάρχης, δεν γνωρίζω ) στην Δράμα,  ήταν ένας καθηγητής από την Κοζάνη ονόματι  Διάφας, από το μεγάλο σόϊ των Διαφέων.Ο άνθρωπος αυτός είχε αγαπήσει τόσο τη Δράμα, ώστε έψαξε να βρεί στοιχεία ιστορικά  τέτοια, που να τον κάνουν ικανό να γράψει μιά ιστορία της πόλης.  Αυτήν την ιστορία τη διάβασα σε πολύ μικρή ηλικία - πριν την εφηβεία.Ο καθηγητής λοιπόν Διάφας, άρχιζε την ιστορία του προσπαθώντας να ερμηνεύσει το πώς η πόλη πήρε αυτό το όνομα. Ελεγε λοιπόν, ότι δυό πιθανές εκδοχές υπήρχαν επί του  προκειμένου.

Η μία ήταν ότι το όνομα προήρχετο από το γεγονός ότι η πόλη είχε δύο ρεύματα - χειμάρρους - άρα ονομάστηκε Δίρρευμα, που σιγά - σιγά έγινε Δίραμμα και κατόπιν Δράμα. Η άλλη εκδοχή ήταν ότι το όνομα  προερχότανε  από τις  πηγές των νερών που βρίσκονται μέσα στην πόλη, και απ΄ αυτές  πήρε το όνομα Ύδραμα και από εκεί έγινε Δράμα - και αυτή η άποψη έχει πιά επικρατήσει. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η πόλη δεν είχε πριν την έλευση των προσφύγων δύο ρεύματα, αλλά μόνο ένα. Το ρεύμα της Καλλιφύτου που περνά από το Διοικητήριο, ήταν πάντοτε έξω από τα όρια της πόλης, μπήκε μέσα τους μόνο μετά την δημιουργία των νότιων συνοικισμών, πέρα και κάτω από το  Σιδηροδρομικό Σταθμό.

Ας  ξαναγυρίσουμε όμως στον  χείμαρρό μας. Ηταν μάλλον αβαθής  και σχετικά στενός, αλλού γινόταν πλατύτερος, αλλά στο  πέρασμα από  το εμπορικό  κέντρο ήταν  αρκετά  στενός. Όλα ήσαν ήσυχα και καθόλου απειλητικά, μέχρι που θα ξεσπούσε  μιά  καταιγίδα, κατά κανόνα καλοκαιριάτικη. Ξαφνικά ο χείμαρρος  γινότανε θηρίο  ανήμερο. Μέσα σε  χρόνο μηδέν - in no time όπως λένε οι  Αγγλόφωνοι - τεράστιοι όγκοι νερών,απίστευτα μεγάλοι, εκατοντάδες χιλιάδες τόννοι  ή μάλλον εκατομμύρια τόννοι - εισορμούσαν στην πόλη με υπερηχητική ταχύτητα, αυτό μάλιστα  γινόταν πολλές φορές χωρίς να έχει ρίξει σταγόνα βροχής μέσα στην πόλη, το ορμητικό αυτό ρεύμα ερχόταν από καταιγίδα που είχε ξεσπάσει ψηλά στα βουνά, πέρα από το Μοναστηράκι.

Όπως καταλαβαίνει κανείς, οι μαγαζάτορες δεν  πρόφταιναν να κάνουν ούτε δυό βήματα όταν έβλεπαν να κατεβαίνει με ορμή  το νερό, δεν πρόφταιναν  ούτε να κλείσουν τα  μαγαζιά τους, αν και αυτό θα ήταν ολωσδιόλου ανώφελο, καθώς τα κύματα - κάτι σαν τα παλιρροιακά  κύματα Τσουνάμι που χτυπούν μετασεισμικά τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας - έσπαζαν στο δευτερόλεπτο τα στόρια των καταστημάτων, έμπαιναν μέσα σ΄αυτά, άρπαζαν όλα τα εμπορεύματα και ότι άλλο εύρισκαν μεσα τους, και τα οδηγούσαν μέσω διαφόρων διόδων - παραποτάμων του Αγγίτη - προς τον Στρυμώνα, κι από εκεί στη θάλασσα, απ΄όπου δεν γυρνούσαν πίσω, σύμφωνα και με τους στίχους του Αττίκ :

« όπως δεν γυρνάει μια στιγμή

στην πηγή το ποτάμι που τρέχει μ΄ ορμή »

Ο χείμαρρος αυτός έπρεπε να υπήρχε από πολλές χιλιάδες χρόνια - για να μην πούμε εκατομμύρια -καθώς είναι γνωστό ότι τα όμβρια ύδατα βρίσκουν μόνα τους την ευκολώτερη κάθοδό τους προς τα χαμηλότερα σημεία, και σιγά - σιγά πλαταίνουν και βαθαίνουν από μόνα τους την διέξοδο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι μπορούσε να  γίνει κάτι γιά να βελτιωθεί έστω η κατάσταση αυτή, λ.χ. μιά εκβάθυνση της κοίτης του ρεύματος  ή κάποια άλλη διευθέτηση. Αυτά, μέχρι που έκανε την εμφάνισή του στα διοικητικά πράγματα της πόλης γύρω στα 1950, ένας ξένος, άγνωστος τελείως στους πάντες.  Ο άνθρωπος αυτός -που ελέγετο ότι είχε λάβει μέρος στην αντίσταση των βουνών στην κατοχή - ήταν ένας τύπος μετρίου αναστήματος, επιβλητικής εμφανίσεως - λόγω ίσως και του εντυπωσιακού υπογένειού του και της αρχοντικής όψης του. Ονομαζόταν Αντώνης Καστρινός, και κανείς δεν ήξερε - μου φαίνεται - από πού κρατούσε η σκούφια του. Σε σύντομο διάστημα εκλέχτηκε δήμαρχος της πόλης, και άρχισε να αναπτύσσει αξιόλογη δράση.

Μιά μέρα λοιπόν ο δήμαρχος εμφανίστηκε στο Δημοτικό συμβούλιο και έκανε την παρακάτω εξωφρενική -για την εποχή εκείνη - πρόταση : « Αυτό το χάλι δεν μπορεί να εξακολουθήσει, να υπάρχει μέσα στο κέντρο της πόλης και να προκαλεί αυτές τις καταστροφές. Πρέπει να τακτοποιηθεί αυτό το θέμα ». ( Βέβαια δεν χρησιμοποίησε αυτά ακριβώς τα λόγια, αλλά αυτό ήταν περίπου το νόημά τους ). Οι Δημοτικοί σύμβουλοι κοίταζαν  ο ένας τον άλλο, μάλλον εν απορία - « Και τι μπορεί να γίνει, λοιπόν ; » -« Να τον καλύψουμε βέβαια », ήταν η απάντηση του Δημάρχου. Οι άνθρωποι απόρησαν. « Μα, δήμαρχε, αυτό είναι αδύνατο να γίνει ». « Και γιατί είναι αδύνατο, λοιπόν ; », ρώτησε ο Καστρινός. « Επειδή πουθενά δεν έχει γίνει τέτοιο πράγμα, υπάρχουν σε κάθε σχεδόν πόλη τέτοιοι χείμαρροι αλλά πουθενά δεν έχει γίνει τέτοια απόπειρα ». « Ε ! λοιπόν, εμείς θα είμαστε που θα κάνουμε το πρώτο τέτοιο έργο, και τότε θα μας ακολουθήσουν και άλλοι ». Με τα πολλά, κατάφερε να τους πείσει ότι αυτό το έργο ήταν απολύτως κατορθωτό.

Εγιναν τα σχέδια, εγκρίθηκαν, το έργο άρχισε, και σε  λίγα  χρόνια  αποπερατώθηκε, ενώ άλλοι δήμαρχοι ήσαν πιά στην πόλη και επί των ημερών αυτών ολοκληρώθηκε το έργο, πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Εγινε πολύ μεγάλη εκβάθυνση, τυλίχτηκε ολόκληρος ο χείμαρρος με μπετόν και από πάνω στρώθηκε δρόμος, από τους κεντρικούς  και εμπορικούς της πόλης.

Όπως με το αυγό του Κολόμβου, έτσι έγινε και σ΄ αυτήν την περίπτωση.Ολοι μπορούσαν να συλλάβουν την πολύ απλή αυτήν ιδέα, ένας όμως τη βρήκε. Κι από τότε έπαψε πιά ο  χείμαρρος - το ιστορικό  «Τσάι » - να μεταφέρει  τα εμπορεύματα στη θάλασσα, απ΄ όπου δεν θα μπορούσαν ποτέ να  επιστρέψουν στη βάση τους.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου